Δευτέρα, 27 Ιουλίου 2026 19:32

Ιστορία της Μεσσηνίας: Η Μάχη του Νιόκαστρου και οι Φιλέλληνες

Γράφτηκε από τον

Ιστορία της Μεσσηνίας: Η Μάχη του Νιόκαστρου και οι Φιλέλληνες

 

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Μετά την κατάληψη του Νιόκαστρου και του Παλιοναβαρίνου, οι ξεσηκωμένοι δεν προχώρησαν για να καταλάβουν τη Μεθώνη και την Κορώνη. Οι αιτίες ήταν πολλές. Η άνιση διανομή της λείας στο Νιόκαστρο ήταν ο κύριος λόγος, αφού όσοι δεν πρόλαβαν να πάρουν μερτικό από τις τουρκικές περιουσίες, δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον για τον σχεδιαζόμενο αμέσως μετά αποκλεισμό της Μεθώνης και της Κορώνης. Ακόμα ένας λόγος ήταν και τα δραματικά γεγονότα, μετά τη συμφωνία για τη λήξη της πολιορκίας, στο καφενείο του λιμανιού του Νιόκαστρου, μεταξύ των καπετάνιων των Ντρέδων. Εκεί, σε μια φιλονικία για το χρυσό σπαθί του Τούρκου μπέη Molla Halil, του Γιαννάκη Μέλιου με τον οπλαρχηγό Παπαναστάση από το Χαλαζόνι, σκοτώθηκε ο αρχηγός των Ντρέδων. Στην καταδίωξη του δράστη χάθηκαν ακόμα δύο οπλαρχηγοί, ο Παναγιώτης Ντούφας και ο δράστης. Οι απώλειες ήταν τεράστιες για τους Ντρέδες που δεν είχαν πια κανένα ενδιαφέρον για τα τεκταινόμενα στη νοτιοδυτική Μεσσηνία.

Η Μεθώνη και η Κορώνη ανεφοδιάστηκαν από τον τουρκικό στόλο του καπουδάν-πασά Καρά Αλή. Στη συνέχεια, οι Τούρκοι της Μεθώνης, με τη βοήθεια του στόλου και τη σύμφωνη γνώμη του Καρά Αλή, αποφάσισαν να ανακαταλάβουν τα δύο κάστρα του Ναυαρίνου. Η επίθεση τους εκδηλώθηκε στο τέλος του χρόνου.

Την ίδια εποχή στην Ευρώπη, από Φιλελληνικά Κομιτάτα είχε αναπτυχθεί φιλελληνικό ρεύμα, κυρίως από απόστρατους των Ναπολεόντειων πολέμων, πιστών στις αρχές της ελευθερίας, που αναζητούσαν όμως και μια νέα στρατιωτική καριέρα. Τα Κομιτάτα της Ελβετίας και της Γερμανίας, χρηματοδοτούσαν αποστολές Φιλελλήνων εθελοντών προς την Πελοπόννησο και την Ύδρα. Οι προκηρύξεις των ξεσηκωμένων φαίνεται ότι έβρισκαν ανταπόκριση, κυρίως στη Γερμανία. Όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στη Μασσαλία. Έλληνες της Διασποράς και ξένοι εθελοντές έβαζαν ως προορισμό τους την προκυμαία του γαλλικού λιμανιού.

Γερμανοί, Σουηδοί, Πολωνοί, Ρώσοι, Αυστριακοί, Ιταλοί, Ελβετοί, Δανοί, Ολλανδοί, Άγγλοι και Ισπανοί έφταναν στη Μασσαλία και με τη βοήθεια των Φιλελληνικών Κομιτάτων περίμεναν να μπαρκάρουν για την επαναστατημένη Ελλάδα. Ανάμεσά τους διακρινόταν και «πολύχρωμοι» στρατιωτικοί, άνεργοι πια, αφού οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι είχαν τελειώσει. Ακόμα και απλοί ιδιώτες κρεμούσαν στο στήθος τους πολεμικούς σταυρούς και παρίσταναν τους απόστρατους αξιωματικούς. Μια πανσπερμία εθελοντών, που φτάνοντας στη Μασσαλία, περίμενε να βρει οργανώσεις που όπως πίστευαν θα τους εφοδίαζαν με χρήματα και θα φρόντιζαν για το ταξίδι τους στην Ελλάδα. Βέβαια, δεν ίσχυε τίποτα από αυτά. Δεν υπήρχε Έλληνας πρόξενος για να τους υποδεχτεί, ούτε βέβαια και τα διακόσια φιορίνια που είχαν ακούσει ότι θα έπαιρνε ο καθένας ως προκαταβολή της συμμετοχής του στον Αγώνα. Οι προσδοκίες και οι διεκδικήσεις απλά προκαλούσαν αντιθέσεις και αντιπαραθέσεις.

Τα Φιλελληνικά Κομιτάτα είχαν ειδικά ναυλωμένα καράβια που από τη Μασσαλία έφταναν στο Ναυαρίνο, την Καλαμάτα, την Αρκαδιά (Κυπαρισσία) και τη Μονεμβασιά. Οι εθελοντές, φτάνοντας στα φτωχά ελληνικά λιμάνια, αναζητούσαν το επιτελείο της «Ελληνικής Στρατιάς». Οι ντόπιοι τους κοίταζαν απορημένοι. Η Ελληνική Στρατιά ήταν το «σύνταγμα» του «Τακτικού» που είχε συγκροτηθεί στην Καλαμάτα από τον Γάλλο αξιωματικό Baleste, μετά από υπόδειξη του Δημήτριου Υψηλάντη. Στους διακόσιους εθελοντές που έφτασαν το καλοκαίρι του 1821 στην Ελλάδα, υπήρχαν πολλοί τυχοδιώκτες, φυγόδικοι, καταδικασμένοι, φυγάδες και εξαθλιωμένοι. Τρεις λόχοι άσχετων, ρακένδυτων προσφύγων, με επικεφαλής πέντε-έξη Ιταλούς αξιωματικούς, ήταν το «σύνταγμα». Σαράντα από αυτούς, ήταν παλιοί Ιταλοί αξιωματικοί που κατατάχτηκαν ως απλοί στρατιώτες στο «σύνταγμα» του Baleste στην Καλαμάτα, ελπίζοντας ότι θα πάρουν τους βαθμούς τους αργότερα, όταν προχωρήσει η στρατολόγηση. Ένα «σύνταγμα» χωρίς στρατώνες, επιμελητεία και φυσικά χωρίς ταμείο. Πολλοί εθελοντές, απογοητευμένοι από τη θλιβερή πραγματικότητα, αποφάσιζαν να επιστρέψουν στις χώρες τους. Κάτι τέτοιο δεν ήταν εύκολο, αφού δεν υπήρχαν καράβια επιστροφής. Ακόμα όμως και όταν υπήρχαν, τα ναύλα ήταν σχεδόν απαγορευτικά. Πολλοί όμως αποφάσιζαν να μείνουν πιστεύοντας ότι θα βρουν την τύχη τους κοντά στον Δημήτριο Υψηλάντη ή τον Μαυροκορδάτο.

Για τον καλύτερο συντονισμό των αποστολών των εθελοντικών ομάδων που ξεκινούσαν από τη Μασσαλία και που στο διάστημα από τον Οκτώβριο του 1821 μέχρι το τέλος του 1822 αφορούσαν εννέα αποστολές, τα Κομιτάτα διόριζαν υπεύθυνο αρχηγό. Σε αυτή τη θέση, τον Ιανουάριο του 1822, επέλεξαν ως επικεφαλής της τέταρτης αποστολής που έφτασε στο Ναυαρίνο, τον Γερμανό υποστράτηγο Κάρολο Νόρμαν (Karl Friedrich Lebrecht von Normann-Ehrenfels).

Ο Κάρολος Νόρμαν γεννήθηκε στις 14 Σεπτεμβρίου 1784 στη Στουτγκάρδη. Ο πατέρας του, κόμης Philipp von Normann, υπηρέτησε το κρατίδιο της Βυρτεμβέργης ως πρωθυπουργός, από το 1806 μέχρι το 1812. Ο Κάρολος Νόρμαν σε ηλικία δεκαπέντε ετών, αποφάσισε να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα και κατατάχθηκε στον αυστριακό στρατό. Μετά από δύο χρόνια, το 1803, μετατάχθηκε στο στρατό της πατρίδας του και όταν η Βυρτεμβέργη συμμάχησε με τον Ναπολέοντα το 1805, άρχισε να συμμετέχει στις εκστρατείες των Γάλλων. Το 1806 πολέμησε στον νικηφόρο για τους Γάλλους πόλεμο στην Πρωσία. Το 1810 προήχθη σε συνταγματάρχη Ιππικού και το 1812 ακολούθησε τον Ναπολέοντα στην εκστρατεία στη Ρωσία. Εκεί όμως τραυματίσθηκε σοβαρά, αλλά επέζησε. Μετά την επιστροφή του πήρε μέρος στην εκστρατεία των Γάλλων στην Πρωσία. Εκεί όμως, την επόμενη χρονιά, τον Οκτώβριο του 1813, ο υποστράτηγος πια Νόρμαν, όπως και πολλοί άλλοι Γερμανοί, άλλαξε στρατόπεδο, εγκατέλειψε τον Ναπολέοντα και τάχθηκε υπέρ της Πρωσίας. Όταν όμως αντιλήφθηκε ότι κινδύνευε να συλληφθεί για προδοσία, διέφυγε στη Βιέννη και ουσιαστικά διέκοψε κάθε σχέση με την στρατιωτική εξέλιξη. Στη Βυρτεμβέργη γύρισε το 1917 και έμεινε απομονωμένος στο Ehrenfels στο Metzingen.

Το 1821, νεαροί Φιλέλληνες και παλιοί στρατιωτικοί τον προσέγγισαν και του ζήτησαν να βοηθήσει την Ελληνική Επανάσταση. Ήταν επώνυμος στρατιωτικός, με αριστοκρατική καταγωγή, παιδεία και βετεράνος πολυάριθμων εκστρατειών. Αν έμπαινε, με ευγενείς προθέσεις, σε μια αποστολή απελευθέρωσης των σκλαβωμένων Ελλήνων, αυτό θα επηρέαζε την κοινή γνώμη. Πίστευε στην ελληνική υπόθεση και ήθελε να αποκαταστήσει το όνομά του. Και αφού τον περιέβαλαν ξανά με εμπιστοσύνη και τιμή, ο Νόρμαν πιστός στην ιδέα της ελευθερίας, δέχθηκε. Εγκαταλείποντας την οικογένειά του πήγε στη Μασσαλία, όπου ορίστηκε από τα φιλελληνικά κομιτάτα αρχηγός των φιλελλήνων εθελοντών της τέταρτης αποστολής.

Μαζί με άλλους σαράντα δύο φιλέλληνες, στις αρχές Ιανουαρίου 1822 επιβιβάστηκαν στη Μασσαλία και ταξίδεψαν για την Ελλάδα. Οι περισσότεροι ήταν παλιοί αξιωματικοί του πυροβολικού. Έφτασαν στο Ναυαρίνο στις 12 Ιανουαρίου. Έφερναν μαζί τους και όπλα και πυρομαχικά, από τα φιλελληνικά κομιτάτα της Γερμανίας και της Ελβετίας που προορίζονταν για τον ελληνικό Αγώνα. Οι Έλληνες τους υποδέχτηκαν με τιμές. Στις 27 Ιανουαρίου 1822,  έγινε δοξολογία στον Ιερό Ναό της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος για την ορκωμοσία των Φιλελλήνων. Εκεί, ο Νόρμαν και οι 42 Φιλέλληνες ορκίστηκαν. Ο υποστράτηγος Κάρολος Νόρμαν στάθηκε μπροστά στην ωραία Πύλη, ενώ πίσω του στέκονταν σε σειρές παράταξης οι  Φιλέλληνες. Μπροστά τους ο Επίσκοπος Μεθώνης Γρηγόριος Παπαθεοδώρου. Ο Νόρμαν έβγαλε το ξίφος του και άρχισε να απαγγέλει τον όρκο του Φιλέλληνα:

«Ορκίζομαι εις το Ιερόν Ευαγγέλιον και εις την στρατιωτικήν τιμήν του ξίφους μου ότι εκ καθαρού φιλελληνικού αισθήματος ελθών ενταύθα, θέλω αγωνισθή μετά των Ελλήνων, χύνων και την τελευταίαν ρανίδαν του αίματός μου υπέρ της απελευθερώσεως της Ελλάδος».

Στο Νιόκαστρο ο Νόρμαν  άρχισε να εκπαιδεύει τους άνδρες του ενώ έβαλε και τεχνίτες να επισκευάσουν τα τείχη του φρουρίου. Όταν διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε νυχτερινή φρουρά στο κάστρο για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης εφόδου των Τούρκων της γειτονικής Μεθώνης, λόγω της απροθυμίας των Ελλήνων στρατιωτών που δεν θεωρούσαν τη νυχτερινή φύλαξη αναγκαία, ανέθεσε τη νυχτερινή φρούρηση στους εθελοντές. Η καθοδήγησή του ήταν καθοριστική για την αντιμετώπιση των Οθωμανών. Λίγες ημέρες μετά την άφιξή τους, 63 καράβια του τουρκικού στόλου του Καρά Αλή ξεπρόβαλαν στο Ναυαρίνο. Την ίδια στιγμή πλησίαζαν από την ξηρά και οι Τούρκοι της Μεθώνης. Επικράτησε πανικός. Οι εθελοντές όμως, με εντολή του Νόρμαν, έκλεισαν τις πύλες του φρουρίου και έριξαν συντονισμένα μερικές κανονιές. Οι Τούρκοι, μπροστά στην άμεση αντίδραση και την ετοιμότητα των φρουρών, απομακρύνθηκαν. Το φρούριο σώθηκε χάρη στην επέμβασή του, αφού χρησιμοποίησε τα λιγοστά πυροβόλα που υπήρχαν και με εύστοχες βολές ανάγκασε τα τουρκικά πλοία να αποχωρήσουν. Έτσι απέτρεψε τη διπλή επίθεση και ξεκίνησε με επιτυχία τη δράση του σε ελληνικό έδαφος. Το Νιόκαστρο δεν έπεσε κι ο Νόρμαν θεωρήθηκε ο σωτήρας του. Απέκρουσε τη διπλή επίθεση και απώθησε τον τουρκικό στόλο στα Ιόνια νησιά. Αν έπεφτε το Νιόκαστρο τότε η δυτική Πελοπόννησος θα κινδύνευε με άμεση ανακατάληψη. Το Νιόκαστρο ήταν κύρια βάση ανεφοδιασμού και άμυνας για τις ελληνικές δυνάμεις.

Μετά τη σωτηρία του Νιόκαστρου, ο Νόρμαν επισκέφθηκε στην Τρίπολη την Πελοποννησιακή Γερουσία. Εκεί έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές. Σε μια επιστολή του, που έγραψε κατά το διάστημα της παραμονής του στην πόλη, εκθέτει τις σκέψεις του για την ελληνική κατάσταση:

…«Ο τρόπος με τον οποίο οι Τούρκοι φέρονταν προηγουμένως στους Έλληνες είναι τόσο εξοργιστικός, που και ο αυστηρότερος άνθρωπος δεν μπορεί να μη συγχωρήσει στους Έλληνες τις ωμότητες που διέπραξαν τις πρώτες ημέρες του αγώνα. Δεν υπάρχει οικογένεια που να μη θέλει να εκδικηθεί για κάποια βαρβαρότητα του παρελθόντος. […]. Κάτι σημαντικό θα συμβεί αυτό το καλοκαίρι, πιστεύω ότι οι Έλληνες πολεμούν πολύ καλά στα βουνά τους και δεν κινδυνεύουν να χάσουν όσα κέρδισαν. Με λίγη πειθαρχία θα σχημάτιζαν το καλύτερο ελαφρύ πεζικό του κόσμου. Είναι δυστυχία που δεν έχουν όπλα»….

Από την Τρίπολη έγραψε και στη γυναίκα του:

«Δεν ξέρω πότε θα επιστρέψω. Ο πόλεμος θα διαρκέσει πολύ καιρό ακόμη. Ελπίζω να μείνω στον Μοριά και αν σταθώ τυχερός όσο στο Ναβαρίνο, θα μπορέσω να σου προσφέρω μια ευχάριστη διαμονή σ’ αυτόν τον όμορφο τόπο».

Εν τω μεταξύ ο Μαυροκορδάτος, πρόεδρος της ελληνικής κυβέρνησης (Εκτελεστικού) από τον Ιανουάριο 1822, σχεδίαζε την εκστρατεία στην  Ήπειρο, με στόχο την κατάληψη της Άρτας και την ανακούφιση των Σουλιωτών. Οραματιζόταν ένα νεοελληνικό κράτος δυτικοευρωπαϊκού προσανατολισμού, και επιθυμούσε να αποδείξει τη χρησιμότητα των Φιλελλήνων και την αναγκαιότητα του τακτικού στρατού. Η παρουσία του Στρατηγού Νόρμαν αποτελούσε μία ευκαιρία για την οργάνωση μίας σημαντικής εκστρατείας στην Ήπειρο. Ο Γερμανός στρατηγός έγινε ο επικεφαλής του επιτελείου του Μαυροκορδάτου στην εκστρατεία. Με τις οδηγίες του σχηματίστηκε στην Κόρινθο, τακτικός στρατός με τρία τάγματα και δύναμη πεντακοσίων είκοσι ανδρών. Ήταν η δεύτερη προσπάθεια δημιουργίας τακτικού στρατού μετά από αυτήν του Baleste στην Καλαμάτα τον Ιούνιο του 1821.

Ο Γάλλος συνταγματάρχης Joseph Baleste, γνωστός ως Μπαλέστρας ή Βαλέστρας, ήταν Φιλέλληνας αξιωματικός, κορσικανικής καταγωγής. Έφτασε στην Ελλάδα στις 7 Ιουνίου 1821 από την Τεργέστη μαζί με τον Δημήτριο Υψηλάντη και με υπόδειξή του, οργάνωσε το πρώτο μικρό Σώμα «Τακτικού» στρατού. Ο Baleste με γράμμα του προς τον γραμματέα του Γαλλικού προξενείου της Τεργέστης από την Καλαμάτα στις 21 Ιουλίου 1821 έγραφε:

«Οι Τούρκοι δεν είναι τίποτα. Κλεισμένοι μέσα στα φρούριά τους, δεν τολμούν να ξεμυτίσουν. Εάν είχα μόνο δύο τάγματα από το παλιό μου σύνταγμα, η Τριπολιτσά θα έπεφτε σε μισή μέρα. Αλλά τι μπορεί κανείς να περιμένει από απειθάρχητα μπουλούκια... Ο πρίγκιψ Υψηλάντης μου έδωκε την εντολή να παρατήσω το στρατόπεδο (της Τρίπολης) και να έρθω εδώ (στην Καλαμάτα) για να οργανώσω ένα σύνταγμα από όλους τους ξένους που πλεονάζουν στον Μοριά».

Στο Σώμα αυτό εντάχθηκαν Έλληνες και Φιλέλληνες εθελοντές. Ο Baleste τους έντυσε ομοιόμορφα με μαύρες στολές. Γι’ αυτό ονομάσθηκαν Μαυροφόροι.

Με αυτό το Σώμα ο Baleste κατόρθωσε να αποκρούσει τουρκική απόβαση στις ακτές της Μεσσηνίας. Συγκεκριμένα, τον Αύγουστο του 1821 ο τουρκικός στόλος εμφανίστηκε μπροστά στην Καλαμάτα με σκοπό να πραγματοποιήσει απόβαση εκεί. Ο Baleste συγκέντρωσε τη μικρή δύναμη του «Τακτικού» του, περίπου τριακόσια άτομα, και την παρέταξε στην παραλία. Οι Τούρκοι, βλέποντας την σχετικά οργανωμένη και οπλισμένη στρατιωτική δύναμη, αποχώρησαν για την Πάτρα, πιστεύοντας ότι στην Καλαμάτα τους περίμεναν ισχυρές και οργανωμένες δυνάμεις.

Στις 20 Μαρτίου 1822 ο Baleste κατέβηκε στην Κρήτη. Στις 8 Απριλίου, στη μάχη έξω από το Ρέθυμνο οι Έλληνες, με αρχηγούς τον Baleste, τον Βουρδούμπα και τον Δεληγιαννάκη, νίκησαν. Σε λίγες ημέρες, στις 14 Απριλίου, σε δεύτερη αναμέτρηση, αφού επικράτησαν οι Τούρκοι, αιχμαλώτισαν τον Baleste και τον σκότωσαν. Το κεφάλι και το δεξί χέρι του στάλθηκαν ως δώρα στον καπουδάν-πασά Καρά Αλή.

Ο Νασουχζαντέ Καρά Αλή πασάς (Nasuhzade Ali Paşa) ήταν Οθωμανός ναύαρχος που κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης ήταν ο διοικητής του οθωμανικού στόλου. Έμεινε γνωστός ως ο υπεύθυνος για τη Σφαγή της Χίου. Στις 30 Μαρτίου 1822 οι Τούρκοι αποβιβάστηκαν στο νησί και ανεμπόδιστοι προχώρησαν σε λεηλασίες και σφαγές αμάχων. Χιλιάδες κάτοικοι του νησιού σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα ενώ μεγάλο μέρος του πληθυσμού διέφυγε προς τα Ψαρά, τις Κυκλάδες και την Πελοπόννησο. Ο αντίκτυπος από τη Σφαγή της Χίου ήταν μεγάλος στη διεθνή κοινή γνώμη. Ο τουρκικός στόλος παρέμεινε στο λιμάνι της Χίου μέχρι τον Ιούνιο του 1822. Τότε, τη νύχτα της 6ης προς την 7η Ιουνίου, ο Κωνσταντίνος Κανάρης με τα πυρπολικά του, ανατίναξε την τουρκική ναυαρχίδα. Ο Καρά Αλή βρήκε τον θάνατο. Πάνω στα κατάρτια της ναυαρχίδας ήταν κρεμασμένα κορμιά Ελλήνων καθώς και το κεφάλι και το δεξί χέρι του Baleste. Η ψυχή του Γάλλου φιλέλληνα αγαλλίασε στους ουρανούς. Ο τουρκικός στόλος γύρισε πίσω στον Ελλήσποντο.

[Φωτογραφία: Karl Friedrich Lebrecht von Normann-Ehrenfels (Συλλογή ΕΕΦ)]