Η επιτυχία της Ελληνικής Επανάστασης, που τον πρώτο χρόνο κορυφώθηκε με την άλωση της Τριπολιτσάς, θα πρέπει να πιστωθεί και στις διπλωματικές κινήσεις του Καποδίστρια στα ενδότερα της ρωσικής κυβέρνησης, που ενισχύθηκαν μετά την άγρια εκτέλεση του πατριάρχη Γρηγορίου Ε´ στην Κωνσταντινούπολη.
Αν και η άλωση της πρωτεύουσας των Τούρκων στον Μοριά έγινε στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, η Γερουσία συνέχισε τις εργασίες της. Ο Δημήτριος Υψηλάντης ήταν τυπικά πρόεδρός της χωρίς να καταφέρει όμως ποτέ να καταργήσει τα προνόμια των προεστών. Μετά την Α΄ Εθνοσυνέλευση, όταν στις 27 Δεκεμβρίου εγκρίθηκε και ο «Οργανισμός» της, η Πελοποννησιακή Γερουσία συνεδρίαζε στην Επίδαυρο. Στη συνέχεια η έδρα της μεταφέρθηκε στην Κόρινθο, ενώ τον Φεβρουάριο του 1822 εγκαταστάθηκε στην Τριπολιτσά. Τότε, ο Υψηλάντης αντικαταστάθηκε από τον επίσκοπο Βρεσθένης Θεοδώρητο με αντιπρόεδρο τον Ασημάκη Φωτήλα. Η Πελοποννησιακή Γερουσία συνέχισε τις εργασίες της μέχρι τις 30 Μαρτίου 1823 όταν στην Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους, καταργήθηκαν οριστικά οι τοπικοί οργανισμοί.
Μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, η Επανάσταση είχε καταλάβει σχεδόν όλο τον Μοριά. Οι Τούρκοι κατείχαν ακόμη τα κάστρα της Μεθώνης και της Κορώνης, της Πάτρας, του Ρίου και του Ναυπλίου. Το κύρος του Δημητρίου Υψηλάντη είχε όμως καταρρακωθεί και αφού οι αντιπολιτευτικές διαθέσεις των Μαυροκορδάτου και Νέγρη κλιμακώνονταν, ο Υψηλάντης έπρεπε να αντιδράσει. Μετά από πολλές συσκέψεις με τον Βάμβα, τον Αναγνωστόπουλο, τον Παπαφλέσσα και άλλους Φιλικούς αποφάσισε με μια εξαιρετικά αιχμηρή εγκύκλιο που έστειλε σε όλες τις επαρχίες στις 6 Οκτωβρίου 1821, να καλέσει τους αντιπροσώπους τους σε Εθνοσυνέλευση για να συζητηθούν όλα τα κατά τόπους προβλήματα, να πάρουν αποφάσεις και να ψηφίσουν το πολίτευμα. Οι Έλληνες από όχλος επαναστατών έπρεπε να γίνουν έθνος. Το πρόβλημα ήταν όμως ότι είχαν χάσει την εμπιστοσύνη τους στους Φιλικούς.
Ένα σοβαρό θέμα της διοργάνωσης της Α΄ Εθνοσυνέλευσης ήταν η έδρα της. Φυσιολογικά η εθνοσυνέλευση θα έπρεπε να γίνει στην Τριπολιτσά. Η πανώλη που είχε απλωθεί όμως στην πόλη απέτρεψε οποιαδήποτε τέτοια σκέψη. Η έδρα της συνέλευσης μεταφέρθηκε στην Αργολίδα, στη σημερινή περιοχή της Νέας Επιδαύρου .
Και αφού από την Α΄ Εθνοσυνέλευση προέκυψε κυβέρνηση, αυτή θα έπρεπε να καλύψει τις άμεσες ανάγκες του αγώνα. Έτσι αποφάσισε να συναφθούν δυο εσωτερικά δάνεια, το ένα για 5.000.000 τουρκικά πιάστρα, και το δεύτερο για 2.000.000 πιάστρα. Κανείς όμως δεν έδειχνε πρόθυμος να συνεισφέρει και έτσι με διάταγμα της 4ης Μαρτίου 1822, κηρύχθηκε αναγκαστικό το δάνειο των 5.000.000 τουρκικών πιάστρων και υποχρεώθηκαν να συμβάλουν σε αυτό οι «έχοντες», δηλαδή ο κλήρος, οι έμποροι, οι ιδιοκτήτες ακινήτων και γενικά όλοι οι πλούσιοι. Αλλά και το αναγκαστικό αυτό δάνειο δεν επαρκούσε για να καλυφθούν οι άμεσες ανάγκες. Έτσι, στις 9 Μαρτίου 1822 και αφού η όλη κατάσταση για την εξέλιξη του αγώνα διαφαινόταν ζοφερή, αποφασίστηκε να γίνει προσπάθεια ώστε συναφθεί ένα εξωτερικό δάνειο από 1.000.000 ισπανικά τάληρα.
Μετά το τέλος του 1821 και τη λήξη της Α΄ εθνοσυνέλευσης, ενώ τα πράγματα στη στεριά πήγαιναν σχετικά καλά, ένα τμήμα του τουρκικού στόλου αφού ανεφοδίασε τα κάστρα της Μεθώνης και της Πάτρας, τον Φεβρουάριο του 1822 δέχθηκε επίθεση στον Πατραϊκό κόλπο και απωθήθηκε στη Ζάκυνθο. Το ίδιο συνέβει και στον όρμο του Ναυαρίνου όπου οι Έλληνες, με τη βοήθεια του Γερμανού φιλέλληνα υποστράτηγου Κάρολου Νόρμαν (Karl Friedrich Lebrecht von Normann-Ehrenfels), κατάφεραν να κρατήσουν το Νιόκαστρο και το Παλιοναυαρίνο, τα «κλειδιά» του όρμου του Ναυαρίνου.
Τότε ένα άλλο τμήμα του τουρκικού στόλου με επικεφαλής τον καπουδάν-πασά Καρά-Αλή ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη και βγήκε στο Αιγαίο. Γι’ αυτό βέβαια φρόντισαν και οι Άγγλοι, που σε μια επίδειξη διπρόσωπης πολιτικής, επιβεβαίωσαν τις ειδήσεις που έφταναν από την Ύδρα και τη Σάμο και προειδοποίησαν τους Τούρκους για τις προπαρασκευές που γίνονταν εκεί για την επίθεση στη Χίο.
Πράγματι, στις 11 Μαρτίου 1822, μετά από την παρακίνηση του Αντωνίου Μπουρνιά και την απόβαση σώματος Σαμιωτών του Λυκούργου Λογοθέτη, ξεσηκώθηκε η Χίος. Οι Τούρκοι κάτοικοι του νησιού είχαν κλειστεί στο κάστρο. Σύμφωνα με τον Τούρκο ιστορικό Δζεβδέτ πασά, ο πρόξενος της Γαλλίας στη Χίο ή ο αντικαταστάτης του, έδωσε πληροφορίες στους κλεισμένους στο κάστρο Τούρκους, για την ελληνική ναυτική δύναμη, την προέλευσή της, τις θέσεις της ανάπτυξης των ανδρών καθώς και τον αριθμό των πυροβόλων της. Επίσης πρόσθεσε ότι λόγω των φιλικών σχέσεων μεταξύ Τουρκίας και Γαλλίας, η κυβέρνησή του αποφάσισε να δηλώσει ότι, όταν θελήσει ο Τούρκος διοικητής Βεχίτ πασάς, το ευρισκόμενο στην παραλία γαλλικό πλοίο είναι έτοιμο να μεταφέρει όποιον αυτός κρίνει στην απέναντι μικρασιατική ακτή και επίσης ότι, αν υπάρχει έλλειψη πυρομαχικών, είναι έτοιμος να την συμπληρώσει….
Τελικά ο ξεσηκωμός στη Χίο, δεν είχε αίσιο τέλος αφού αφ’ ενός δεν υπήρξε έγκαιρη υλική βοήθεια με όπλα και πυρομαχικά από την «Προσωρινή Διοίκηση» και αφ’ ετέρου λόγω των αντιζηλιών μεταξύ των επικεφαλής Μπουρνιά και Λογοθέτη. Επίσης σημαντική συμβολή στην αποτυχία είχε και η απροθυμία των προυχόντων του νησιού να συνδράμουν στον Αγώνα. Ο ξεσηκωμός της Χίου προκάλεσε την οργή του σουλτάνου. Έτσι, στις 30 Μαρτίου 1822 ο οθωμανικός στόλος έφθασε στη Χίο, αποβίβασε επτά χιλιάδες στρατιώτες και άρχισε η σφαγή. Γράφει γι’ αυτήν ο Victor Hugo:
Les Turcs ont passé là. Tout est ruine et deuil. Chio, l'île des vins, n'est plus qu'un sombre écueil… […] Ami, dit l'enfant grec, dit l'enfant aux yeux bleus, Je veux de la poudre et des balles…
(Οι Τούρκοι πέρασαν από εκεί. Όλα είναι ερείπια και πένθος. Η Χίος, το νησί των κρασιών, δεν είναι παρά μια σκοτεινή ξέρα…. […] Φίλε, είπε το ελληνόπουλο, είπε το παιδί με τα μπλε μάτια, θέλω πυρίτιδα και σφαίρες…)
Victor Hugo, Les Orientales (συλλογή ποιημάτων, 1829)
Στις 9 Ιουνίου 1822, μετά από πολύμηνη πολιορκία, «έπεσε» στα χέρια των Ελλήνων και η Αθήνα, κυρίως λόγω της παντελούς έλλειψης νερού. Τη διοίκηση της απελευθερωμένης Αθήνας ανέλαβε ο Οδυσσέας Ανδρούτσος επικεφαλής του δικού του εκστρατευτικού σώματος. Όμως αμέσως μετά, τον Ιούλιο, η εισβολή στην Πελοπόννησο των τουρκικών στρατευμάτων με τριάντα χιλιάδες στρατιώτες υπό τον Δράμαλη ανέτρεψε το κλίμα. Κύριος στόχος ήταν η επανάκτηση των κάστρων του Ακροκορίνθου και του Ναυπλίου καθώς και η ανακατάληψη της Τριπολιτσάς. Αν γινόταν κάτι τέτοιο η ελληνική εξέγερση θα καταπνιγόταν.
Οι Τούρκοι ξαναπήραν, χωρίς ουσιώδη αντίσταση, τον Ακροκόρινθο και στις 12 Ιουλίου απλώθηκαν στην πεδιάδα του Άργους. Όμως οι στρατηγικές κινήσεις του Κολοκοτρώνη, που είχε ετοιμάσει συνθήκες «καμένης γης» για τον ανεφοδιασμό των τουρκικών στρατευμάτων, αλλά και οι αρρώστιες ανέτρεψαν και πάλι την κατάσταση. Στα στενά των Δερβενακίων η πολυάριθμη τουρκική στρατιά κατατροπώθηκε.
Η μάχη δόθηκε σταδιακά από τις 26 μέχρι τις 28 Ιουλίου σε δυο από τα τέσσερα στενά ορεινά περάσματα (δερβενάκια) μεταξύ της Κορίνθου και της πεδιάδας του Άργους.
Στη θάλασσα και πάλι, ένα τμήμα του τουρκικού στόλου προσπάθησε, αποπλέοντας από την Πάτρα στις 22 Αυγούστου 1822, να ανεφοδιάσει το Ναύπλιο που το πολιορκούσαν στενά οι Έλληνες αλλά και να κάνει απόβαση στις Σπέτσες. Οι Έλληνες, μετά τη συντριβή του Δράμαλη, είχαν συστήσει στρατόπεδο 3.000 στρατιωτών στους Μύλους και υποστήριζαν σθεναρά την πολιορκία του Ναυπλίου. Όμως ο τουρκικός στόλος φθάνοντας στον Αργολικό κόλπο, βρήκε μπροστά του στα ανοιχτά των Σπετσών, τον στόλο της Ύδρας και των Σπετσών. Μετά από σύντομη καταναυμάχηση οι Τούρκοι υποχώρησαν στην Τένεδο. Αλλά και εκεί τη νύχτα της 28ης Οκτωβρίου 1822 τους βρήκε ο Κανάρης και πυρπόλησε την υποναυαρχίδα του τουρκικού στόλου, αναγκάζοντάς τον να υποχωρήσει στα Στενά των Δαρδανελίων.
Με το τέλος του 1822, τη νύχτα της 29ης προς την 30η Νοεμβρίου, έπεσε το Παλαμήδι στα χέρια των πολιορκητικών ομάδων του Στάικου Σταϊκόπουλου. Την επόμενη ημέρα οι Έλληνες έστρεψαν τα κανόνια του φρουρίου προς το Ναύπλιο και ανάγκασαν τους αποδυναμωμένους Τούρκους του Ναυπλίου να παραδοθούν και να παραδώσουν και την πόλη που όμως υπέφερε από επιδημία τύφου. Ακολούθησε άτακτη λαφυραγώγηση της πόλης, η οποία διέσπειρε όμως τον τύφο στην γύρω περιοχή και στα χωριά, αφού τα λάφυρα (κυρίως ρούχα) μετέδιδαν τον τύφο στους ανυποψίαστους νέους χρήστες τους. Οι απώλειες από αυτή την επιδημία υπολογίζονται πολύ μεγαλύτερες από αυτές του μέχρι τότε πολέμου. Μετά από δεκαπέντε ημέρες οι Έλληνες, τηρώντας τις συνθήκες, έστειλαν με πλοία τους Τούρκους στη Σμύρνη και σε άλλα μέρη της Ανατολής, πληρώνοντας τα ναύλα τους από τα λάφυρα.
Μετά την πτώση του Ναυπλίου και μετά από πληροφορίες για ενδεχόμενη νέα τουρκική εισβολή στην Πελοπόννησο, το «Εκτελεστικόν» από την Ερμιόνη, εξέδωσε προκήρυξη στις 29 Δεκεμβρίου 1822, με την οποία προσπαθεί να συγκινήσει τους Έλληνες για να αμυνθούν και να συνεισφέρουν χρήματα για τον στόλο. Η προκήρυξη δεν είχε κάποιο αποτέλεσμα. Η ανώμαλη κατάσταση που επικρατούσε στις σχέσεις των επαναστατημένων είχε δημιουργήσει μεγάλες έριδες και αντιπαραθέσεις μεταξύ προυχόντων και στρατιωτικών, Μωραϊτών και Ρουμελιωτών, κυβερνητικών και απλού λαού. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία τριών κομμάτων. Του «Στρατιωτικού» που ακολουθούσε τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, του «Κόμματος των Κοτζαμπάσηδων» και αυτού των «μεγάλων Καραβοκύρηδων» που εκπροσωπούσαν οι αδελφοί Κουντουριώτη (κυρίως ο Λάζαρος και ο Γεώργιος) και ο Μαυροκορδάτος. Φυσικά το κάθε κόμμα υποστήριζε τα συμφέροντα αυτών που εκπροσωπούσε.
Οι κοτζαμπάσηδες συνήθως κρατούσαν εχθρική στάση απέναντι στην κυβέρνηση θέλοντας να κρατήσουν οι ίδιοι τα τουρκικά τσιφλίκια κάτι που ανάγκασε την κυβέρνηση να ψηφίσει, στις 26 Απριλίου 1822, νόμο που θέσπισε ότι τα τουρκικά κτήματα ήταν εθνική περιουσία. Ο νόμος δεν εφαρμόστηκε αφού οι προύχοντες δεν υπάκουσαν και εξακολουθούσαν να συμπεριφέρονται όπως και οι προκάτοχοί τους Τούρκοι. Κι επειδή ο Κολοκοτρώνης σε κάποιες περιπτώσεις συνεργάστηκε με τους κυβερνητικούς οι κοτζαμπάσηδες δεν τον αναγνώριζαν ως στρατιωτικό αρχηγό. Για αυτή την κατάσταση ο Κολοκοτρώνης γράφει στους αδελφούς Κουντουριώτη:
«…´Εχω πολλάς και μεγάλας αφορμάς δια να σας γράψω και πρωτίστως είναι το να βλέπω την πατρίδα εις κατάσταση κακήν να την βλέπω να κινδυνεύει…
Λυπούμαι όμως οπού όλη η Πελοπόννησος είναι εσχισμένη εις σχίσματα και τούτο έφερε και φέρει όλας τας δυσκολίας….
Δεν είνε, όχι τα στρατιωτικά αξιώματα η αιτία του κακού…
η αιτία είνε ότι οι Άρχοντες, όχι φιλότιμοι, ουδέ τόσον φιλόδοξοι, όσον φιλόπλουτοι (διότι ένας πλούσιος είνε ως φίλαυτος και φιλόζωος και δεν εμβάλλει τον εαυτόν του εύκολα εις κίνδυνον) κατακρατούν τα άρματα όχι δια να πολεμήσουν αλλά δια να υπερασπιστούν τα πλούτη των και κοντά εις τούτο σφετερίζονται και όλα της πατρίδος τα δικαιώματα και αύτη είναι η καθαυτό αιτία του κακού και της δυσοικονομίας. Ο σκοπός μου δεν είναι να κατηγορήσω τους άρχοντας αλλά να σας δώσω ιδέαν των εσωτερικών της Πελοποννήσου, δια να μην τ’ ακούετε διαφορετικά…»
Τη 19 Οκτωβρίου 1822 από Μύλους.
Ο πατριώτης και αδελφός
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ»
Αρχεία Λάζαρου και Γεωργίου Κουντουριώτη, τόμος Α´, σελ. 113-114.
Λίγο αργότερα, ο Κολοκοτρώνης συμμάχησε με τους κοτζαμπάσηδες.
Και ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης ήταν όμως δυσαρεστημένος. Από τη μια ο Κολοκοτρώνης μετά τα Δερβενάκια είχε ονομαστεί αρχιστράτηγος και από την άλλη ο Πετρόμπεης ζητούσε από την κυβέρνηση ως φέουδο, την Εύβοια (Εύριπο):
«…ας μοί δώσωσι την Εύριπο για να πέραν τα εισοδήματά της και να ζω αξιοπρεπώς…»
Νικολάου Σπηλιάδη, Απομνημονεύματα, τομ. Α´, σελ. 285.
Κι αφού φυσικά κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να γίνει, ο Πετρόμπεης με τους Μανιάτες συνεργαζόταν αναγκαστικά με τους κοτζαμπάσηδες. Με αυτές τις συνθήκες ο εμφύλιος ήταν αναπόφευκτος.
[Στη φωτογραφία: Ludwig Michael von Schwanthaler, Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο, η ορκωμοσία των πληρεξουσίων μπροστά στο «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (1η Ιανουαρίου 1822)1836, τοιχογραφία, Ανατολικός Τοίχος, Αίθουσα Ελευθερίου Βενιζέλου, Μέγαρο της Βουλής των Ελλήνων]
