Το 1779, ο καπουδάν-πασάς Χασάν Τσεζάερλη (Cezayirli Gazi Hasan Paşa), αφού συμμάχησε και με Έλληνες κλέφτες και αρματολούς, καθάρισε τον Μοριά από την αλβανική λαίλαπα. Η σφαγή των Αλβανών και η φρικτή πυραμίδα που στήθηκε με τα κεφάλια τους στην Τριπολιτσά, φάνηκε να φέρνει μια έστω και προσωρινή ηρεμία, στον Μοριά. Τότε έγινε και η αναγνώριση των αρματολών και έτσι έστω και για λίγο ο Μοριάς ησύχασε.
Ο Χατζή Χασάν Τσεζάερλη όμως, τον επόμενο χρόνο επέστρεψε στην Πελοπόννησο για να υποτάξει και τους κλέφτες που πριν ένα χρόνο είχαν συμμαχήσει μαζί του. Τότε με «μπουγιουρντί» που τους είχε στείλει, ο Χασάν τους έλεγε:
«για να ευρή ο ραγιάς το δίκηό του»…
Φυσικά σε λιγότερο από έναν χρόνο, τα μεγάλα λόγια ξεχάστηκαν. Τον διωγμό των κλεφτών ακολούθησε η σύλληψη και δολοφονία του μπέη της Μάνης Γρηγοράκη Καπετανάκη. Η αντίδραση στην επίθεση ήταν άμεση αφού οι διωκόμενοι κλέφτες στασίασαν, κατέλαβαν το κάστρο του Πασαβά και εξόντωσαν 700 τουρκικές οικογένειες. Tότε ακολούθησε μαζική εξόντωση των κλεφτών και μεταξύ αυτών των Κωνσταντή Κολοκοτρώνη και Παναγιώταρου Βενετσανάκη. Διασώθηκε ο δεκάχρονος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
Το 1784 όμως, ακολούθησε νέα επιδρομή Αλβανών στον Μοριά. Τότε ο Αλή-πασάς, που ακόμα ήταν αρχηγός ληστρικών συμμοριών, αφού δεν κατόρθωσε να αποσπάσει από τον Κούρτ-Αχμέτ πασά, την τοποθέτησή του ως δερβέναγα στο Βεράτι, εξώθησε τους Αλβανούς, κυρίως ληστές, που είχε στη διάθεσή του να γίνουν αντάρτες και να πλημμυρίσουν τη Θεσσαλία και την υπόλοιπη Ελλάδα. Ο στόχος του Αλή ήταν απλός. Η Πύλη θα αναγκαζόταν να ζητήσει τη βοήθειά του για την πάταξη της εγκληματικότητας και την καταδίωξη των ληστών και έτσι θα ήταν πιο εύκολο γι’ αυτόν να ισχυροποιήσει τη θέση του στις φιλόδοξες διεκδικήσεις του.
Πράγματι, οι απολυθέντες από τον Αλή εγκληματίες Αλβανοί έπεφταν κατά στίφη στις πόλεις και τα χωριά και λεηλατούσαν, ερήμωναν και κατέκαιαν καθετί στο διάβα τους. Ήταν μια επανάληψη των γεγονότων αμέσως μετά τα Ορλωφικά. Τώρα όμως, αυτή η κάθοδος προκάλεσε την οργή του σουλτάνου που ήθελε ηρεμία στην επικράτεια λόγω και του ρωσο-τουρκικού πολέμου. Έτσι ο σουλτάνος αναγκάστηκε να τους επικηρύξει και να εξαπολύσει γενικό διωγμό εναντίον τους. Τόσο αυστηρός ήταν ο διωγμός τους, που αυτοί κατέφευγαν στα βουνά και έβρισκαν καταφύγιο στους Έλληνες βοσκούς που τους έκρυβαν από την οργή των Τούρκων. Έτσι διαμορφώθηκαν και ιδιαίτερες σχέσεις μεταξύ των Αλβανών και των Ελλήνων που φαίνονται ισχυρές σε πολλές περιπτώσεις του μετέπειτα ξεσηκωμού.
Σ’ αυτόν τον διωγμό των Αλβανών ο βεζίρης* του Μοριά, κυρίως από παρανόηση αλλά και μισαλλοδοξία, έβαλε και τον καπετάν-Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη στην ίδια μοίρα. Ο Ζαχαριάς ήταν μια ιδιαίτερη και αδικημένη από την Ιστορία μεγάλη μορφή της προεπαναστατικής περιόδου. Γεννήθηκε το 1759 και ανδρώθηκε σε μια δύσκολη εποχή σκλαβιάς, γεμάτη φόνους, δηώσεις, κατατρεγμούς και περίεργες συνεργασίες. Σε ηλικία 15 ετών, κατατάχθηκε στο σώμα τον Αρματολών για να εκδικηθεί το φόνο του πατέρα του και του αδελφού του, τον οποίο δολοφόνησαν «σπαχήδες» (Τούρκοι ιππείς). Στα 18 του χρόνια συγκρότησε δικό του «ασκέρι» υψώνοντας δικό του «μπαϊράκι». Στο επάνω μέρος, η σημαία ήταν κόκκινη, στο κάτω μαύρη και στο μέσον άσπρη με έναν σταυρό και τον τίτλο:
«Ή Αίμα Ή Ελευθερία Ή Θάνατος».
Μετά τον πρώτο διωγμό των Αλβανών (στην Αλβανοκρατία) και την αναγνώριση των αρματολών, η φήμη του Ζαχαριά Μπαρμπιτσιώτη απλώθηκε παντού μετά τη μάχη στο Σάλεσι, κοντά στη Μεγαλόπολη, το 1781. Τότε ο Ζαχαριάς έγινε ο αρχηγός της αρματολικής ομοσπονδίας. Οι αρματολοί (τουρκ. martolos, martoloz ή mertiloz) ήταν ένοπλοι, οι οποίοι συγκροτούσαν μισθοφορικά σώματα υπεύθυνα για την ασφάλεια και την έννομη τάξη στις περιοχές ευθύνης τους, τα αρματολίκια. Μετά το 1786 υπαρχηγός της ομοσπονδίας διετέλεσε ο νεαρός τότε, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.
*(Ο βεζίρης ήταν αξίωμα στην Οθωμανική αυτοκρατορία που αφορούσε τους πιο σημαντικούς πασάδες, δηλαδή τους κυβερνήτες επαρχιών με σχετική αυτονομία. Ήταν σημαντικό αξίωμα που εξασφάλιζε τη συμμετοχή στο διβάνι, δηλαδή στο στενό συμβουλευτικό όργανο του σουλτάνου, που βαθμιαία εξελίχθηκε σε υπουργικό συμβούλιο).
Το 1787, στην προσπάθεια για την επικράτηση της αρματολικής ομοσπονδίας, ο Ζαχαριάς μέσω του αφοσιωμένου σ’ αυτόν Αλβανού μπουλούκμπαση Μάνη (αξιωματούχου, ανάλογου του λοχαγού), μάζεψε χίλιους τριακόσιους καταδιωκόμενους Αλβανούς, εξακόσιους ακόμα Μανιάτες και μαζί με τους τετρακόσιους δικούς του έφτιαξαν ένα αξιοπόλεμο σώμα με περισσότερους από δυο χιλιάδες άνδρες. Σε σύσκεψη που είχε γίνει πριν λίγες ημέρες στην Τρίπολη, Ελληνες και Τούρκοι πρόκριτοι, μετά από προτροπή του βεζίρη, είχαν αποφασίσει να τον σκοτώσουν. Γι αυτόν τον σκοπό, έστειλαν δυο δολοφόνους που, για εικοσιπέντε χιλιάδες γρόσια, θα σκότωναν το Ζαχαριά.
Όμως, ένας Τούρκος, ο Μαραμπούτης Χασάν εφέντης, από την Κυπαρισσία, ειδοποίησε τον Ζαχαριά και οι υποκριθέντες τους κλέφτες υποψήφιοι δολοφόνοι, αναγνωρίστηκαν και εκτελέστηκαν με αποκεφαλισμό. Από το Αγριλοβούνι ο Ζαχαριάς, για να ερεθίσει και να εκνευρίσει περισσότερο τον βεζίρη, του έστειλε τα κεφάλια των παρ’ ολίγον δολοφόνων του γράφοντάς του:
«Ψήσ’ τα να τα φας! σου ζητώ πόλεμον εις τα Ημπλάκικα, να πολεμήσουμε παλληκαρίσια και όχι με απιστίες. Αν δεν έλθης σε γράφω έναν Παπάν… σε γράφω Χαχάμην».
Ο βεζίρης εξαγριώθηκε και αφού ζήτησε απ’ όλους τους βοεβόδες να στείλουν βοήθεια, εξεστράτευσε κατά του Ζαχαριά και στρατοπέδευσε στο χάνι της Τσακώνας απέναντι από το Αγριλόβουνο:
«Ο βεζύρης με το κιάλι του τηράει τον πόλεμον π’ αρχίζει. Η Τουρκιά εφώναζε: σεφέρ, σεφέρ, σεφέρ, γκιαούρ γκιελζί. Οι Αρβανίτες εβάρηγαν πιστά τους ανθρώπους του βεζύρη, διότι εκήρυξε το φιρμάνι να σκοτώσουν τους Αρβανίτες και εβάρηγαν στα σωστά, διότι ζωήν δεν είχον. Ο Ζαχαριάς τους έλεγε: Βάρτε τους αλίπδες (έφιππους) και όχι τόσο τους πεζούς. Εις τρεις ημέρας εσκοτώθηκαν άλογα διακόσια και επέκεινα, εξόχως εις τους πεζούς »…
Μεγάλη ήταν η καταστροφή των επιτιθέμενων Τούρκων. Φωνές, αλαλαγμοί χαράς και χοροί στο στρατόπεδο του Ζαχαριά. Ο βεζίρης μετά από σύσκεψη με τους μοραγιάνηδες* αποφάσισε να κάνει γιουρούσι (έφοδο) στην Αλουπότρουπα, το λημέρι του Ζαχαριά στο Αγριλόβουνο.
*[(Ο μοραγιάνης (τουρκικά: mora ayan, «αγιάνης του Μοριά») ήταν ανεπίσημος τίτλος κατά την τουρκοκρατία, που αφορούσε τους πιο εξέχοντες προκρίτους του Μοριά. Οι επαρχιακοί προεστοί της Πελοποννήσου συνέρχονταν δυο φορές το χρόνο στην έδρα του πασά του Μοριά και εξέλεγαν δυο μοραγιάνηδες, που μαζί με δυο αγιάνηδες και τον δραγομάνο (διερμηνέα) του πασά αποτελούσαν το επαρχιακό συμβούλιο (το «Διβάνι του Μορέως»)].
Ομως ο Ζαχαριάς είχε παντού πιστούς και αφοσιωμένους φίλους. Ο πατέρας του Χασάν Φειδά έστειλε έναν πεζό και ειδοποίησε τον Ζαχαριά για το γιουρούσι που ετοίμαζε ο βεζίρης για την Παρασκευή. Ο Ζαχαριάς μαθαίνοντας τον χρόνο της εφόδου έβαλε τους άνδρες του,
«εδυνάμωσε το Αγριλοβούνι, έφερε βαγένια (μεγάλα ξύλινα βαρέλια) από τα χωριά, έβαλε νερά, ψωμιά, μπαρούτες, βόλια, τουφεξήδες, τα πάντα όσα εχρειάζοντο. Εστησε δε και δύο μπαϊράκια και καρτερούσε το βεζύρη».
Τη νύχτα της Πέμπτης έσκαψαν ένα πλατύ χαντάκι μπροστά από τα πρόχειρα ταμπούρια τους και το γέμισαν με σφάλαχτα και κλαριά:
«και καρτερούσαν ώραν την ώραν το γιουρούσι».
Το τι έγινε όταν οι έφιπποι Τούρκοι πρώτα και κατόπιν οι πεζοί έπεσαν στο χαντάκι και άδειασαν πάνω τους τουλάχιστον χίλια εξακόσια τουφέκια, είναι δύσκολο να περιγραφεί. Τρόμος, χαλασμός. Οργισμένος ο βεζίρης ξαναζήτησε βοήθεια απ’ όλα τα βιλαέτια αλλά η απάντηση ήταν αποκαρδιωτική:
«Ντοβλετιλή Μώρα-Βαλεσή, μας γράφεις να έρθουμε μετάτι (βοηθοί). Πώς να ’ρθούμεν; Εις όλα τα βιλαέτια εσήκωσαν άρματα και τούτο αλλαλέμ θα είνε δάκτυλος της Φραγγιάς και έχομε σεφέρι μεγάλο και μιντάτι μην καρτεράς».
Τότε ο βεζίρης, φοβούμενος και τις συνέπειες που θα είχε η αποτυχία του στην Πύλη, συνέχισε χωρίς ελπίδα τον πόλεμο για ακόμα εννέα ημέρες.
Η δράση του καπετάν-Ζαχαριά είχε αγγίξει τα όρια του μύθου. Υπήρξε δάσκαλος του Νικηταρά και εκείνος που ενέπνευσε τον Κολοκοτρώνη. Αλλόκοτα και μεγάλα κατορθώματα, αξιοζήλευτες στρατηγικές και συμφωνίες, έδωσαν την αίγλη του ηγέτη σ’ αυτόν τον αγριωπό Μανιάτη. Η αποδοχή του ήταν τόσο μεγάλη, που όπως φαίνεται και από τις σχέσεις του, τον εμπιστεύονταν ακόμα και Τούρκοι, Έλληνες Μουσουλμάνοι αλλά και Αλβανοί, όσο και οι δικοί του Μανιάτες.
Στις αρχές του 1800 ο Ζαχαριάς έστειλε ένα γράμμα στους «Άρχοντες της Ζακύνθου» στο οποίο μεταξύ των άλλων έγραφε :
«Η Μάνη είναι όλοι Χριστιανοί και καλοί εις τον πόλεμον. Σας παρακαλούμεν γράφτε στην Φραγκιά (στη Γαλλία του Βοναπάρτη) να μας βοηθήσει ένας βασιλιάς και εμείς σε 24 ημέρες τα κάστρα τα παίρνουμε…»
Πράγματι με τη μεσολάβηση των Ζακυνθινών συγκεντρώθηκαν χρήματα και ενισχύθηκε το σώμα του Ζαχαριά. Με εντολή του Ναπολέοντα, ο Γάλλος υπουργός απέστειλε επιστολή στον Ζαχαριά με ένα πλοίο με πυρομαχικά.
Στην επιστολή μεταξύ των άλλων σημείωνε:
«…τελειώνοντας ο πόλεμος της Βιέννας, θέλει κενώσει τα στρατεύματα εις την Πελοπόννησον, δια να γίνει αποθήκη πολέμου. Να είναι όλοι έτοιμοι στ΄ άρματα. Να μοιραστείτε κάστρα και σαν συστηθεί ο σταθμός, τότε να ζητήσετε βοήθεια των Φραντζέζων να ελευθερωθεί η Πατρίς σας…».
Βέβαια, το ότι προδόθηκε το 1805 στο χωριό Τσέρια της Μάνης από τον κουμπάρο του Π. Κουκέα αλλά και τον Αντώνμπεη Γρηγοράκη και τον Παναγιώτη Μούρτζινο, δεν μειώνει σε τίποτα την ευρεία αποδοχή και αναγνώρισή του. Η προδοσία του Ζαχαριά πληρώθηκε με χρυσό. Το κεφάλι του στάλθηκε στην Τριπολιτσά, στον Μόρα Βαλεσή κι αυτός το πλήρωσε πενήντα χιλιάδες γρόσια. Ο λόγος της δολοφονίας είναι ακόμα αδιευκρίνιστος. Κάποιοι ισχυρίζονται ότι δολοφονήθηκε επειδή είχε κλέψει μια κόρη του Μούρτζινου. Άλλοι αντίθετα υποστηρίζουν ότι πίσω από τη δολοφονία υπήρχαν μεγάλα συμφέροντα, αφού ο Ζαχαριάς ασκούσε ιδιαίτερη επιρροή στους Έλληνες. Με τη δολοφονία του, η αρματολική ομοσπονδία του Μοριά αποδυναμώθηκε καίρια.
“Νe geldi, ne gelecek” έλεγαν οι Τούρκοι για τον Ζαχαριά, που σε ελεύθερη μετάφραση θα πει ότι «δεν υπήρξε ούτε θα ξαναυπάρξει άλλος τέτοιος άνδρας».
Η Πύλη, θέλοντας να απαλλαγεί από τις πελοποννησιακές και ρουμελιώτικες δυνάμεις των κλεφτών που είχαν συμμετάσχει στην εκστρατεία των Ρώσων κατά του συμμάχου της, Ναπολέοντα Βοναπάρτη, αποφάσισε την εξόντωση των κλεφτών:
[...] «Η συμμετοχή Ελλήνων εις την κατά Ναπολέοντος εκστρατείαν των Ρώσσων έκρινε και την τύχην του Αρματωλισμού της Πελοποννήσου».[…]
[…] «Αρχομένου λοιπόν του Οκτωβρίου του 1805 απεφασίσθη παρά της Πύλης, εισηγήσει των επιτοπίων αρχών, η καταστροφή του Τζανέτμπεη ως αρχηγού της υπό τους Ρώσσους στρατολογίας των Μανιατών, η δολοφονία του Ζαχαριά ως ηγέτου της Αρματωλικής ομοσπονδίας και η εξόντωσις των Κολοκοτρωναίων ως καταλυόντων εν Αρκαδία πάσαν σκιάν εξουσίας δια των επιδρομών αυτών» […]
Η επανάσταση των Σέρβων του Καραγιώργη (1804) αναζωπύρωσε τις ελπίδες της μοραΐτικης κλεφτουριάς, που άρχισε να χτυπάει καίριους στόχους. Ο κλέφτης Γιώργος από τον Αετό, απήγαγε τον προεστό των Γαργαλιάνων και φοροεισπράκτορα του Πατριαρχείου, πρωτοσύγκελο Χριστιανουπόλεως Άνθιμο Ανδριανόπουλο. Αυτό οδήγησε τον σουλτάνο Σελίμ Γ΄ να αναγκάσει τον Πατριάρχη Καλλίνικο Ε΄ να αφορίσει τους κλέφτες:
[...] Η χαριστική βολή ήρθε λίγο αργότερα. Οι Κολοκοτρωναίοι άρχισαν να επιτίθενται συστηματικά εναντίον των Τούρκων και των προσκυνημένων κοτζαμπάσηδων· αποκορύφωμα των επιθέσεων αυτών ήταν η κακοποίηση και καταλήστευση του πρωτοσύγκελλου Αδριανόπουλου, που περιερχόταν τον Μοριά ως απεσταλμένος του Πατριαρχείου για να συλλέξει τα δικαιώματα της Μεγάλης Εκκλησίας.[...]
[...] Για εκδίκηση ο μόρα βαλεσής Οσμάν Πασάς ζήτησε από τον σουλτάνο Σελίμ να διατάξει τον πατριάρχη Καλλίνικο Ε΄ να αφορίσει τους κλέφτες του Μοριά, πράγμα και το οποίο έγινε (Οκτώβριος 1805). [...]
Ακολούθησε ο απηνής διωγμός αρματολών και κλεφτών που δεν έβρισκαν πουθενά ησυχία. Οι Τούρκοι συνέλαβαν πολλούς Έλληνες με την κατηγορία της υπόθαλψης των Κολοκοτρωναίων και των συντρόφων τους. Έτσι άρχισε μια καταδίωξη, ο κατατρεγμός των κλεφτών. Σχεδόν σε κάθε χωριό στήνονταν ενέδρες για να τους συλλάβουν. Η κίνηση των Τούρκων για την απομόνωση των κλεφτών στον Μοριά, στέφθηκε από επιτυχία. Όσοι γλύτωσαν πέρασαν στα Επτάνησα και κυρίως στη Ζάκυνθο, όπου μπήκαν στον εκεί αγγλικό στρατό:
[...] «μετά τον αφορισμόν ούτε εις τους φίλους των ούτε εις τους συγγενείς των ούτε εις ουδένα εύρισκον άσυλον. Απανταχού της Πελοποννήσου και εις τα όρη, εις τα βουνά, εις τα δάση και εις τους βράχους, καταφοράν, καταδίωξιν απάντων. Οι δε Τούρκοι πάντας αδιακρίτως τους γνωρίμους, φίλους και συγγενείς του Κολοκοτρώνη εφόνευον δια μικράς υποψίας. Αντέσχον δε επί δύο μήνας» [...]
[…] Ο ίδιος ο Θεόδωρος μόλις και μετά βίας μπόρεσε να περάσει μέσω Κυθήρων στη Ζάκυνθο, αφού γλύτωσε παρά τρίχα από τη συνωμοσία που είχαν εξυφάνει οι προεστοί της Μάνης Δουράκης και Αντωνόμπεης. […]
Μεμονωμένοι πυρήνες επαναστατικής δραστηριότητας συνέχισαν να υπάρχουν μόνο στην Δυτική Στερεά με τον Κατσαντώνη, στον Όλυμπο με τον Νικοτσάρα και στη Θεσσαλία με τον κληρικό Ευθύμιο Βλαχάβα.
(Τα κείμενα προέρχονται από τον “Αρματολισμό της Πελοποννήσου” του Τάκη Κανδηλώρου, Αθήνα 1924).
[Στη φωτογραφία: Ο Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης (Σπάρτη)]
