Στην Ελλάδα, μετά την Απελευθέρωση, από τον Οκτώβριο του 1944 και μέχρι τον Μάρτιο του 1946, δεν είχαν προκηρυχθεί εκλογές. Τον Ιανουάριο του 1945, είχε αναλάβει η κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» του Γεωργίου Παπανδρέου. Ακολούθησαν υπηρεσιακές κυβερνήσεις. Στις 20 Νοέμβρη 1945, μετά τις πιέσεις του Άγγλου υφυπουργού Εξωτερικών Hector McNeil στον Αρχιεπίσκοπο και αντιβασιλέα Δαμασκηνό, συγκλήθηκε συμβούλιο πολιτικών αρχηγών που ανέδειξε κυβέρνηση συνεργασίας των κομμάτων του κέντρου, με πρωθυπουργό τον γηραιότερο όλων, Θεμιστοκλή Σοφούλη.
Την περίοδο πριν από τις σχεδιαζόμενες εκλογές, υπήρχαν διώξεις για όσους έβλεπαν έστω και φιλικά το ΕΑΜ. Το καθεστώς αυτό ονομάστηκε «Λευκή Τρομοκρατία» με χιλιάδες θύματα. Από την εποχή του Εθνικού Διχασμού της περιόδου 1915-1922, εμφανίστηκαν διαιρέσεις της ελληνικής κοινωνίας που οξύνθηκαν την περίοδο της κατοχής, όταν και υπήρξαν συγκρούσεις μεταξύ αντιστασιακών οργανώσεων. Λίγο μετά την απελευθέρωση, τον Δεκέμβρη του 1944 στην Αθήνα, η αντικυβερνητική εξέγερση του ΕΑΜ καταπνίγηκε από τον βρετανικό στρατό, που έδρευε στο κέντρο της Αθήνας. Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας και τον αφοπλισμό του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, ακολούθησαν διώξεις, εξορίες, φυλακίσεις και εκτελέσεις μελών και υποστηρικτών του. Το ΕΑΜ και το ΚΚΕ απείχαν από την εκλογική διαδικασία καταγγέλλοντας αρκετούς μήνες νωρίτερα, τις διώξεις, τη βία αλλά και τις «αστείες» δίκες των δοσιλόγων συνεργατών των κατακτητών.
Στις εκλογές, που έγιναν στις 31 Μαρτίου 1946 υπό την επιτήρηση «Συμμαχικής Αποστολής Παρατηρητών», υπερίσχυσε έναντι του ασθενικού Κέντρου και των καταλοίπων του μεταξικού καθεστώτος, το δεξιό Λαϊκό Κόμμα και προέκυψε, στις 18 Απριλίου, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Τσαλδάρη. Παρά το απειλητικό μήνυμα «όσοι δεν ψηφίσουν θα τιμωρηθούν» που διακήρυσσαν η συντηρητική παράταξη και οι κρατικές αρχές, η αποχή ήταν μεγάλη αλλά δεν καταγράφηκε επίσημα, ενώ ταυτόχρονα παρατηρήθηκαν και εκτεταμένα περιστατικά νοθείας.
Σε αυτό το κλίμα των διώξεων, την παραμονή των εκλογών, τη νύχτα της 30ης Μαρτίου 1946, μια ομάδα τριάντα ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ) επιτέθηκε στον Σταθμό Χωροφυλακής του Λιτόχωρου Πιερίας, σκοτώνοντας έντεκα χωροφύλακες. Ήταν μια επιθετική ενέργεια απέναντι στη Λευκή Τρομοκρατία, που σηματοδότησε την έναρξη του εμφύλιου και διάρκεσε από τον Μάρτιο του 1946 έως τον Αύγουστο του 1949. Έληξε με νίκη του Ελληνικού Στρατού (ΕΣ).
Την έναρξη του εμφύλιου ακολούθησε η επιστροφή στην Ελλάδα του βασιλιά Γεώργιου Β΄, μ’ ένα αμφιλεγόμενο δημοψήφισμα, την 1η Σεπτέμβρη 1946. Οι διώξεις των αριστερών, ήταν πλέον καθημερινή υπόθεση. Την άνοιξη του 1947, μετά από ένοπλες σκληρές αναμετρήσεις ανάμεσα στη νόμιμη κυβέρνηση και τον στρατό των ανταρτών και την εξαγγελία του «δόγματος» του Αμερικανού προέδρου Τρούμαν για την παραχώρηση οικονομικής βοήθειας στην Ελλάδα και την Τουρκία, η Ελλάδα πέρασε από την αγγλική, στην αμερικανική σφαίρα επιρροής. Οι ανταρτικές δυνάμεις οργανώθηκαν και σχημάτισαν τον ΔΣΕ, που δρούσε, υπό τον Μάρκο Βαφειάδη, σε ορεινές κυρίως περιοχές, με την υποστήριξη κομμουνιστικών χωρών. Η κυβέρνηση, με τη βοήθεια του αμερικανικού «σχεδίου Μάρσαλ», εξαπέλυσε διώξεις των ανταρτικών τμημάτων και τον Δεκέμβριο έθεσε εκτός νόμου το ΚΚΕ.
Στις επιχειρήσεις μεταξύ των αντιπάλων τον Αύγουστο του 1948, οι αντάρτες του ΔΣΕ κινδύνεψαν να αφανιστούν στον Γράμμο. Στις 20-21 Αυγούστου, κατάφεραν με τον «μεγάλο ελιγμό», να διαφύγουν και να ανασυνταχτούν στο Βίτσι. Ο Γράμμος είχε πια χαθεί και έπρεπε να βρεθεί ο υπαίτιος. Ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΕ, Νίκος Ζαχαριάδης, βρήκε τον «ένοχο». Ήταν ο Γιώργος Γιαννούλης. Στην περίπτωσή του αποτυπώνονται δραματικά οι παθογένειες του εμφυλίου πολέμου.
Ο Γιώργος Γιαννούλης είχε γεννηθεί το 1915 στο Επταχώρι της Καστοριάς. Ήταν μέλος του ΚΚΕ από το 1935. Σπούδασε στη Νομική σχολή και υπηρετώντας τη θητεία του, βρέθηκε στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών, όπου τον βρήκε η κήρυξη του πολέμου του 1940. Πολέμησε μέχρι και την πτώση του μετώπου, ως έφεδρος υπολοχαγός. Στην κατοχή οργάνωσε αντάρτικες ομάδες στην περιοχή του Γράμμου και έγινε ο διοικητής του τάγματος του ΕΛΑΣ που δρούσε εκεί. Μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας διέφυγε στη Γιουγκοσλαβία. Με εντολή του ΚΚΕ, ξαναγύρισε στον Γράμμο και οργάνωσε εκεί τις πρώτες αντάρτικες ομάδες. Το καλοκαίρι του 1946 ανέλαβε διοικητής του πρώτου Συγκροτήματος Ανταρτών Γράμμου και στη συνέχεια της 102ης ταξιαρχίας του ΔΣΕ.
Στις 14 Ιουνίου 1948 ξεκίνησε η μεγάλη μάχη του Γράμμου που κράτησε σχεδόν εβδομήντα ημέρες. Οκτώμισι χιλιάδες αντάρτες του ΔΣΕ απέναντι σε περίπου εξήντα χιλιάδες άνδρες του Ελληνικού Στρατού! Στην άνιση μάχη οι αντάρτες έχαναν έδαφος και στις 18 Αυγούστου 1948 ο Γιαννούλης αποφάσισε, γνωρίζοντας άριστα την περιοχή του Γράμμου, να απεγκλωβίσει τη μονάδα του και να καταφύγουν στο Βίτσι. Η ηγεσία θεώρησε τον Γιαννούλη υπεύθυνο για την απώλεια του Γράμμου επειδή διέφυγαν νωρίτερα. Με εντολή του Γιώργου Γούσια, στενού συνεργάτη του Νίκου Ζαχαριάδη, ο Γιαννούλης συνελήφθη. Θα τον μετέφεραν στο αρχηγείο της 670ης Μονάδας του ΔΣΕ για να απολογηθεί. Στις 20 Αυγούστου 1948, βαδίζοντας προς το αρχηγείο, ο Γιαννούλης έπεσε νεκρός, χτυπημένος πισώπλατα. Η «διαταγή» του Νίκου Ζαχαριάδη που κοινοποιήθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου, αναφέρει μεταξύ άλλων:
«[…] Στις 20 του Αυγούστου 1948, δικάστηκε από το Στρατοδικείο της 670 Μονάδας σε θάνατο και εκτελέστηκε ο πρώην Αντισυνταγματάρχης Πεζικού του Δ.Σ.Ε. Γεώργιος Γιαννούλης. Ο Γιαννούλης Γεώργιος είναι ο άμεσος Υπεύθυνος για τον αιφνιδιασμό και την απώλεια του Κάμενικ, για την απώλεια του Γκόλιο, επίσης και για την απώλεια της Μπάτρας …
[…]. Ο ΔΣΕ πολλές φορές βοήθησε το Γιαννούλη για να διορθώσει τις αδυναμίες του, αυτός όμως συνέχισε τα λάθη του και έφτασε μέχρι τις παραπάνω πράξεις που αποτελούν πραγματική προδοσία….».
Το 1957 το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ έκρινε ως αβάσιμες και άδικες τις κατηγορίες σε βάρος του Γιαννούλη και μόλις το 2018 τον αποκατάστησε.
