Κυριακή, 09 Αυγούστου 2026 19:48

Κύπρος 7 Αυγούστου 1975

Γράφτηκε από τον

Κύπρος 7 Αυγούστου 1975

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Ο «Αττίλας», η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ξεκίνησε την αυγή της 20ης Ιουλίου 1974, με αποβατικές και αεροπορικές επιχειρήσεις στη βόρεια ακτή του νησιού. Τα τουρκικά σκάφη αποβίβασαν στρατό ανενόχλητα στο «Πέντε Μίλι», οκτώ χιλιόμετρα δυτικά της Κερύνειας, λίγο μετά τις 5 το πρωί της 20ης Ιουλίου με την κάλυψη τουρκικών αεροπλάνων που επιτίθονταν, κατά κύματα κατά της Κερύνειας και της Λευκωσίας. Άλλα αεροσκάφη και ελικόπτερα «έριχναν» αλεξιπτωτιστές σε επίκαιρα σημεία. Οι Ελληνοκύπριοι κάτοικοι βρέθηκαν στο έλεος των εισβολέων. Άοπλοι πολίτες δολοφονήθηκαν, γυναίκες βιάστηκαν και αιχμάλωτοι στρατιώτες εκτελέστηκαν. Η ελληνική πλευρά, ανεξήγητα, αντέδρασε αργοπορημένα, αν και ήταν ενήμερη για τις κινήσεις των Τούρκων. Έτσι οι εισβολείς παγίωσαν τις θέσεις τους και δημιούργησαν προγεφύρωμα από το «Πέντε Μίλι» της Κερύνειας προς τον Άγιο Ιλαρίωνα. Στόχος τους ήταν να το φτάσουν μέχρι τον τουρκοκυπριακό θύλακο της Λευκωσίας.
 
Τελικά η προδοτική στάση της Αθήνας συνεχίστηκε και μετά την κατάρρευση του χουντικού καθεστώτος στις 24 Ιουλίου. Στις 14 Αυγούστου κι ενώ οι συνομιλίες της Γενεύης κατέρρευσαν, ήρθε κι ο δεύτερος «Αττίλας». Μετά και από αυτή τη δεύτερη τριήμερη επιχείρηση, μέχρι τις 16 Αυγούστου, η Τουρκία κατέλαβε το 36,2% του νησιού και εκτόπισε 120 χιλιάδες Ελληνοκύπριους. Στα κατεχόμενα παρέμειναν εγκλωβισμένοι άλλες είκοσι χιλιάδες ενώ συνολικά στην εισβολή σκοτώθηκαν περίπου τρεις χιλιάδες Ελληνοκύπριοι.  
 
Μετά την εισβολή και την απώθηση των ελληνοκυπριακών δυνάμεων από την Κερύνεια και το Ριζοκάρπασο, οι Τούρκοι αιχμαλώτισαν όσους έμειναν πίσω και τους οδήγησαν σε κέντρο κράτησης αιχμαλώτων. Μέχρι το τέλος Αυγούστου 1974, όλη η Καρπασία πέρασε στον έλεγχο των Τούρκων. Στα βουνά, στην περιοχή της Καντάρας και στον Πενταδάκτυλο, είχαν αποκοπεί από τις μονάδες τους μικρές ομάδες στρατιωτών, που περιπλανώμενοι κρυφά, προσπαθούσαν είτε να αποδράσουν στις ελεύθερες περιοχές, είτε να παραδοθούν στους Τούρκους, ελπίζοντας στην κατάπαυση των εχθροπραξιών. Στην περιοχή της Καρπασίας περιπλανιόταν κι ο Έλληνας καταδρομέας Στέλιος Γρηγοράκης από την Κρήτη. Καταγόταν από τα Χανιά και τη δεκαετία του 1960 βρέθηκε στην Κύπρο υπηρετώντας στην ΕΛΔΥΚ. Μετά την απόλυσή του έμεινε μόνιμα στην Κύπρο, και παντρεύτηκε την Κατερίνα στην Αγία Τριάδα της Γιαλούσας, δυτικά του Ριζοκάρπασου.
 
Φοβόταν να παραδοθεί επειδή είχε ελληνική καταγωγή. Οι Τούρκοι θα τον θεωρούσαν Έλληνα αξιωματικό και θα τον εκτελούσαν με συνοπτικές διαδικασίες. Τα βράδια κατέβαινε στην Αγία Τριάδα, έπαιρνε εφόδια και ξανανέβαινε στο βουνό. Σε μια από τις νυχτερινές καθόδους του στο χωριό, ο κοινοτάρχης τον έπεισε να παραδοθεί.
 
Τελικά, στις 4 Σεπτεμβρίου, ο Γρηγοράκης παραδόθηκε στους Τούρκους. Τον συνέλαβαν και μαζί με άλλους δεκαπέντε «αποκομμένους» στρατιώτες, τον μετέφεραν στους Ακράδες, στο στρατόπεδο της Εθνικής φρουράς, που είχε πέσει στα χέρια των Τούρκων. Ακολούθησαν ανακρίσεις και βασανιστήρια για πολλές ημέρες.
 
Οι ανακρίσεις ήταν σκληρές και η απειλή μόνιμη:
 
«Λίγες ώρες σου έμειναν παλιοκαλαμαρά. Μετά θα σε σουβλίσουμε. Ούτε σφαίρα δεν θα σπαταλήσουμε για σένα».
   
Τον κρατούσαν σε μια παράγκα. Ο Γρηγοράκης ένιωθε σαν αγρίμι, κλεισμένο σε κλουβί. Ήθελε να φύγει, να γλυτώσει από τους Τούρκους. Έψαχνε τρόπο διαφυγής. Τελικά, κατάφερε ν’ ανοίξει μια τρύπα στην οροφή της παράγκας κι από εκεί, να διαφύγει στο γειτονικό δάσος. Οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν την απόδραση πολύ αργά. Αναζητούσαν τον "Καλαμαρά" παντού, αλλά αυτός είχε πια εξαφανιστεί. Ήταν αρχές Νοέμβρη 1974.
 
Ο Γρηγοράκης, μετά από πολλές ώρες περιπλάνησης, κατευθύνθηκε δυτικά κι έφτασε στο Λεονάρισσο. Λίγο αργότερα, ξεθάρρεψε και κατέβηκε στην Κώμα του Γιαλού όπου συνάντησε γνωστούς του. Αυτοί του υπέδειξαν ένα σπήλαιο, φυσικό κρησφύγετο πάνω από το χωριό. Εκεί στη δίχωρη σπηλιά, τακτοποιήθηκε και κρύφτηκε. Ένας Ελληνοκύπριος βοσκός, ο Βασίλης Λοΐζου από το Λεονάρισσο, ανέλαβε την τροφοδοσία αλλά και την ενημέρωσή του.
 
Ο Γρηγοράκης περίμενε… Αργότερα διηγείται:
 
«Ουδέποτε έβγαινα από την σπηλιά, παρά μόνο τη νύκτα και όταν χρειαζόταν. Δηλαδή κάθε 15 με 20 ημέρες, για να πάω στο χωριό να κλέψω φαγητά και να πάρω νερό από την βρύση της εκκλησίας. Τα παπούτσια μου έλιωσαν πριν λίγους μήνες και φορούσα στα πόδια μου δύο σακούλες για να μην κάνω θόρυβο. Τα ρούχα μου είναι αυτά που φορούσα όταν με συνέλαβαν. Όταν δεν μπορούσα να πάω στο χωριό επειδή είχε στρατό, το φαγητό μου ήταν χαρούπια και ακόμη ρίζες των δένδρων».
 
Κάποια στιγμή όμως ο Λοΐζου τον πληροφόρησε ότι οι Τούρκοι θα τον εκτοπίζουν στις ελληνοκυπριακές περιοχές. Είχαν βαλθεί ν’ αδειάσουν τα χωριά και να εγκαταστήσουν εκεί εποίκους. Ο Γρηγοράκης ένιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Δεν απελπίστηκε όμως. Περίμενε καρτερικά τη σωτηρία του. Ο Βασίλης Λοΐζου φτάνοντας στην ελεύθερη Κύπρο, βρήκε τον υπεύθυνο της Υπηρεσίας Ανθρωπιστικών Θεμάτων, Ανδρέα Ματσουκάρη, στον οποίο εξήγησε την κατάσταση και με ένα σχεδιάγραμμα της περιοχής υπέδειξε τη θέση του εγκλωβισμένου Γρηγοράκη. Ο Ματσουκάρης ειδοποίησε τον Γλαύκο Κληρίδη, ο οποίος με τη σειρά του, στο πλαίσιο των συνομιλιών Κληρίδη- Ντενκτάς, στον ΟΗΕ, ενημέρωσε τον Τουρκοκύπριο Ντενκτάς για έναν Ελληνα εγκλωβισμένο στα βουνά, χωρίς να του αναφέρει λεπτομέρειες.
 
Στις 7 Αυγούστου του 1975, ο Γλαύκος Κληρίδης, ο Ραούφ Ντενκτάς, ο Ανδρέας Ματσουκάρης και ο προϊστάμενος του Ερυθρού Σταυρού έφτασαν με ένα αυτοκίνητο στη σπηλιά. ο Γρηγοράκης άκουσε κάποιον να του φωνάζει:
 
- Στέλιο, Στέλιο βγες έξω. Είμαι με τον κύριο Κληρίδη και ήλθαμε να σε ελευθερώσουμε.
 
Ο Γρηγοράκης δίσταζε:
 
Μετακινώντας τα ξερά κλαδιά στην είσοδο της σπηλιάς, είδε τον Ανδρέα Ματσουκάρη μαζί με τον εκπρόσωπο του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού. Επιτέλους είχε γλυτώσει.
 
Στις 12 Ιανουαρίου 2020, σε ηλικία 75 ετών, ο πολεμιστής του 1974, Έλληνας Καταδρομέας Στυλιανός Γρηγοράκης, έφυγε από τη ζωή. 

(Στη φωτογραφία ο Στέλιος Γρηγοράκης)