Κατά την προεπαναστατική περίοδο, την επαναστατική, την μεταεπαναστατική και αργότερα, μέχρι περίπου το 1850, στην περιοχή της Μεσσηνίας, και στο χώρο της σημερινής Μητροπόλεως Μεσσηνίας, λειτουργούσαν περίπου 35 Ιερές Μονές, κυρίως σε μέρη μη ευπρόσβλητα από τον οποιοδήποτε εχθρό και σχεδόν όλες σε απομονωμένα σημεία, με αποτέλεσμα πολλές αντιεξουσιαστικές πράξεις να γίνονται σε αυτές κρυφά, όπως φαίνεται και από την πραγματικότητα του λεγομένου κρυφού σχολείου, που ήταν τις περισσότερες φορές τα Μοναστήρια, στα οποία μονάζουν αρκετοί νέοι, οι οποίοι δεν δέχονται την υποτέλεια των Οθωμανών. Σε αυτά πολλοί μοναχοί με πλούσια παιδεία, αλλά και με ελάχιστη μόρφωση γίνονται διδάσκαλοι πολλών νέων από τις παρακείμενες περιοχές και ακόμη μέχρι σήμερα, οι Μονές αυτές κατέχουν πολλά βιβλία και σπάνια χειρόγραφα. Οι Μονές είναι το οικονομικό και παραγωγικό κέντρο κάθε περιοχής και στον Αγώνα η βάση του ανεφοδιασμού με τροφές, ρούχα, οπλισμό και κάθε αναγκαίο, ακόμη και τόποι θεραπείας τραυματιών.
Κατά τα έτη της Τουρκοκρατίας αλλά και μετά την Επανάσταση αποτελούν σημεία αναφοράς των κατοίκων της κάθε περιοχής. Γύρω από αυτές υπάρχει η εκκλησιαστική ζωή, που τότε είναι και η γενικότερη κοινωνική ζωή, το εμπόριο, η αγροτική παραγωγή, τα διάφορα επαγγέλματα και άλλες δραστηριότητες, τόσο των Ελλήνων υποδούλων, όσο και των Τούρκων κατακτητών. Ενδεικτικά δηλαδή, οι Μονές προσφέρουν εργασία στους φτωχούς αγρότες, νοικιάζουν οικίες, καταστήματα, εκτελούν αγοραπωλησίες ζώων, κτημάτων, οικιών, αφιερωμάτων. Πολλές Μονές «απέκτησαν αξιόλογη κινητή και ακίνητη περιουσία, η οποία προήλθε από την προσωπική εργασία των μοναχών, την αφιέρωση περιουσιακών στοιχείων από άτομα που κατέφευγαν στο μοναχισμό, τις δωρεές και τις κληροδοσίες πιστών υπέρ ψυχικής αυτών σωτηρίας, τις ζητείες, τα εισοδήματα από την αγροτική παραγωγή, τα ποσά από τις ενοικιάσεις»
Ο μεγάλος αριθμός των Μονών στη Μεσσηνία δικαιολογείται για το εύφορον της περιοχής και τα πολλά σημεία πρόσβασης προς τη Μεσσηνία κυρίως από τη θάλασσα, αλλά και από τους ορεινούς όγκους, οι οποίοι περικλείουν αυτή και είναι σε πολλά σημεία δυσπρόσιτοι.
Ο Σπύρος Λουκάτος αναφέρει ότι στα τέλη του ΙΖου αιώνα λειτουργούσαν 23 Μονές. Οι περισσότερες εξ αυτών διελύθησαν από την Αντιβασιλεία του Όθωνα. Το Ελληνικό κράτος κυριαρχεί και ελέγχει τόσο την πολιτική ζωή, όσο και την εκκλησιαστική. Με τρία νομοθετικά μέτρα η Αντιβασιλεία θέλησε να ελέγξει, στην πραγματικότητα όμως να διαλύσει, τα Μοναστήρια της Εκκλησίας. «Από της ιδρύσεως του Βασιλείου και καθ’ εξής…αι αλλεπάλληλαι απαλλοτριώσεις των Μοναστηριακών κτημάτων εδημιούργησαν μίαν ατμόσφαιραν εχθρικήν εκ μέρους της Πολιτείας προς τας Μονάς του Κράτους, πλείστας των οποίων, ως γνωστόν, διέλυσεν αυτό τούτο το κράτος, υπό συνθήκας βεβήλους και δραματικάς, ολίγον τι μετά την απελευθέρωσιν της Πατρίδος προς πραγμάτωσιν της οποίας αύται κατά την σκληράν Τουρκικήν δουλείαν προσέφεραν υψίστας υπηρεσίας».
Για τα περισσότερα από αυτά, στη μελέτη «Επισκοπή Μεσσηνίας Μοναστηριακές αποτυπώσεις και πληθυσμιακά σύνολα (15ος-19ος αιώνες) του Νίκου Τόμπρου, καταγράφονται ο αριθμός των μοναχών και πολλά στοιχεία από τη ζωή των μοναχών και χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι από το ήμισυ των μοναχών το 83, 9% γνώριζε γράμματα.
Αργότερα, κατά το έτος 1843 οι κάτοικοι της Μεσσήνης εξακολουθούν να θεωρούν τις Μονές της Μεσσηνίας ως πηγή χρηματοδότησης των σχολείων και με μία επιστολή τους παρακαλούν την κυβέρνηση για την ίδρυση σχολείου και μάλιστα βιομηχανικού. Το δημοτικό συμβούλιο Μεσσήνης αποστέλλει ένα, πράγματι επαναστατικό, ψήφισμα διαμαρτυρίας στην Κυβέρνηση για την τυραννική διοίκηση σε βάρος του λαού, που έχυσε ποτάμια αίματος για να αποκτήσει την ελευθερία του και καλή διοίκηση. Παράλληλα με τη διαμαρτυρία αυτή εζητείτο να ιδρυθεί βιομηχανικό σχολείο, το οποίο θα χρηματοδείτο από την περιουσία των διαλελυμένων Μονών, την οποία μέχρι το 1843 δεν είχε καθόλου αξιοποιήσει η Βαυαρική εξουσία, αν και είχε δημεύσει αυτή. Στο ψήφισμα μεταξύ άλλων τονιζόταν: «Οι πολυειδείς και αφόρητοι φόροι κατέστησαν τον λαόν ως μηδέποτε άλλοτε δυστυχή. Σμήνος κατασχετών, οίτινες σχηματίζουν στρατιάν ολόκληρον, περιφέρονται εις την Επαρχίαν κατά διαταγήν του διοικητού προς είσπραξιν όχι δικαιολογημένως ως επί το πλείστον εθνικών δικαιωμάτων. Και όμως προς εκτέλεσιν της πράξεως συνοδεύει ο κ. διοικητής, τους πράγματι καταπιεστάς και όχι κατασχετάς με χωροφύλακας οίτινες καταλύουν εις τα πτωχάς καλύβας του χωρικού εξοδεύοντες αυτόν τριπλασίως αφ’ όσα σημειώνονται εις τον κατάλογον του ενοικιαστού και ταύτα πραγματικά δεν χρεωστεί, ενώ ο περί καταδιώξεως νόμος διαγράφει τον τρόπον εισπράξεως, ουχί όμως και διά της χωροφυλακής…». Και συνέχιζε το ψήφισμα: «…Η αληθής ευτυχία του τόπου τούτου είναι η εις βιομηχανικά έργα εκπαίδευσις της σχολαζούσης πολυπληθούς και οξυνουστάτης νεολαίας της επαρχίας…ήθελεν ενασχοληθή ιδίως το Σώμα τούτο προς σύστασιν βιομηχανικού τινός σχολείου… Αλλ’ η διάλυσις των εις την Επαρχίαν μας Μοναστηρίων, αυτών των ιερών καταγωγίων και βοηθητικών του Αγώνος καταστημάτων, η παρηγορία των ενδεών, ο μοναδικός τύπος του θρησκευτικού σεβασμού μας, αυτών των ιερωτέρων τόπων της λατρείας μας και η επιβολή φόρων εις το τοιαύτα διατηρούμενα άτινα διετάχθησαν, νομίζομεν διά να χρησιμεύσωσιν τα εισοδήματά των προς εκπαίδευσιν της Ελληνικής νεολαίας μας, υπέρ της οποίας δεν εξετελέσθη τι εκ τούτων μέχρι τούδε, εύχεται το σώμα τούτο ίνα εκ των εισοδημάτων αυτών ευαρεστηθή η Β. Κυβέρνησις να αποφασίση όπως εγκρίνη…σύστασιν βιομηχανικού σχολείου εν τη επαρχία ταύτη…».
Μονές εντός των ορίων της σημερινής Μητροπόλεως Μεσσηνίας, που λειτουργούσαν κατά την προεπαναστατική, την επαναστατική και την μεταεπαναστατική περίοδο είναι οι εξής: 1) Κοιμήσεως Θεοτόκου Χρυσοκελλαριάς, 2) Ταξιαρχών Πολίχνης, 3) Ζωοδόχου Πηγής Σαμαρίνης, 4) Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Ανδρομονάστηρου, 5) Κοιμήσεως της Θεοτόκου των Κριβιτζών (Γριβιτσανής), 6) Κοιμήσεως Θεοτόκου Ελληνικών, 7) Γενεθλίου του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου Γαρδικίου, 8) Κοιμήσεως της Θεοτόκου Δημιόβης, 9) Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μαρδακίου, 10) Κοιμήσεως της Θεοτόκου Σιδηρόπορτας, 11) Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Μελέ Αλαγονίας 12) Κοιμήσεως της Θεοτόκου Βουλκάνου, 13) Ζωοδόχου Πηγής Βελανιδιάς, 14) Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου Σκρούμπεη (Σαλούμπεη), 15) Προφήτου Ηλιού Καλαμάτας, 16) Αγίας Τριάδος επί του Καλαθίου όρους, 17) Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου στο Χαλβάτσου Μεσσηνίας, 18) Κοιμήσεως της Θεοτόκου και Ζωοδόχου Πηγής Κουρτζένης στο Λαδά Αλαγονίας, 19) Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Καλογραιών Καλαμάτας, 20) Παναγίας Βλαχερνών στο Δίκαλο επί του Καλαθίου όρους, 21) Αγίας Αικατερίνης στην περιοχή του χωριού Άρις Μεσσήνης Μετόχιο της ομωνύμου Μονής του όρους Σινά, αναφέρεται και ως Άγιος Γεώργιος, 22) Μετόχιο Ευαγγελίστρια Μονής Βατοπεδίου Αγίου Όρους στον Αντικάλαμο, 23) Αγίου Αντωνίου παρά τη Σίτσοβα, 24) Μετόχιο της Μονής Μεγίστης Λαύρας Αγίου Όρους στη Μικρομάνη, 25) Αγίων Αποστόλων Αλαγονίας, 26) Αγίου Νικολάου του Νέου Αρμενιών Χαρακοπιού, 27) Αρμενοκαθολική Μονή στη Μεθώνη, 28) Μονή της Αγίας Σολομονής παρά την Πολιανή, 29) Μετόχιο της Μονής Ξηροποτάμου Αγίου Όρους στο Νησί (Μεσσήνη), 30) Μετόχιο της Μονής Γρηγορίου στο Νησί (Μεσσήνη) και 31) άλλες Μονές και Μετόχια στη Μεσσηνία με μικρότερη δραστηριότητα.
