Την επαύριο της επετείου του (πρώτου) μεγάλου σεισμού της Καλαμάτας, ορισμένες σκέψεις «εις μνήμην» και ενδεχομένως αναγκαίες. Αφορμή και τα 40 χρόνια αλλά και «πανηγυρικές» εκδηλώσεις σε ένα κλίμα των πολιτικών λειτουργιών της πόλης, που θεσμικά δεν έχει απολύτως καμία σχέση με τα όσα τότε συνέβαλαν στην «αναγέννηση» του τόπου μέσα από τα συντρίμμια. Πολιτική επικοινωνίας και δημοσίων σχέσεων, φρονώ ότι κείνοι που επιμένουν σταθερά στην ίδια όχθη, με τις ίδιες αντιλήψεις για τη δημοκρατία και το διάλογο, δεν έχουν θέση ούτε στο… πρωτόκολλο.
*
Κάποιες σκέψεις λοιπόν σε μια εποχή κατά την οποία θεσμικά και με πραξικοπηματικές λογικές κυριαρχούν αντιλήψεις οι οποίες υποκαθιστούν τη δημοκρατία στην αυτοδιοίκηση με το «καθεστώς» της λογικής «είμαστε περισσότεροι και κάνουμε ό, τι θέλουμε». Αντιλαμβάνομαι ότι η λογική της δημόσιας θεσμικής σύγκρουσης ενοχλεί αλλά δεν «είμαστε όλοι μια ωραία κατάστασις». Εχουμε διαμετρικά αντίθετες απόψεις για τη δημοκρατία και το διάλογο, μένουμε σταθεροί και αμετακίνητοι στο αξιακό σύστημα αντιλήψεων για την αυτοδιοίκηση που διαμορφώσαμε μέσα από δύσκολες συνθήκες.
*
Για κάποιους φίλους που μπορεί να ενδιαφέρονται για το εγχείρημα της “ανασυγκρότησης” μετά τους σεισμούς, τις παραμέτρους του και την προβολή στο σήμερα (σύμφωνα πάντα με τη δική μου - υποκειμενική φυσικά – αντίληψη), η προσωπική μου κατάθεση την επαύριο των 40 χρόνων από τους μεγάλους σεισμούς που έπληξαν την Καλαμάτα και τη γύρω περιοχή. Πρόκειται ίσως για το σημαντικότερο γεγονός της νεότερης ιστορίας της (εν καιρώ ειρήνης) και ως εκ τούτου η επέτειος μπορεί να αποτελέσει μια αφορμή για αναστοχασμούς αλλά και για το άνοιγμα μιας συζήτησης σε σοβαρή βάση, σχετικά με το μέλλον της πόλης.
Το διάστημα που έχει περάσει παρέχει την απαιτούμενη απόσταση από τότε για νηφάλια "αναψηλάφηση" της εποχής, ενώ σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης η συζήτηση για την πόλη χρειάζεται να γίνει σε υψηλό επίπεδο ευθύνης και συλλογικής προσέγγισης.
*
Η επιστροφή 40 χρόνια πίσω δεν μπορεί παρά να έχει συναισθηματικό κατ' αρχήν χαρακτήρα. Οι άνθρωποι που χάθηκαν, εκείνοι που πληγώθηκαν σωματικά και ψυχολογικά, ο φόβος της καταστροφής, η αγωνία για την επόμενη ημέρα, οι άνθρωποι στις σκηνές και τα λυόμενα, τα παιδιά στα πρόχειρα σχολεία. Ολα αυτά και πολλά ακόμη αθροιζόμενα αποτυπώνουν και το μέγεθος των άμεσων επιπτώσεων στην κοινωνία της πόλης και της περιοχής. Τα σημάδια τους φτάνουν μέχρι σήμερα, όσο και αν το παρηγορητικό πως "ο χρόνος είναι γιατρός" μπορεί να έχει ισχύ σε πολλές περιπτώσεις στη ζωή μας. Και κοντά σε αυτά θα πρέπει σε ένα δεύτερο επίπεδο να αθροίσουμε την υπομονή, την καρτερία, τη θέληση, τον προσωπικό και κοινωνικό αγώνα για να επιστρέψει το χαμόγελο και να επανέλθει η κανονικότητα της ζωής. Φυσικά και οι επιπτώσεις δεν ήταν ίδιες σε όλους, η ένταση της μνήμης είναι διαφορετική αναλόγως του μεγέθους των προβλημάτων που δημιουργήθηκαν σε κάθε οικογένεια, τόσο σε ανθρώπινο όσο και σε υλικό επίπεδο. Ούτε και ήταν ομοιόμορφη η αντίδραση και η συμπεριφορά όλων σε κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό επίπεδο.
*
Εκείνο το οποίο όμως μπορούμε να κρατήσουμε είναι το γεγονός ότι μετά το πρώτο σοκ η τοπική κοινωνία αντέδρασε θετικά, προσαρμόστηκε στη νέα κατάσταση και "έχτισε" σιγά-σιγά την καινούργια πόλη, η οποία είναι πλέον ριζικά διαφορετική από την παλιά. Ενα σχέδιο που συγκροτήθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο, οι κινητοποιήσεις με κορυφαία την συμμετοχή χιλιάδων ανθρώπων στη συγκέντρωση της Αθήνας, τα μέτρα που πάρθηκαν τελικά, αποτέλεσαν το υπόστρωμα πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η δημιουργία της νέας πόλης.
Ο σεισμός σχηματικά αποτέλεσε την τομή μέσα στη συνέχεια της «πόλης πάνω στην πόλη». Και ήρθε να ανατρέψει τα πάντα, καθώς από τη μια πλευρά χρειάστηκε να ξαναχτιστούν χιλιάδες σπίτια, το νέο σχέδιο επέτρεψε το άπλωμα της πόλης, η παραγωγή δημοσίων έργων υποστηρίχθηκε από διάφορες χρηματοδοτικές πλευρές. Ο,τι παλιό έγινε καινούργιο και με την προσθήκη νέων άλλαξε η δομή της πόλης, η σύνθεση των παλιών λαϊκών συνοικιών και η ζωή στον τόπο τελικά. Σταδιακά μετά τους πρώτους μήνες αναπτύχθηκε έντονη οικονομική δραστηριότητα, καθώς πήρε μπροστά η αποκαλούμενη "ατμομηχανή" της μεταπολεμικής οικονομίας, δηλαδή ο κατασκευαστικός κλάδος: Απασχολήθηκαν χιλιάδες άνθρωποι, αναπτύχθηκαν νέες δραστηριότητες υποστήριξης της κατασκευαστικής ανασυγκρότησης, στην αγορά "κύλησε" χρήμα, που είχε σαν άμεση συνέπεια την ενίσχυση και διεύρυνση του τομέα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Κατασκευάστηκαν σημαντικές δημόσιες υποδομές και μεταξύ αυτών ένα πλήθος σχολείων που άλλαξε ριζικά τις συνθήκες στην εκπαίδευση. Αυτή η διόγκωση "κρατήθηκε" και πέραν της περιόδου που θα χαρακτηρίζαμε ως "περίοδο ανασυγκρότησης", λόγω της έντονης οικοδομικής δραστηριότητας που προσέφεραν το σχέδιο πόλης και η πολιτική δανειοδοτήσεων των τραπεζών. Για να καταρρεύσει με πάταγο όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση η οποία έπληξε σε πρώτη φάση τον υπερδιογκωμένο τομέα των κατασκευών και φυσικά το πλήθος των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που είχαν πλέον πολλαπλασιαστεί και επεκταθεί κατά... μήκος, πλάτος και είδος στην πόλη. Μια δραστηριότητα που αναστρέφεται επιταχυνόμενη εκθετικά για εντελώς διαφορετικούς τρόπους στις μέρες κυριαρχίας του real estate, του «μαύρου χρήματος» και της «χρυσής βίζας»
*
Ενας από τους παράγοντες που διευκόλυναν τη λήψη μέτρων για την "ολική επαναφορά" της πόλης και της κοινωνίας ήταν η ευαισθησία και η αλληλεγγύη την οποία επέδειξε το σύνολο των ανθρώπων της χώρας, στοιχεία τα οποία μεταφράστηκαν και σε σημαντικές οικονομικές ενισχύσεις που συγκεντρώθηκαν από φορείς και πολίτες, αλλά κυρίως σε πίεση προς την κυβέρνηση για την υλοποίηση σημαντικών έργων. Με δεδομένα όλα αυτά, οι περισσότερες από τις πληγές του σεισμού έκλεισαν. Κάποιες όμως δυστυχώς παραμένουν ανοιχτές, με πρώτη την υπόθεση των διατηρητέων τα οποία έμειναν ερείπια μετά το πρώτο κύμα αναπαλαιώσεων που ανέδειξαν την ιστορική φυσιογνωμία της πόλης. Από τότε είχε επισημανθεί πως τα μέτρα ήταν ανεπαρκή, είχε γίνει παραδεκτή η αναγκαιότητα μιας νέας δέσμης η οποία θα έδινε ώθηση στη διάσωση των κτιρίων που είχαν απομείνει, αλλά εδώ και πολλά χρόνια έχει σταματήσει κάθε συζήτηση ενώ ερείπια παραμένουν ακόμη και δημοτικά κτήρια. Τα κτήρια που περιμένουν την ανθρώπινη φροντίδα σώθηκαν γιατί πριν από το σεισμό είχε ξεκινήσει η διαδικασία καταγραφής, η οποία έκανε δυνατή την κήρυξή τους ως "διατηρητέων" πριν προλάβουν να τα φάνε οι μπουλντόζες μετά το σεισμό (αν και ορισμένα έπεσαν θύματα αποχαρακτηρισμών μετά τα πρώτα χρόνια). Αν σώθηκαν όμως από τη μπουλντόζα, κάποια στιγμή δεν θα γλιτώσουν από το χρόνο που βαραίνει πάνω τους, τη φυσική φθορά και την καταπόνηση από σεισμούς ή άλλα φαινόμενα. Η υπόθεση των ερειπωμένων διατηρητέων θα πρέπει να αποτελέσει ίσως το κύριο αντικείμενο συλλογικής ενασχόλησης στα 40 χρόνια από το σεισμό, γιατί πέραν των άλλων η διάσωση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς θα έπρεπε να είναι και βασικός στόχος για μια πόλη που σέβεται την ιστορία της. Στην αλλαγή των συνθηκών, το ενδιαφέρον της εμπορικής αξιοποίησης μετακινήθηκε από τα μπαροφαγάδικα στον ύπνο αλλά εμβληματικά κτίρια που είναι εκτός ιδιωτικού ενδιαφέροντος ερειπώνουν, ενώ και τα υπό αξιοποίηση απειλούνται να μείνουν μόνο ως σκελετοί με καταστροφή των εσωτερικών τους στοιχείων.
*
Τα πρώτα χρόνια μετά το σεισμό, την ημέρα της επετείου η συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο είχε ουσιαστικό χαρακτήρα και ορισμένα από τα συμπεράσματα αποτέλεσαν και οδηγό δράσης στη συνέχεια, χωρίς να σημαίνει βεβαίως ότι έλειπαν οι παθογένειες και το άγονον της αντιπαράθεσης σε ορισμένες περιπτώσεις, από όλες τις πλευρές. Για τους νεότερους που δεν θυμούνται ή και για εκείνους που έχουν ξεχάσει, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι το μετασεισμικό δράμα περιελάμβανε και δημοτικές εκλογές. Οι οποίες μάλιστα έγιναν σε μια προεκλογική εκστρατεία υψηλών τόνων και για λόγους που δεν είναι του παρόντος σημειώματος. Παρ’ όλα αυτά στη συνέχεια επιδείχθηκε από όλες τις πλευρές ένα πνεύμα συμφωνίας σε βασικά ζητήματα με κοινό παρονομαστή την ανάγκη να υποστηριχθεί ένα σχέδιο ανασυγκρότησης της πόλης, της κοινωνίας και της οικονομίας. Οι συζητήσεις ήταν εξαντλητικές και σε αρκετές περιπτώσεις ήταν και αποτελεσματικές καθώς διασφάλιζαν την δημοκρατική λειτουργία του βουλευόμενου σώματος και έδειχναν ότι πέρα από την πλειοψηφία, ρόλο στις υποθέσεις της πόλης είχαν και οι μειοψηφίες. Στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια. Επρόκειτο για μια κατάκτηση η οποία συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια πριν το Δημοτικό Συμβούλιο καταλήξει σε χώρο υποχρεωτικής... προσέλευσης για την επικύρωση αδιαπραγμάτευτων αποφάσεων του συστήματος τοπικής εξουσίας. Κάποια στιγμή διαφάνηκε ότι με την απλή αναλογική θα μπορούσε να λειτουργήσει και πάλι ως βουλευόμενο σώμα και χώρος προωθητικής σύνθεσης διαφορετικών απόψεων. Αλλά ήρθε το πραξικόπημα στο όνομα της “κυβερνησιμότητας” να καταργήσει στην ουσία την ίδια την ύπαρξή του μεταφέροντας πλήθος αρμοδιοτήτων σε επιτροπές με κατασκευασμένη εκ των προτέρων πλειοψηφία. Και φυσικά ακολούθησε η θεσμική κατεδάφιση κάθε έννοιας αυτοδιοίκησης με στόχο οι δήμοι να αποτελέσουν βραχίονα του βαθέος κομματικού κράτους και χώρο πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής συνδιαλλαγής.
*
Η συζήτηση για το μέλλον της πόλης είναι σήμερα απολύτως αναγκαία, καθώς στο όνομα της «τουριστικής ανάπτυξης» προωθείται ένα μοντέλο «εποικισμού» που απειλεί κάθε έννοια σχεδιασμού, εκτινάσσει το κόστος ζωής των κατοίκων της πόλης και τους καλεί να ζήσουν την πόλη τους ως… τουρίστες. Μια επιδίωξη που εκπορεύεται από την διάλυση της παραγωγικής βάσης, τον απηνή διωγμό της αγροτικής παραγωγής, την κανονικοποίηση της «δουλειάς του ποδαριού», την απαξία στην πραγματική οικονομία που προωθεί το σύστημα της «αριστείας». Η επέτειος θα μπορούσε να είναι ευκαιρία αναστοχασμού και ψηλάφησης των προοπτικών της πόλης και της κοινωνίας. Θα μπορούσε να είναι μια ημέρα αφιερωμένη στην αναζήτηση τρόπων και μέσων αντιμετώπισης των φυσικών καταστροφών. Θα μπορούσε να είναι ένα νέο ξεκίνημα κάθε χρόνο για τον σχεδιασμό, τη διεκδίκηση και το σχεδιασμό των υποδομών που είναι αναγκαίες για την προστασία της πόλης. Με ευθύνη αυτών που κράτησαν το τιμόνι του δήμου όλα αυτά τα χρόνια, δυστυχώς η υπόθεση της “μνήμης” έχει πάψει να γονιμοποιεί τη σκέψη για το μέλλον. Υπάρχει μόνον η απόλυτη ταύτιση με τις «εντολές» και πολιτικές επιλογές του κόμματος που τους εξέλεξε. Κάθε παρέκκλιση πέφτει στον κόφτη, κάθε επιλογή υιοθετείται ακόμη και με ποινικούς κινδύνους, η ελευθερία των τοπικών παραγόντων ορίζεται από τα περιθώρια που οριοθετεί το κυβερνητικό καθεστώς. Οι παρακαταθήκες «σχέδιο», «αγώνας», «δημοκρατική σύνθεση» αποτελούν «γραφικές ιδέες» για άρχοντες και θιασώτες της «αγοράς» των τραπεζοκαθισμάτων.
*
Ως εκ τούτου η «επέτειος» έχει καταλήξει μια τυπική διαδικασία στην οποία η κοινωνία μένει αμέτοχη. Η κοινωνία δεν ανταποκρίνεται στην επικοινωνία, η επέτειος αποκτά «μουσειακά χαρακτηριστικά», η απόσταση μεγαλώνει και μένουν οι μνήμες που για ορισμένους είναι «αξιοποιήσιμες» και για άλλους αναστοχασμός ανάλογα με την ηλικία και τη θέση. Ο «καθείς εφ’ ω ετάχθη» και ο πραγματικός πόνος σε εκείνους που έχασαν τους ανθρώπους τους. «Η ζωή προχωράει» αλλά η έκφραση μπορεί να είναι παρηγοριά, μπορεί να είναι έκφραση αμηχανίας, μπορεί να είναι και λογικής λήθης. Ποιος θυμάται άλλωστε το σεισμό του 1846 (ισοπέδωσε το Νησί, χωρίς και χτύπησε την Καλαμάτα), το σεισμό του 1886 (τρομακτικός αριθμός θυμάτων ιδιαίτερα στη Δυτική Μεσσηνία), του 1926 (μετακινήθηκε η μισή Δυτική Μάνη στην Καλαμάτα), του 1947 (εν μέσω εμφυλίου). Μόνον οι ιστορικοί και οι ιστοριοδίφες…
*
Κρατήστε τη λέξη «αναγέννηση». Είναι αυτό που έχει ανάγκη σήμερα η πόλη και η κοινωνία…
