Στα τέλη της άνοιξης του 1827, ο Ιμπραήμ ξανανέβηκε από τη Μεσσηνία στην Ηλεία και προχώρησε σε μαζικούς εξανδραποδισμούς και αιχμαλωσίες. Όσοι δεν προλάβαιναν να διαφύγουν, κυρίως γυναίκες και παιδιά, αιχμαλωτίζονταν, μεταφέρονταν στα μεσσηνιακά φρούρια κι από εκεί στα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Εκφοβίζοντας, προσπαθούσε να καταπνίξει την Επανάσταση. Το σχέδιό του στηριζόταν στο «προσκύνημα», δηλαδή την αποδοκιμασία από τους υπόδουλους, κάθε επαναστατικής κίνησης των ξεσηκωμένων ομοδόξων τους. Οι «προσκυνημένοι», εφοδιάζονταν με το «προσκυνοχάρτι» ή «ράι μπουγιουρντί» που τους εξασφάλιζε προνόμια «νομιμόφρονα» υπηκόου. Από αυτή τη δήλωση υποταγής, το ράι, προέρχεται και ο όρος «ραγιάς», δηλαδή νομοταγής, υπάκουος υπήκοος.
Στα «Απομνημονεύματα», αναφερόμενος στους «τουρκοπροσκυνημένους» πρώην οπλαρχηγούς, ο Κολοκοτρώνης τους χαρακτηρίζει «καπεταναίους των αρχόντων», δηλαδή μισθοφόρους των Τούρκων. Ένας από αυτούς ήταν και ο Δημήτριος Νενέκος από τη Ζουμπάτα, στα χωριά του Παναχαϊκού. Πριν προσκυνήσει είχε πάρει μέρος στις πολιορκίες της Πάτρας και του Μεσολογγίου. Όταν ο Κανέλλος Δεληγιάννης ανέβηκε στη Δυτική Στερεά Ελλάδα το 1822, ο Νενέκος ήταν υπό τις διαταγές του. Αργότερα συνέχισε με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον Ανδρέα Ίσκο. Ανήκε στη δύναμη του προεστού της Πάτρας Θάνου Κανακάρη αλλά και του γιου του, κατοπινού πρωθυπουργού Μπενιζέλου Ρούφου. Εξαιρετικά φιλόδοξος μικροκαπετάνιος, προκειμένου να γίνει ο πρωτοκαπετάνιος του Ρούφου, δεν δίστασε να βγάλει από τη μέση, δύο άλλους μικροκαπετάνιους της Πάτρας, τους Σπανοκυριάκο και Σαγιά.
Ο Νενέκος είχε προσκυνήσει τον Ιμπραήμ το 1826, αμέσως μετά την πτώση του Μεσολογγίου. Οι συνεννοήσεις είχαν ξεκινήσει νωρίτερα, μετά την άφιξη των Αιγυπτίων στη Μεσσηνία. Ο «προσκυνημένος» Νενέκος, με ένοπλο σώμα δύο χιλιάδων προσκυνημένων, εξανάγκαζε ολόκληρα χωριά να προσκυνήσουν. Λόγω αυτής της δράσης του, αλλά κυρίως επειδή είχε αναλάβει και την προστασία του ίδιου του Ιμπραήμ, οι Τούρκοι με φιρμάνι του απένειμαν τον τίτλο του μπέη. Ο Φωτάκος στα Απομνημονεύματά του περιγράφει μια μοναδική ευκαιρία που είχε ο Νενέκος να εξοντώσει τον Ιμπραήμ στο δάσος της Μακελαριάς, αλλά δεν το έκανε:
……«Εις δε τον Ιμβραήμ ερχόμενον, ως είπαμεν, από τας Πάτρας εις τα Καλάβρυτα συνέβη το ακόλουθον συμβάν. Όταν έφθασεν εις το χάνι του Βερβαινίκου εκεί επαραδρόμησε, και χωρισθείς από την φρουράν του, επλανάτο εμβάς μέσα εις το πλησίον δάσος. Αφού δε επλανήθη έως ένα διάστημα, εννοήσας την παραδρομήν, επέστρεφε πάλιν οπίσω, και κατά τύχην έπεσεν εις τας χείρας των Τουρκοπροσκυνημένων Ελλήνων, οι οποίοι κατά την διαταγήν του παρηκολούθουν τον στρατόν του ως οπισθοφύλακες. Ο Πασάς ήτο μόνος και ακολούθει αυτόν μόνον ένας Τούρκος τσιμπουκοδότης. Ολόκληρος δε αυτήν την ήμεραν εβάδιζε με τον Νενέκον και εφρουρείτο από τους μισθωτούς Έλληνας. Από δε το χάνι του Βερβαινίκου έως το Λιβάδι της Σάλμενας, όπου εστρατοπέδευσε, το διάστημα είναι οκτώ περίπου ωρών. Καθ' οδόν δε και εις του Δεσπότη την βρύσιν λεγομένην, εκεί εκοιμήθη πολλήν ώραν από κάτω εις ένα δένδρον έως ότου η ζέστα επέρασεν. Έπειτα δε αφού εξύπνησε, οι Έλληνες τού έδωκαν τροφήν και έφαγε, και μετά ταύτα συνώδευσαν αυτόν έως το βράδυ και τον ωδήγησαν ασφαλώς εις το στρατόπεδον»…..
Στις αρχές του καλοκαιριού του 1827, σημειώθηκε η μεγαλύτερη συνεισφορά του Κολοκοτρώνη στον Αγώνα. Παρά την έλλειψη πόρων, σχημάτισε ένοπλες ομάδες και προσπάθησε να κόψει την επικοινωνία των μεσσηνιακών φρουρίων με την Τριπολιτσά. Το ίδιο έκαναν στις περιοχές της Αρκαδίας και της Ηλείας, ο Πλαπούτας, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, ο Σισίνης και ο Χριστόπουλος. Η εντολή του Κολοκοτρώνη ήταν σαφής. Έπρεπε να πάνε στα Καλάβρυτα για να σταματήσουν τον Νενέκο και το προσκύνημα. Με το σύνθημα «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους» απέτρεπε τα προσκυνήματα και έλεγε χαρακτηριστικά:
«…τον Τούρκο δεν φοβάμαι διότι αν θέλει να υποτάξη με βία τον τόπον και να βαστάξη και να κατέχη, θέλει το ελάχιστον 50.000 διαρκώς Τούρκους δια φρουράν, αλλά τώρα φοβάμαι το μίασμα του προσκυνήματος και να καταβάλουμε κόπους διπλούς …».
Από τον Φενεό εξαπέλυσε σοβαρές απειλές για όποιους προσκυνούσαν:
«…εάν στοχασθήτε ότι ο Ιμπραήμης θα σας δώση από πεντακόσους να φυλάτε τα χωριά σας, είσθε γελασμένοι διατί δεν έχει τόσο στράτευμα, αλλά από το ένα μέρος θα φεύγουν εκείνοι και από το άλλο θα ερχώμεθα εμείς να καίμε και να σκοτώνουμε…».
Στις αρχές του 1828, ο Κολοκοτρώνης αποφάσισε ότι παρά τη συγχώρεση του Καποδίστρια στους προσκυνημένους, ο Νενέκος έπρεπε να εξοντωθεί. Περιγράφει στα απομνημονεύματά του:
«…Καὶ τότενες μ᾿ ἔκαμε ἕνα γράμμα διὰ τοὺς προσκυνημένους Πάτρα καὶ λοιπὰ καὶ τοὺς συγχωράει ἡ Κυβέρνησις, καὶ νὰ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Καὶ τὴν ἔκαμε τὴν διαταγὴ ἐπάνω εἰς ἐμένα καὶ ἐγὼ νὰ γράψω νὰ ἡσυχάσουν καὶ νὰ μὴν ἀνακατώνονται πλέον μὲ τοὺς Τούρκους. Τὴν διαταγὴ μὲ τὴν ἔδωκε στὰ ἔβγα τοῦ Γεναρίου καὶ ἔκαμα διαταγὰς εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, καὶ ἔτσι οἱ προσκυνημένοι ἐτραβήχθηκαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ὁ δὲ Νενέκος εἰς τὰς 26 τοῦ Μαρτίου ἐπῆρε τοὺς Τούρκους καὶ ἐπῆγε κι ἐχάλασε μία οἰκογένεια Καρυτινὴ ὁποὺ ἦτον ἀπὸ παλαιὰ εἰς τὴν Πάτρα, ἐσκλάβωσε τὰ παιδιά, οἱ ἄνδρες ἐγλύτωσαν μόνον μὲ τὸ κορμί, μὲ τὸ τουφέκι στὸ χέρι, τοὺς πῆρε 6.000 σφαχτά. Εἰς τὰ 26, ὅταν ἐπρωτοπροσκύνησε, εἶχα διατάξει ἕναν λεγόμενον Σαγιᾶ νὰ τὸν σκοτώσει. Ὁ Σαγιᾶς μοῦ ἐζήτησε τὴν ἄδειαν καὶ ἐγὼ εἶχα τὴν ὄρεξιν, καὶ πάλιν ὅταν ἄκουσα καὶ ἐσκλάβωσε τοὺς Ἕλληνας τὸν ἐντεμπίχιασα μὲ ἕνα γράμμα:
«Ἄπιστε, διατί δὲν τὸν σκοτώνεις, ποὺ ἀκόμη μὲ τοὺς Τούρκους εἶναι, ἀφοῦ ἦλθε ὁ Κυβερνήτης;»
Τότε ὁ Σαγιᾶς ἔσμιξε τὸν Νενέκο καὶ ἐσκοτώθη ὁ Νενέκος.
Εἰς τὰ 1828 ἔγιναν παράπονα. Ὁ Νενέκος εἶχε φερμάνι ἀπὸ τὴν Πόλη καὶ τὸν ἔλεγαν Μπέη Νενέκο …».
Του Γιάννη Α. Μπίρη
Κατηγορία
Ιστορικά
