Ολοκληρώνοντας το δικό μας «Μάρτη ελευθερίας» στο σημερινό σημείωμα μια άλλη, σχετικά άγνωστη «πρωτιά» της Καλαμάτας: Αυτή της ίδρυσης του πρώτου σώματος τακτικού στρατού στην πόλη. Για το θέμα αυτό ο αείμνηστος δήμαρχος Παναγής Κουμάντος είχε εκδώσει το 2013 το βιβλίο «Στα βήματα του Ιωσήφ Βαλέστ» και είχα την τιμή να το συμπαρουσιάσω με τον επίσης αείμνηστο δήμαρχο Χρήστο Μαλαπάνη. Από αυτό το βιβλίο θα αλιεύσω κάποια αποσπάσματα για να δοθεί μια μικρή εικόνα. Βαλέστ ή Βαλέστα, με πατέρα Γάλλο και μητέρα Ελληνίδα, ενδέχεται να γεννήθηκε στα Χανιά, εκεί όμως δραστηριοποιήθηκε εμπορικά ο πατέρας του. Αξιωματικός του Ναπολέοντα, συναντήθηκαν με τον Δημήτριο Υψηλάντη στην Τεργέστη το Μάιο του 1821. Μαζί με ορισμένους ακόμη εθελοντές έφθασαν στην Υδρα αρχές Ιουνίου και αποφασίστηκε να μετακινηθούν στην Καλαμάτα.
Ο Ιωάννης Φιλήμων εξηγεί τους λόγους για τους οποίους επιλέχθηκε η Καλαμάτα ως έδρα του πρώτου σώματος τακτικού στρατού: «Αι Καλάμαι ενεκρίθησαν τότε η μόνη αρμοδιωτέρα πόλις, ως ηρεμούσα εκ πολεμίων, πλησιάζουσα δε τη θαλάσση και δυναμένη δέχεσθαι παρά των εφόρων της Τεργέστης το απ’ εντολής πολεμικόν υλικόν, εξ ου ικανόν επέμφθη μέρος κατόπι του Υψηλάντου. Εντεύθεν μετατεθέν εκεί το τακτικόν σωμάτιον, ηυξήθη τάχιστα περί τους διακοσίους πεντήκοντα, και μεθ’ ου πολύ περί τους πεντακοσίους δια της εθελουσίας κατατάξεως των πανταχόθεν συρρεόντων φιλοπάτριδων και δια της αξιότητος του Βαλέστα, όν πρώτον διώρισε συνταγματάρχην ο Υψηλάντης». Και ο Νικ. Σπηλιάδης μας πληροφορεί ότι εδώ έρχονταν οι εθελοντές για να καταταγούν στο στρατό και να πολεμήσουν: «Παρατηρούντες δε ότι, όσοι φιλέλληνες και ομογενείς έρχονται από την Ευρώπην και την Τουρκίαν να συναγωνισθώσι καθώς και όσοι από τας νήσους του Αιγαίου και τα’ άλλα μέρη της Ελλάδος, προς την Υψηλάντην απευθύνονται και κατατάσσονται υπό τας σημαίας του, και πολλοί εξ αυτών μεταβαίνουσι κατά προτροπήν του εις Καλάμας, όπου διδάσκονται την παραδεδεγμένην, καθ’ όλην την Ευρώπην, τάξιν του πολεμείν και γυμνάζονται εις αυτήν από τον φιλέλληνα ή μάλλον ειπείν, από τον Ελληνα Βαλέστα». Ο Βαλεστ φθάνοντας στα τέλη Ιουλίου, στρατολόγησε όλους τους μάχιμους άνδρες της περιφέρειας και με πυρήνα λίγους Υδραίους ιερολοχίτες και τους φιλέλληνες που έφερε από την Υδρα, συγκρότησε την πρώτη μονάδα του ελληνικού τακτικού στρατού από 250 άνδρες. Σε αυτή εντάχθηκε και ένα σώμα από εκατό μανιάτες με αρχηγό τον Παναγιώτη Μούρτζινο – Τρουπάκη.
Τα πράγματα δεν ήταν και τόσο «ρόδινα» καθώς οι Ελληνες «άτακτοι» ήταν δύσκολο να αποδεχθούν τους κανόνες του «τακτικού στρατού. Όπως γράφει ο Κυρ. Σιμόπουλος: «Η συνεργασία ήταν δύσκολη, αν όχι αδύνατη, εξ αιτίας της βαθυτάτης διαφοράς αντιλήψεων σχετικά με τη στρατιωτική τεχνική. Ελάχιστοι Ελληνες γνώριζαν την οργάνωση των ευρωπαϊκών στρατών. Το σύνταγμα των Τακτικών που δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του Υψηλάντη κατά τους πρώτους μήνες του ξεσηκωμού στην Καλαμάτα, οι μπαγιονέτες, οι στολές και κυρίως οι παρελάσεις και οι συγχρονισμένες ομαδικές ασκήσεις προκαλούσαν θαυμασμό αλλά και ειρωνικά μειδιάματα». Στην Καλαμάτα, με τους διαθέσιμους άντρες δημιουργήθηκαν 3 λόχοι τους οποίους διοικούσαν οι αξιωματικοί Γκουβερνάτι, Γράμετσι και Σπανιολάκης. Μπορεί να φανταστεί ο καθένας τι γινόταν στην πόλη με εκατοντάδες ξένους που δεν γνώριζαν τη γλώσσα των ντόπιων και το αντίστροφο. Ενώ υπήρχαν και συγκρούσεις, κυρίως ανάμεσα σε Ιταλούς και Γάλλους στρατιώτες.
Ο Κων. Διαμαντής δίνει περισσότερες πληροφορίες για τη «δομή» του πρώτου σώματος τακτικού στρατού: «Οι αξιωματικοί και στρατιώται είχον στολήν ιερολοχίτου, δι’ ό υπό του λαού ωνομάζοντο Μαυροφόροι. Είχον καρτερίαν, ζήλον εις τας ασκήσεις και πειθαρχίαν. Ελάμβανον ως μηνιαιον μισθόν γρόσια ο μεν στρατιώτης 5, ο ανθυπολοχαγός 30, ο υπολοχαγός 50 και ο λοχαγός 50. Αξιωματικοί του Τακτικού ήσαν οι: Γεώργιος Σπανιολάκης, Ιω. Τομπακάκης και άλλοι και οι φιλέλληνες Ιταλοί: Γκουβερνάτης, Γραμέτσης, Ιζολάνης, Κρεμονίτης και Ρώσσης. Το Τακτικόν καθόριζαν οι “Στρατιωτικοί Νόμοι”, τους οποίους είχε εκδώσει εν Ιασίω ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και μετετύπωσεν ο Δημήτριος Υψηλάντης την 30ην Ιουλίου εκ της εθνικής τυπογραφίας». Και ο Χρ. Βυζάντιος μας πληροφορεί πως τρόπος που ντύνονταν οι στρατιώτες προκαλούσε μεγάλη εντύπωση στους καλαματιανούς: «Ο δε Παλέσσας, άμα τη αφίξει, περί τα τέλη Ιουνίους εις Καλάμας, του προειρημένου πλοίου αποβιβάσει των εν αυτώ εις την πόλιν ταύτην, ήρχισε ως παρηγγέλθη υπό του Υψηλάντου να διοργανίζει τακτρικόν σώμα, κατά πάντων εθελοντάς, ενδύων αυτούς με ιματίδιον τζόχινον, παντελόνιον πάνινον και πίλον, εν είδη σκούφιας, μετά εθνοσήμου τριχρόου και οπλίζον με λογχοφόρον τουφέκιον και την αναγκαίαν αποσκευήν, άπαντα εκ μελανού χρώματος»
Οι αντιδράσεις εντείνονταν και ο Νικ. Σπηλιάδης τις παρουσιάζει γλαφυρά καθώς διαδιδόταν ότι ο Υψηλάντης ήθελε να τους βάλει στο «ζυγό» της «τακτικής πολεμικής»: «Οι ολιγαρχικοί διαδίδουσι ότι ο Υψηλάντης θα υποβάλει τους Ελληνας εις τον ζυγόν της τακτικής πολεμικής και εις το ψεύδος τούτο ευρίσκουσι συνηγόρους όλους σχεδόν τους ατάκτως πολεμούντας αρχηγούς των στρατευμάτων, οίτινες φοβούμενοι μη αφαιρεθώσι την δύναμίν των, αν διοργανωθώσι τακτοί ελληνικοί στρατοί, εν ώ αφ’΄ετέρου στοχάζονται ότι ούτε καιρόν έχουσιν, όσου δεν γνωρίζουσι την τακτικήν, να διδαχθώσι αυτοί οι ίδιοι δια να διδάξωσιν εις τους στρατιώτας, ουτ’ αναγκαίαν την νομίζουσιν ότε πολεμούσει προς ατάκτους εχθρούς, ουτ΄εφαντάζοντο ότι ήτο δυνατόν να παρεισάξωσι την τάξιν και την πειθαρχίαν εις την Ελλάδα επί του παρόντος, ούτε θέλουσι να καθυποβάλωσιν εις την αυστηρότητα των στρατιωτικών νόμων εαυτούς τε και τους επαναστάντας δια την ελευθερίαν Ελληνας, οίτνες ήθελον ήδη λογισθεί ως την φρικτοτέραν τυραννίαν το να υπόκεινται εις τοιούτους νόμους, και οι αρχηγοί ούτοι, ηνωμένοι μ’ εκείνους, καθιστώσι το επάγελμα του τακτικού στρατιώτου καταφρονητόν και μισητόν, και συνάμα διεγείρουσι την υπόνοιαν και την δυσπιστίαν των Ελλήνων κατά του αρχιστρατήγου». Και προσπάθησαν να σαμποτάρουν τον τακτικό στρατό όπως γράφει ο Κων Διαμαντής: «Βλέποντες οι πρόκριτοι ότι πάντες οι συρρέοντες εκ της Ευρώπης φιλέλληνες και ομογενείς, ως και οι εκ Τουρκίας, των νήσων του Αιγαίου και αλλαχόθεν έσπευσον ίνα καταταχθώσιν υπό τας σημαίας του Υψηλάντου και δη οι περισσότεροι εις το εν Καλάμαις συγκροτούμενον τακτικόν σώμα, επιχείρησαν αφ΄ενός μεν να αφαιρέσουν τα μέσα προς συντήρησιν τούτου, αφ΄ετέρου δε να διαβάλλουν και δυσφημούν τούτο».
Και ενώ συνέβαιναν όλα αυτά (και πολλά άλλα) ναυτική μοίρα από 15 καράβια, υπό τη διοίκηση του Τούρκου Ναυάρχου Καρλα Αλή, στις 27/28 Αυγούστου 1821 μπαίνει στο Μεσσηνιακό Κόλπο με σκοπό να ανακαταλάβει την Καλαμάτα. Όπως γράφει ο Διον. Κόκκινος: «Ο Καρα Αλής ηθέλησε να κάμη απόβασιν στρατού εις την Καλαμάταν και το επιχείρησε. Το σχέδιον δεν ήτο κακόν. Εσκέφθη ή είχε πληροφορίας ότι εις την πόλιν αυτήν δεν υπήρχεν επαρκής ελληνικός στρατός, διότι αι ένοπλαι δυνάμεις όλων των επαρχιών της Πελοποννήσου απησχολούντο κατά το μεγαλύττερον μέρος των με την πολιορκίαν της Τριπολιτσάς και πολλοί Μεσσήνιοι ευρίσκοντο υπό τα φρούρια Μεθώνης και της Κορώνης και ευρήκεν ότι η απόβασις τουρκικής δυνάμεως εις την Μεσσηνίαν θα είχε τον αντίκτυπον εις την Τριπολιτσάν. Πολλά ελληνικά σώματα θα έσπευδαν ν’ αποκρούσουν τον αποβιβασθέντα εχθρόν και θ’ απεμακρύνοντο εκ του πολιορκουμένου κέντρου και ο τουρκικός στρατός, ο ευρισκόμενος εις τον αποκλεισμένην πόλιν, θα κατόρθωνε δι’ επιθέσεων ν’ αναγκάση τον ελληνικόν που θα είχεν ελαττωθεί να υποχωρήση και η Τριπολιτσά θ΄ανεκουφίζετο και θα κατώρθωνε να κρατηθή έως ότου καταφθάση ο αναμενόμενος Μπεϋράν πασά». Οι ντόπιοι βλέποντας να φτάνει ο τουρκικός στόλος θέλησαν να εκτελέσουν τους 60 Τούρκους κρατούμενους για να μην εξεγερθούν και έχουν πρόβλημα «από τα μέσα» αλλά ο Βαλεστ με σοβαρή προσπάθεια απέτρεψε μια τέτοια κίνηση. Ως έμπειρος αξιωματικός παρέταξε στην ευθεία τους στρατιώτες σε διάταξη μάχης ώστε να φαίνονται πολλαπλάσιοι από τα τουρκικά καράβια που δεν μπορούσαν να υπολογίσουν το… βάθος της παράταξης. Εδωσε εντολή να μετακινούνται διαρκώς. Οι σημαίες κυμάτιζαν, οι λόγχες και τα γιαταγάνια άστραφταν στον ήλιο, τα τύμπανα και οι σάλπιγγες έπαιζαν ασταμάτητα, ενώ ρίχνονταν τουφεκιές. Οι Τούρκοι ξεγελάστηκαν και άλλαξαν σχέδιο. Κινήθηκαν προς τις Κιτριές για να κάνουν απόβαση εκεί, όπου ήταν ελλιμενισμένα δυό Σπετσιώτικα καράβια. Εμπειροι οι Σπετσιώτες, όταν είδαν τον στόλο να κατευθύνεται προς τα εκεί, κατεβασαν τα πυροβόλα των καραβιών, τα ανέβασαν στα βράχια και άρχισαν να ρίχνουν με αποτέλεσμα να μην μπορούν να προσεγγίσουν οι αποβατικές βάρκες. Μετά από αυτό απομακρύνθηκαν οριστικά και κατευθύνθηκαν στη Ζάκυνθο.
Το Σεπτέμβριο διατάχθηκε ο Βαλεστ να μετακινηθεί στα Τρίκορφα όπου ήταν το αρχηγείο του Υψηλάντη μαζί με το σώμα των τακτικών, που εκεί πήραν το βάπτισμα του πυρός κυριολεκτικά. Στη συνέχεια μετακινήθηκε στο Ναύπλιο, όπου ανέλαβε το βάρος την επίθεσης για κατάληψη του φρουρίου όπου ήταν οχυρωμένοι οι Τούρκοι. Το σχέδιο για πολλούς λόγους απέτυχε και το σώμα των τακτικών αποδεκατίστηκε. Το υπόλοιπο σώμα ακολούθησε τον Υψηλάντη στην Ακροκόρινθο και την παράδοση του φρουρίου. Και κάποια στιγμή σε μια κίνηση που έχει πολλές ερμηνείες αλλά χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, ο Βαλέστ στάλθηκε στην Κρήτη ενώ το σώμα του τακτικού στρατού διαλύθηκε αφού δεν υπήρχαν χρήματα για να συνεχιστεί η λειτουργία του. Το τέλος του Βαλεστ ήρθε τον Απρίλιο του 1822, σε μια οργανωμένη επίθεση για την κατάληψη του φρουρίου στο Ρέθυμνο όταν σκοτώθηκε από τα εχθρικά πυρά.
