Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2026 20:46

Ιστορία της Μεσσηνίας: 1823-24

Γράφτηκε από τον

Ιστορία της Μεσσηνίας: 1823-24

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Η αποστολή του Philippe Jourdain, από την Ανκόνα στο Παρίσι, για την εξεύρεση δανείου από τους ανέστιους ιππότες του τάγματος του Αγίου Ιωάννη, ήταν ουσιαστικά μια προσπάθεια της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας να εξασφαλίσει την εύνοια της Γαλλίας. Παραχωρώντας στους ιππότες τα νησιά των Οινουσσών στη Μεθώνη, ουσιαστικά έδινε στη Γαλλία μια βάση στην ελληνική χερσόνησο και εξισορροπούσε τις Μεγάλες Δυνάμεις στην ανατολική Μεσόγειο, αφού ήδη η Αγγλία κατείχε τη Μάλτα. Αυτή η προσέγγιση ήταν βέβαια ανεπιθύμητη για τους Άγγλους. Ο αγγλόφιλος Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος αναφέρει την άποψη για το θέμα, του τοποτηρητή των Άγγλων χρηματιστών, λόρδου Byron:
«.... Δεν νομίζει δυνατόν ο λόρδος το να ευχαριστηθεί η Αγγλία εις την αποκατάστασιν των σταυροφόρων, φρονεί όμως ότι ημπορεί να λάβη ευνοϊκωτέραν διάθεσιν προς ημάς εάν το πράγμα ενεργηθή παρά των απεσταλμένων μας με τον ανήκοντα τρόπον ....»
Εμμ. Γ. Πρωτοψάλτη, Αλέξανδρος Ν. Μαυροκορδάτος, Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Αθήνα 2015, σ.173/4
Με αυτή την κίνηση, που ενίσχυε τον ανταγωνισμό Γαλλίας και Αγγλίας, το ελληνικό ζήτημα ξεπρόβαλε στη διεθνή σκηνή. Όλοι ήθελαν να «μπουν» στην ελληνική χερσόνησο. Ακόμα και η Ρωσία έδειξε να θορυβείται από την κίνηση του δανεισμού της Ελλάδας από τους ιππότες, με τη μεσολάβηση μάλιστα και του πάπα.
Ο Μαυροκορδάτος, έχοντας μυστικές επαφές με το περιβάλλον του Άγγλου υπουργού Εξωτερικών George Canning, έπαιζε σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις. Ο Thomas Erskine, τραπεζίτης και μέλος της Φιλελληνικής Επιτροπής του Λονδίνου (London Philhellenic Committee),στις 23 Σεπτέμβρη 1823, του γράφει:
… «Επειδή οι πολιτικοί μας σε λίγο θα καταλάβουν ότι τα βρετανικά συμφέροντα είναι αχώριστα από την ασφάλεια και την πρόοδό σας, με όλες τις δυνάμεις μου σας εμψυχώνω να ελπίζετε (χωρίς να ομιλώ επίσημα και χωρίς να γνωρίζω τους σκοπούς της αγγλικής κυβέρνησης) στην αναγνώριση του ελληνικού πολιτεύματος που πλησιάζει να γίνει.» …             
Εδώ, έστω και ανεπίσημα, ο Άγγλος τραπεζίτης σκιαγραφεί το ενδιαφέρον και την αναμενόμενη εμπλοκή της Αγγλίας στον ελληνικό Αγώνα. Τον Οκτώβριο του 1823, ο τσάρος προκήρυξε για την επόμενη άνοιξη, διεθνές συνέδριο της Ιερής συμμαχίας στην Αγία Πετρούπολη, με θέμα το ελληνικό ζήτημα. Στις 2 Δεκεμβρίου 1823, στις ΗΠΑ ο πρόεδρος James Monroe, με το ομώνυμο «δόγμα», αναγνώρισε το ελληνικό κρατίδιο, προτείνοντας μάλιστα στο Κογκρέσο την αποστολή πρεσβευτή στην Ελλάδα. Με την ευρεία διεθνοποίηση του ελληνικού ζητήματος και τον κίνδυνο να βρεθεί εκτός «νυμφώνος» ο τσάρος επανήλθε στις 9 Ιανουαρίου 1824, με νέα πρόταση: Η Ρωσία πρότεινε ως λύση για το ελληνικό ζήτημα το «σχέδιο των τριών τμημάτων», δηλαδή τη δημιουργία τριών ημιαυτόνομων πριγκιπάτων, όπως ίσχυε παλιότερα στις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Με αυτή την πρόταση, τα ημιανεξάρτητα ελληνικά κρατίδια θα ήταν εύκολος χώρος για πανταχόθεν επεμβάσεις και όλοι θα ήταν ευχαριστημένοι. Όμως η Αγγλία δεν συμφώνησε. Ο Canning επιθυμούσε να συντηρεί τις ελληνικές ελπίδες για την προστασία ενός μελλοντικού ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, μόνο από την Αγγλία. Ταυτόχρονα όμως, έβλεπε ότι δεν έπρεπε να αποστασιοποιηθεί από τη συμμαχία ώστε να μπορεί να εμποδίσει έναν ενδεχόμενο ρωσο-τουρκικό πόλεμο.                                 
Από την τουρκική πλευρά, ο σουλτάνος βλέποντας τη διεθνή κινητικότητα κι αφού ήταν σαφές ότι ο σουλτάνος δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει τον ξεσηκωμό στον Μοριά, τον Ιανουάριο του 1824 πρότεινε μια συμφωνία στον υποτελή του, Μοχάμεντ Αλή (Muhammad Ali), πασά της Αιγύπτου. Τον Μάρτιο, συμφώνησαν ότι οι Αιγύπτιοι θα έπρεπε να καθυποτάξουν τους επαναστατημένους Έλληνες και ο Μοχάμεντ Αλή θα είχε ως αντάλλαγμα της βοήθειάς του, την Κρήτη, την Κύπρο και τον διορισμό του γιου του και αντιβασιλιά της Αιγύπτου Ιμπραήμ, στη θέση του διοικητή του Μοριά.
Στην Ελλάδα, αφού ο προϋπολογισμός του 1823 δεν «έβγαινε» αλλά και ο στόλος δεν μπορούσε να αποπλεύσει, η ανάγκη του εξωτερικού δανεισμού ήταν πλέον επιτακτική. Δεν υπήρχαν όμως, ούτε τα απαιτούμενα έξοδα για το ταξίδι της επιτροπής στην Αγγλία. Με εντολή του Βουλευτικού οι τρεις επίτροποι πήγαν στην Κεφαλονιά για να συναντήσουν τον λόρδο Byron. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή, ο λόρδος Byron έδωσε οδηγίες στην επιτροπή καθώς και δάνειο 4.000 λιρών στερλινών για να αποπλεύσει και ο στόλος.
Τελικά από τις 800.000 λίρες στερλίνες του πρώτου δανείου, μόλις 348.800 λίρες θα δίνονταν στους Έλληνες. Το δάνειο είχε περίοδο αποπληρωμής 36 χρόνια. Τα χρήματα θα αποστέλλονταν στις Τράπεζες «Καίσαρα Λογοθέτη» και «Samuel Barff», στην αγγλοκρατούμενη Ζάκυνθο και θα δίνονταν σε δόσεις στην ελληνική κυβέρνηση, ύστερα από έγκριση μιας επιτροπής που την αποτελούσαν ο λόρδος Byron, ο συνταγματάρχης Stanhope και ο Λάζαρος Κουντουριώτης. Αυτοί θα υπέγραφαν για την παραλαβή της πρώτης δόσης του δανείου, αφού πρώτα έλεγχαν την αξιοπιστία της ελληνικής κυβέρνησης. Το τελικό ποσό που έλαβε η ελληνική κυβέρνηση και έφτασε με δόσεις, με αγγλικά πλοία από τη Ζάκυνθο, ήταν 298.700 λίρες στερλίνες. Η πρώτη δόση του αγγλικού δανείου ανέτρεψε την κατάσταση στην Ελλάδα και έδωσε σαφές προβάδισμα στην αποδοχή και στήριξη των «κυβερνητικών» του Γεώργιου Κουντουριώτη που αποκτούσε έτσι, έστω και ανεπίσημα, τη στήριξη των Άγγλων.
Το δανεικό χρήμα όμως έφερε και τη διαφθορά. Αντί για την ενίσχυση του ένοπλου απελευθερωτικού Αγώνα η κυβέρνηση προχώρησε σε προαγωγές και διορισμούς «άκαπνων» στρατιωτικών. Τότε, πολλοί στρατιώτες του Πάνου Κολοκοτρώνη και του Γιωργάκη Χελιώτη, από το Ναύπλιο και την Κόρινθο αντίστοιχα, προσχώρησαν στο κυβερνητικό στρατόπεδο, λόγω του διαφαινόμενου διορισμού τους σε κρατικές θέσεις. Και δεν ήταν μόνον αυτοί. Σημαντικοί οπλαρχηγοί των στρατιωτικών, όπως ο Νικόλαος Πονηρόπουλος από την Κυπαρισσία, ο εκ των πρωτεργατών της κατάληψης της Τριπολιτσάς, Παναγιώτης Κεφάλας, ο Παπαφλέσσας μετά από μυστικές διαβουλεύσεις, οι οικογένειες των Γιατράκων και των Πετμεζαίων προσχώρησαν και αυτοί στους κυβερνητικούς. Η κυβέρνηση του Κρανιδίου, του Γεωργίου Κουντουριώτη, βρήκε στήριξη και από δυο υδραίικες εφημερίδες που εδραίωσαν τη θέση του νέου Εκτελεστικού. Από την άλλη πλευρά το παλιό Εκτελεστικό στην Τριπολιτσά, αιφνιδιασμένο και προσπαθώντας να περισωθεί, επέβαλε δυσβάστακτα μέτρα στο λαό της πόλης. Η αντίδραση, με τη βοήθεια και του Παπαφλέσσα που είχε ασαφή διπλό ρόλο, ήταν η σύσταση μιας μυστικής οργάνωσης της «Αδελφότητας» που είχε στόχο την εξέγερση του λαού εναντίον του παλιού Εκτελεστικού και των στρατιωτικών. Η εξέγερση έγινε τις πρώτες ημέρες του Φεβρουαρίου του 1824, κράτησε μία ημέρα και κατεστάλη εύκολα από τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Όμως οι βάσεις του διχασμού είχαν τεθεί.                               
Οι επιτυχίες των κυβερνητικών επί των αντιπάλων τους, έδωσαν άλλο ύφος και χαρακτήρα στην κυβέρνηση. Τώρα πια, η αγγλόφιλη διοίκηση των Υδραίων εφοπλιστών, με τη συνδρομή του Μαυροκορδάτου, ως εγγυητή του δανείου και τη στήριξη των Ρουμελιωτών, μπορούσε να προχωρήσει στο ξεκαθάρισμα του τοπίου. Έτσι, από τη μια πλευρά ήταν οι Μωραΐτες συνολικά και από την άλλη οι Υδραίοι με τους Ρουμελιώτες. Τότε, στην πολιτική σκηνή εμφανίστηκε ο Ιωάννης Κωλέττης, εγγυητής της συμμαχίας Υδραίων και Ρουμελιωτών αφού έφερε σε επαφή τον Γκούρα και τον Καραϊσκάκη με τους κυβερνητικούς της Ύδρας. Ο Γκούρας αναβαθμίστηκε και από πρωτοπαλίκαρο του Οδυσσέα Ανδρούτσου, έγινε φρούραρχος της Αθήνας. Οι νησιώτες αφού προσεταιρίστηκαν τους Ρουμελιώτες παραμέρισαν τους προκρίτους της Πελοποννήσου. Οι τελευταίοι αποχώρησαν από τον κυβερνητικό συνασπισμό και πήγαν με το μέρος του Κολοκοτρώνη.
Οι κυβερνητικοί, κυρίως οι Υδραίοι, είχαν πλέον ξεκάθαρο στόχο την πώληση ή καλύτερα τη διανομή των εθνικών κτημάτων αλλά και των προσόδων του Μοριά στους εφοπλιστές υποστηρικτές τους ή και σε όσους επιθυμούσαν να τοποθετήσουν τα κεφάλαιά τους σε ιδιοκτησία γης. Αυτή βέβαια ήταν και η ρίζα του διχασμού. Χαρακτηριστικά τότε ο Γεώργιος Κουντουριώτης γράφει στον μεγαλύτερο αδελφό του Λάζαρο, πολιτικό εγκέφαλο των κυβερνητικών:
…«Οι Πελοποννήσιοι, αδελφέ, δεν επιθυμούσι να ενδυναμώσωσι την διοίκησιν διά να ημπορέσει να πωλήση τα εθνικά εισοδήματα, επειδή εσυνήθισαν να τα φάγωσιν οι ίδιοι και όχι να καταναλίσκωνται εις τας ανάγκας της πατρίδος»…
Υλοποιώντας την τουρκο-αιγυπτιακή συμφωνία, στις 27 με 30 Μαΐου 1824 ο περιβόητος Αιγύπτιος, Χουσεΐν-μπέης, με 45 πλοία και 4.000 στρατιώτες κατέστρεψε την Κάσο ενώ στις 21 και 22 Ιουνίου 1824 ο Τούρκος Χοσρέφ πασάς, με 176 πλοία και 12.000 στρατιώτες, κατέστρεψε και κατέλαβε τα ελευθερωμένα από τις 10 Απριλίου 1821, Ψαρά. Η προσπάθεια ανακατάληψής τους που έγινε με πρωτοβουλία του Λάζαρου Κουντουριώτη από τους Σαχτούρη και Μιαούλη, παρά την μεγάλη νίκη στη ναυμαχία της Χίου, τελικά δεν απέδωσε.
Στις 4 Ιουλίου 1824, απέπλευσε από την Αλεξάνδρεια ο στόλος του Ιμπραήμ με 17.000 άνδρες και προορισμό την Κρήτη. Στο επιτελείο του ο Ιμπραήμ είχε κυρίως Γάλλους αξιωματικούς, με επικεφαλής τον εξωμότη συνταγματάρχη Ντε Σεβ (De Sève) που πήρε τον τίτλο Σολιμάν πασάς (Soliman Pasha al-Faransawi). Το σχέδιο του Ιμπραήμ ήταν απλό. Μια συνδυασμένη επίθεση του τουρκικού και αιγυπτιακού στόλου στα επαναστατημένα νησιά του Αιγαίου, θα έκανε εφικτή την απόβαση στην Πελοπόννησο.
Κι ενώ η Επανάσταση βρισκόταν σε κρίσιμη φάση, περίπου ένα μήνα μετά το ολοκαύτωμα στα Ψαρά και μόλις δέκα ημέρες από την άφιξη των χρημάτων του πρώτου δανείου, στις 31 Ιουλίου 1824, το Βουλευτικό, με τον νόμο 35, αποφασίζει τη σύναψη και νέου δανείου από την Αγγλία. Με τα χρήματα του πρώτου δανείου, οι κυβερνητικοί είχαν αποκτήσει σημαντική υπεροχή, αφού μπορούσαν να εξαγοράζουν μικρούς καπετάνιους μαζί με τους στρατιώτες τους. Έτσι όχι μόνον ενίσχυαν το κυβερνητικό στρατόπεδο αλλά ταυτόχρονα αποδυνάμωναν κι αυτό των αντιπάλων τους αντικυβερνητικών Μωραϊτών.
Το καλοκαίρι του 1824 εκτός από τη ναυμαχία στα ανοικτά της Χίου, υπήρξε ακόμα μια σημαντική επιτυχία στις 29 Αυγούστου 1824, στη ναυμαχία του Γέροντα απέναντι από τη Λέρο. Εκεί 75 ελληνικά εμπορικά εξοπλισμένα πλοία υπό τον Ανδρέα Μιαούλη κατάφεραν να νικήσουν 100 πολεμικά πλοία του τουρκο-αιγυπτιακού στόλου υπό τον Ιμπραήμ και τον Χοσρέφ πασά. Η νίκη ήταν μεγάλη και εξασφάλισε τη Σάμο, που όμως έμεινε ανεξάρτητη και μετά την Επανάσταση. Στη συνέχεια ο Ιμπραήμ αποφάσισε να ξεχειμωνιάσει στη Σούδα και να επαναλάβει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις την άνοιξη του 1825. Ο ελληνικός στόλος, μετά την απόκρουση των Τουρκο-αιγυπτίων στο Γέροντα έπεσε σε αδράνεια λόγω έλλειψης χρημάτων αλλά κυρίως λόγω του εμφύλιου διχασμού. Το ίδιο διάστημα, από τους Ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, υπήρξαν νίκες και στη Στερεά Ελλάδα.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Κουντουριώτης που είχε μεγάλο πρόβλημα στην εξεύρεση πόρων μετά την κατασπατάληση των δανείων, επέβαλε νέους φόρους και διέσπειρε τα στρατεύματα στα χωριά, έτσι ώστε εκτός των άλλων, τελικά να σιτίζονται από τα φτωχά χωριά της Πελοποννήσου. Οι κάτοικοι της επαρχίας Αρκαδιάς (Τριφυλίας) αρνήθηκαν να πληρώσουν τους νέους φόρους και να αναλάβουν τη διατροφή των στρατευμάτων. Αυτή η άρνηση των Τριφύλιων, αποτέλεσε την αρχή του δεύτερου εμφυλίου πολέμου.     
Η κυβέρνηση έδωσε εντολή στα ρουμελιώτικα στρατεύματα να εισβάλουν στην Πελοπόννησο. Παρά τις προσπάθειες συμβιβασμού και τερματισμού των διενέξεων από το Δημήτριο Πλαπούτα, οι Ρουμελιώτες με επικεφαλής τους Γκούρα και Καραϊσκάκη κατέβηκαν στον Μοριά και προέβησαν σε καταστροφές και λεηλασίες. Αυτή η εισβολή και το αίμα που χύθηκε έδωσαν την τελική νίκη στους κυβερνητικούς. Τραυμάτισαν όμως βαριά τον απελευθερωτικό αγώνα. Για αυτά τα γεγονότα γράφει ο Φωτάκος:
«ηρκεί μόνον ότι όλοι ήσαν Μοραΐται και όλους τους εγύμνωναν και τους εκαταφρόνουν»
ενώ και ο Σπυρίδων Τρικούπης αναφέρει:
«η εισβολή των πέραν του Ισθμού στρατευμάτων δοθέντων εις αρπαγήν ανακάλεσεν εις την μνήμην των παθόντων όσα κακά έπαθαν επί της εισβολής των Αλβανών οι πατέρες αυτών».
Στις 23 Ιανουαρίου 1825 η κυβέρνηση του Γεωργίου Κουντουριώτη, με τη σύμφωνη γνώμη του Παπαφλέσσα που ήταν ο υπουργός Εσωτερικών, συνέλαβε και φυλάκισε με συνοπτικές διαδικασίες, τους αντιπάλους της. Συνέλαβαν και φυλάκισαν στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία της Ύδρας τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον Θεόδωρο Γρίβα, τους Γεώργιο και Χρύσανθο Σισίνη, τον Μητροπέτροβα, τον Γιαννάκη Γκρίτζαλη, το Δημήτρη Παπατσώρη, τον Μήτρο Αναστασόπουλο, τους Σωτηράκη και Ιωάννη Νοταρά, τους Δεληγιανναίους, τον πρωτοσύγκελο Αμβρόσιο Φραντζή και τον Αναστάσιο Κατσαρό. Ο Ασημάκης Φωτήλας διέφυγε τη σύλληψη ενώ εξαπολύθηκε ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψη και του Οδυσσέα Ανδρούτσου.
Το δεύτερο δάνειο που είχε ζητήσει το Βουλευτικό τον προηγούμενο Ιούλιο εγκρίθηκε στο Λονδίνο στις 7 Φεβρουαρίου 1825. Το δάνειο «έκλεισαν» απ’ ευθείας οι Έλληνες απεσταλμένοι. Στην επιτροπή μετείχαν πάλι ο Ιωάννης Ορλάνδος και ο Ανδρέας Λουριώτης. Ο Ιωάννης Ζαΐμης δεν συμμετείχε επειδή στις επερχόμενες εκλογές ήταν υποψήφιος ο αδελφός του. Στη θέση του είχε τοποθετηθεί ο Γεώργιος Σπανιολάκης που διέμενε στο Παρίσι. Οι όροι του δεύτερου δανείου ήταν δυσμενέστεροι από αυτούς του πρώτου, αφού από την ονομαστική αξία των 2.000.000 λιρών στερλινών θα δινόταν στην Ελλάδα μόνο το 51,5%.
Από το αναμενόμενο ποσό των 1.030.000 λιρών, 212.000 λίρες διατέθηκαν για την αναχρηματοδότηση του πρώτου δανείου, 77.000 λίρες για την αγορά όπλων και πυροβόλων, από τα οποία όμως λίγα έφθασαν τελικά στην Ελλάδα, 160.000 λίρες για την παραγγελία έξι σύγχρονων ατμοκίνητων πλοίων, από τα οποία όμως μόνο τρία έφθασαν στην Ελλάδα, δηλαδή τα "Καρτερία", ‘Επιχείρηση’, και ‘Ερμής’. Ακόμα 155.000 λίρες δόθηκαν για τη ναυπήγηση δύο φρεγατών σε ναυπηγεία της Νέας Υόρκης, από τις οποίες μόνο η μία, η "Ελλάς", έφθασε στην Ελλάδα. Η δεύτερη πουλήθηκε για να χρηματοδοτηθεί η πρώτη! Τα μεσιτικά ήταν 64.000 λίρες και η προκαταβολή των τόκων των δύο πρώτων ετών του δανείου με επιτόκιο 5% έφθασε τις 200.000 λίρες. Παρακρατήθηκαν ακόμα 20.000 λίρες για χρεολυτικό κεφάλαιο 1%!
Τελικά, μετά από όλα αυτά τα μεσιτικά, την κερδοσκοπία, τις καταχρήσεις, τις προμήθειες και τα έξοδα, από το δεύτερο δάνειο έφθασαν στην Ελλάδα μόνο 232.558 λίρες στερλίνες, δηλαδή ποσό πολύ λιγότερο από αυτό του πρώτου δανείου, αν και το δεύτερο είχε συναφθεί σε υπερδιπλάσιο ύψος.
Όμως η κυβέρνηση Κουντουριώτη τυφλωμένη από το μίσος της για τους πολιτικούς αντιπάλους της αφού επικράτησε ολοκληρωτικά και αφού τους συνέλαβε και τους φυλάκισε σχεδόν όλους, ήταν πλέον ελεύθερη να κυβερνήσει χωρίς αντιπάλους και να ηγηθεί της Επανάστασης. Δεν υπολόγισε όμως την τουρκο-αιγυπτιακή συμφωνία. Ενώ οι Ρουμελιώτες κατεδίωκαν τους Μωραΐτες, ο Ιμπραήμ ξεχειμώνιαζε στη Σούδα.

[Στη φωτογραφία Γεώργιος Κουντουριώτης. Προσωπογραφία (ΕΙΜ)]