Για μια ακόμη χρονιά ολοκληρώνεται το ιστορικό «Νησιώτικο πανηγύρι». Τα εισαγωγικά γιατί αυτός είναι ο ιστορικός χαρακτηρισμός του παρά τη μετονομασία της πόλης σε Μεσσήνη. Η φετινή γιορτή συνέπεσε με την προώθηση του αιτήματος για ένταξη της λιτανείας που πραγματοποιείται, στο Εθνικό Ευρετήριο Αύλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO. Πρόκειται για μια τελετή η οποία έρχεται από το βάθος του χρόνου και έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά τα οποία γνωρίζουν καλά όσοι την οργανώνουν και οι βαθειά θρησκευόμενοι. Περισσότερα στοιχεία θα «αποκαλυφθούν» όταν ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία.
Δεν γνωρίζουμε πότε για πρώτη φορά έγινε η λιτανεία με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, εκείνο που γνωρίζουμε όμως είναι πως η Εικόνα της Παναγίας Βουλκανιώτισσας μεταφερόταν κατά περίπτωση σε διάφορα σημεία της ευρύτερης περιοχής του Βουλκάνου, ώστε να υπάρχει προσκυνηματική εγγύτητα των πιστών. Όπως γράφει ο Ηλίας Οικονομόπουλος («Ο βίος και τα θαύματα της Παναγίας» - 1905): “Υπήρχε παλαιότατον έθιμον το οποίον εκτάκτως εφαρμόζεται ακόμη και σήμερον, κατά το οποίον καθωρισμένην επέτειον μιάς των εις τιμήν της Θεοτόκου τελουμένων εορτών μεταφέρετο κατ’ έτος η Εικών αύτη εις τι των πλησιοχωρίων, όπου παρέμενεν επί ωρισμένας ημέρας, ίνα ευκολώτερον οι πιστοί δύνανται να προσέρχωνται εις προσκύνησιν της Δεσποίνης του κόσμου. Πέραν της ωρισμένης προθεσμίας απηγορεύεται η Εικών να μείνει μακράν της εν τη Μονή καθιερωμένης δι΄αυτήν θέσεως”. Ο ίδιος είναι ο πρώτος που καταγράφει τη λαϊκή δοξασία για την επιδημία πανώλης το 18ο αιώνα με την οποία συνδέθηκε η λιτανεία, αλλά η πεποίθηση των μοναχών το 1907 ήταν διαφορετική σχετικά με το γεγονός αυτό, καθώς ο συντάκτης του "Θάρρους" που μίλησε μαζί τους αναφέρει μετά την επίσκεψη στη Μονή Βουλκάνου: «Πολλά και διάφορα ηκούσαμεν περί της εικόνος ταύτης, τα πλείστα των οποίων αναφέρονται εις το θαυματουργόν αυτής χρονολογούμενα όχι εις τας αρχαιοτέρας εποχάς, αλλα εις τας συγχρόνους. Ενεκα των θαυματουργών ιδιοτήτων αυτής, αναρίθμητα αφιερώματα κατατίθεντο αυτή. Ως εκ τούτου δε επί Τουρκοκρατίας υφίστατο τα πάνδεινα εκ των αρπάγων Τούρκων, οι οποίοι εσύλουν την πλουσίαν Μονήν. Εκ της καταδιώξεως ταύτης έχει και την αρχήν του και το έθιμον να καταβιβάζουν την εικόνα και να την μεταφέρουν εις Νησίον. Δια του τρόπου τούτου απέφευγον τας συνεπείας της επιδρομής των αγρίων Τούρκων, οι οποίοι βασάνιζαν τους μοναχούς, εάν δεν έδιδον αυτοίς πάντα τα ζητούμενα. Τώρα δε η ανάγκη αυτή εγένετο έθιμον και τελείται μια θρησκευτική τελετή αξία προσοχής, διότι χιλιάδες ολόκληροι εν κατανύξει ακολουθούν την εικόνα, όπως γίνεται κατ’ έτος».
Σε κάθε περίπτωση, η ανάγκη εγγύτητας στους πιστούς, η πίστη για το θαυματουργό χαρακτήρα της Εικόνας και τα αφιερώματα των χιλιάδων προσκυνητών ήταν οι λόγοι για τους οποίους περιφερόταν την εικόνα στα πλησιοχώρια και την κατέβαζαν στο Νησί. Εκεί υπήρχε ήδη πριν από την Ενετοκρατία, εκκλησία της Παναγίας που γιόρταζε τα «Εισόδια» όπως αναφέρεται σε εκκλησιαστική απογραφή του 1770. Η εκκλησία αυτή βρισκόταν στο Μετόχι της Μονής Βουλκάνου και σύμφωνα με δημοσιεύματα των αρχών του 20ου αιώνα δίπλα υπήρχε «συζυγικός ναΐσκος» της Ζωοδόχου Πηγής. Τότε, το 1903, άρχισε η κατασκευή της σημερινής εκκλησίας σε ένα χώρο που ανακαλύφθηκαν και εξαφανίστηκαν αρχαιότητες σύμφωνα με σχετικά δημοσιεύματα εκείνης της εποχής.
Υπήρχε λοιπόν εκκλησία της Παναγιάς για να γιορτάζει η πόλη όταν έρχεται η Εικόνα. Δεν ερχόταν όμως ούτε της Ζωοδόχου Πηγής, ούτε στα Εισόδια. Η κάθοδος είχε σοφά τοποθετηθεί στις 23 Αυγούστου που γιορτάζεται η Απόδοση της Κοίμησης της Θεοτόκου. Γιατί τότε είχαν συγκομισθεί τα προϊόντα (αρχικά σύκα και στη συνέχεια σταφίδα) και οι αγρότες είχαν τη δυνατότητα και να κάνουν αφιερώματα (δεν είχαν τράπεζες για να… καταθέτουν λεφτά, όταν συγκόμιζαν μπορούσαν να κάνουν δαπάνες) και να ψωνίσουν (όταν καθιερώθηκε ο εμπορικός χαρακτήρας του πανηγυριού).
Για να γίνει κατανοητή η σημασία του χρόνου, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι τότε υπήρχε το «παλιό ημερολόγιο». Και από την άποψη του χρόνου, η σημερινή 23η Αυγούστου αντιστοιχούσε με την 5η Σεπτεμβρίου. Ενώ η τότε 23η Αυγούστου αντιστοιχεί σήμερα σήμερα με τις 10 Αυγούστου. Εποχή κατά την οποία τα προϊόντα δεν είχαν συγκομιστεί.
Το 1923 έρχεται η αλλαγή του ημερολογίου και αλλάζει τα πάντα σε μια εποχή που η εμπορευματική πλευρά του πανηγυριού είχε τεράστια σημασία. Την πρώτη χρονιά η Εκκλησία δεν αποδέχεται την αλλαγή και έτσι με το νέο ημερολόγιο η γιορτή γίνεται στις 5 Σεπτεμβρίου. Την επόμενη χρονιά όμως η Εκκλησία δέχεται το νέο ημερολόγιο και πρακτικά η ημερομηνία γιορτασμού αρχίζει να αντιστοιχεί στις 10 Αυγούστου. Η (οικονομική) αποτυχία του πανηγυριού ήταν αναμενόμενη και το καλοκαίρι του 1925 το Κοινοτικό Συμβούλιο ζητά να μετακινηθεί το πανηγύρι στις 8 Σεπτεμβρίου όταν γιορτάζεται το Γενέθλιο της Παναγίας. Είχε όμως ήδη πανηγύρι στο Μελιγαλά και οι ντόπιοι αντιδρούν με λογικό αποτέλεσμα να μην γίνει αποδεκτή από την κυβέρνηση η πρόταση της Μεσσήνης.
Μέσα από δυσκολίες περνούν 4 χρόνια και το 1929 αποφασίζεται να μετακινηθεί το πανηγύρι την περίοδο 20 με 27 Σεπτεμβρίου και να γιορτάζεται «η χάρη της» στις 24 Σεπτεμβρίου που είναι της Παναγίας Μυρτιδιώτισσας. Αλλαγή αναγκαστική για τη «ρύθμιση» των πανηγυριών της περιοχής και την λιτανεία της Εικόνας, η οποία όμως είχε και τις δικές της συνέπειες. Τις εποχές εκείνες αυτή η περίοδος ήταν εποχή έντονων βροχοπτώσεων, οι παλιοί Νησιώτες έχουν να πουν ιστορίες και ανέκδοτα που σχετίζονται με αυτό. Το πράγμα χαλάρωσε με την… κλιματική αλλαγή, αλλά άβρεχο πανηγύρι δεν περνάει, προχθές μόλις έκανε «κατακλυσμό». Άλλο 10 Αυγούστου (το παλιό πανηγύρι με το νέο ημερολόγιο) και άλλο 24 Σεπτεμβρίου (το σημερινό πανηγύρι με το νέο ημερολόγιο)…
Τα πρώτα χρόνια μετά την απελευθέρωση το κύριο βάρος της γιορτής διατηρούσε η Μονή Βουλκάνου το Δεκαπενταύγουστο. Σε περιγραφή των όσων συνέβαιναν εκεί στα τέλη του 19ου αιώνα, η Αικατερίνη Ζάρκου ως «αυτόπτης μάρτυς» αναφέρει: «Επειδή συνέπεσε να επισκεφθώμεν την μονήν ολίγας ημέρας προ της 15ης Αυγούστου απεφασίσαμεν να μείνωμεν και κατά την πανήγυριν, άλλως τε ο πατήρ Σαμουηλ δεν έδιδεν ημίν άδειαν αναχωρήσεως. Οι πατέρες μετά μεγίστης φροντίδος από ημερών περιεποιούντο ου μόνον την Μονήν και τον ναόν, αλλά και τα πέριξ έχοντες εις ενέργειαν πλείστους χωρικούς, οίτινες χάρν ευλαβείας ειργάζοντο δωρεάν. Αλλ’ ουδ’ ημείς εμείναμεν αργοί, ανεμείχθημεν εις την στίλβωσιν των ιερών σκευών και την επανόρθωσιν αντικειμένων τινών, εις ά απητείτο γυναικεία χείρ. Ενώ δε εν τοις μαγειρείοις υπερμεγέθεις χύτραι ητοίμαζον νηστίσιμα φαγητά δια τους προσκυνητάς, αγέλαι αμνών και δελφάκων έμενον έξωθεν της Μονής προς ανηλεή σφαγή. Οι ταματαραίοι δύο ημέρας πρότερον ήρξαντο αθρόοι ερχόμενοι οι δε παίδες και υπηρέτες της Μονής έσπευσον υπό του ενός κελλίου εις το άλλο περιποιούμενοι αυτούς. Εις 5.000 περίπου ανήλθεν ο αριθμός των ευσεβών προσκυνητών, κατά το έτος 1884. Το επίθετον ευσεβής είναι απαραίτητον, καθότι η πανήγυρις αύτη είναι καθαρώς θρησκευτική. Ο ζωηρός Μεσσήνιος έρχεται εκεί ταπεινωμένην έχων την καρδίαν και εν συγκινήσει προσφέρει την ευχήν του, ευχαριστών την Δέσποιναν των ουρανών δια την εκπλήρωσιν της δεήσεώς των. Βλέπων τις αυτόν κομψοπρεπώς φέροντα την εθνικήν στολήν, υπερήφανον και ηλιοκαές έχοντα το μέτωπον, ανεστραμένον δε το άκρον του μέλανος μύστακος και δια μεν της δεξιάς μετ’ αφελούς χάριτος θωπεύοντα την λάμπουσαν λαβήν του αχωρίστου αυτού συντρόφου, του πιστολίου του, δια δε της αριστεράς οδηγούντα αμνόν ή κρατούντα κηρόν και λίβανον, θέλγεται εκ της αντιθέσεως ταύτης της ισχύος και της αδυναμίας, της υπερηφανείας και της ταπεινοφροσύνης».
Και λίγο πιο κάτω περιγράφει το πανηγύρι στο Βουλκάνο που… μοιάζει με το Νησιώτικο και φυσικά δεν λείπει η... γουρνοπούλα: «Εξελθόντες της Μονής ηπορήσαμεν δια την όψιν, ήν είχον λάβει τα πέριξ. Παντοειδή στεγάσματα, οπωροπωλεία, μαγειρεία, ζαχαροπλαστεία και οινοπωλεία, ως δια μαγείας είχον μεταβάλει την πριν έρημον εις κατοικούμενην χώραν, οι δε από πάσης πανηγύρεως μη ελλείποντες εμπορίσκοι εσταμάτων ημάς ανά παν βήμα. Αλλ’ ό, τι μάλλον περίεργον, ήτο το πλήθος οπτών χοιριδίων προς πώλησιν εμπεπερασμένων εις οβελούς. Πλην δε πάντων τούτων άλλη τις ποικιλία ανεμειγνύετο. Αι διάφοραι ενδυμασίαι των κορασίων και των καλών γυναικών, αίτινες αποβάλουσαι τα καθημερινά των ήσαν ενδεδυμέναι τας εορτασίμους αυτών εσθήτας, τα gros, τα μπλέ και τα λιλά των, ομοιάζουσαι με τα πράσινά των ή ερυθρά παρασύλια, με τα ολόχρυσα κοντά των και ταις μαργαριταρένιες φούντες των, προς ιπταμένας χρυσαλίδας. Το θέαμα ήτο ελκτικόν από του λόφου εφ’ ού εθεώμεθα. Ολίγον μακράν της Μονής όργανα τινά ετόνιζαν ησύχως τα εγχώρια εκείνα παθητικά της Μεσσηνίας μέλη, πέριξ δε αυτών εν ρυθμώ ωρχούντο οι ευτυχείς συμπόται. Προχωρούσης της ημέρας, οι προσκυνηταί ηραιούντο, την εσπέραν ηκούοντο έτι χοροί και άσματα, αλλά την επαύριον ησυχία και τάξις επεκράτη πανταχού. Την πανήγυριν ταύτην διαδέχεται μεθ΄ ημέρας εννέα άλλη εμπορική τελουμένη υπό της αυτής Μονής εν τω κατά το Νησίον της Μεσσήνης μετοχίω αυτής, εν ώ πωλούνται τα άχρηστα αφιερώματα, ο κηρός και ο λίβανος”.
Ισχυρή θρησκευτική πίστη αλλά και διαφορετική κατανομή των πληθυσμών με ισχυρή παρουσία στα ορεινά χωριά, ήταν οι βασικοί συντελεστές της συρροής πιστών στο πανηγύρι του Βουλκάνου. Στο Νησί η μεγάλη αλλαγή έγινε μετά το 1892, όταν λειτούργησε ο προαστιακός σιδηρόδρομος που μπορούσε να μεταφέρει χιλιάδες προσκυνητές, γεγονός που ενίσχυσε και τον εμπορικό χαρακτήρα του, με δεδομένο πάντα τον θρησκευτικό. Με την αλλαγή του ημερολογίου η γιορτή έπαψε να είναι «δίδυμη»: Το πανηγύρι στο Βουλκάνο πήγε 13 ημέρες πίσω και το Νησιώτικο πανηγύρι μετακινήθηκε σχεδόν ένα μήνα μετά.
Όλα αυτά τα χρόνια που υπάρχουν καταγραφές έχουν αλλάξει ριζικά και πολλές φορές τα πράγματα. Αναλλοίωτη μένει μόνον η θρησκευτική τελετή και γι’ αυτό η πρόταση για την Αϋλη Πολιτιστική Κληρονομιά. Ο εμπορικός του χαρακτήρας μεταβάλλεται διαρκώς και εκ των πραγμάτων υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις για τη σημασία και το μέλλον του. Γιατί άλλοι χάνουν και άλλοι κερδίζουν.
Και του χρόνου με υγεία!
