Δευτέρα, 12 Οκτωβρίου 2026 18:45

Ιστορία της Μεσσηνίας: Οι Γάλλοι στον Μωριά

Γράφτηκε από τον

Ιστορία της Μεσσηνίας: Οι Γάλλοι στον Μωριά

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Η αλήθεια είναι ότι κατά τον απελευθερωτικό Αγώνα του 1821, καμιά από τις Μεγάλες Δυνάμεις και τους ευρωπαίους δεν νοιαζόταν ιδιαίτερα για την Ελλάδα. Το ελληνικό ζήτημα ήταν μια ευκαιρία να κερδίσουν όλοι, ο καθένας για λογαριασμό του, από τη διαφαινόμενη κατάρρευση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Τόσο σε εδάφη, όσο και σε οικονομικά οφέλη και πολιτική ισχύ.

Οι Ρώσοι έβλεπαν ότι η νίκη των Ελλήνων εξυπηρετούσε τα συμφέροντά τους αφού οι κύριοι πράκτορες και προμηθευτές των ρωσικών προϊόντων στη Μαύρη Θάλασσα ήταν Έλληνες έμποροι και καραβοκύρηδες. Επειδή οι εμπορικές δραστηριότητες είχαν ατονήσει κατά τη διάρκεια του ελληνικού Αγώνα, η Ρωσία επιθυμούσε τη γρήγορη λήξη του πολέμου, ώστε να ξεκινήσει και πάλι η οικονομική δραστηριότητα στις θάλασσες. Οι Άγγλοι έβλεπαν ότι αν αποτύχαιναν οι Έλληνες, που έχοντας ζητήσει προστασία στηρίζονταν στην αγγλική πολιτική, θα κλονιζόταν αμέσως και η υπεροχή της Αγγλίας στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Αυτό θα είχε ως συνέπεια και κινδύνους για την ασφάλεια της Ινδίας. Οι Γάλλοι ήταν οι πιο «άνετοι» απ’ όλους. Αφού μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους, το εδαφικό καθεστώς της Ευρώπης είχε οριστεί ερήμην τους, κάθε εδαφική ανακατάταξη, μετά τον ενδεχόμενο διαμελισμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, θα είχε μόνο οφέλη γι’ αυτούς. Άλλωστε η θέση της Γαλλίας ήταν αναβαθμισμένη αφού ο Ρώσος αυτοκράτορας Νικόλαος ήθελε να έχει τους Γάλλους δίπλα του, για τη δημιουργία αντίβαρου στην αγγλική πολιτική. Οι τρεις «Μεγάλοι» σύμμαχοι ήταν ουσιαστικά, αντίπαλοι μεταξύ τους και η ισορροπία παρέμενε μόνο λόγω του φόβου του ενός για τους άλλους δύο.

Μετά το Πρωτόκολλο της Πετρούπολης, που υπέγραψαν στις 4 Απριλίου 1826 η Ρωσία με την Αγγλία, η γαλλική διπλωματία προσέγγισε θετικά τη συμφωνία. Η μεταστροφή της Γαλλίας επικυρώθηκε με τη Συνθήκη του Λονδίνου στις 6 Ιουλίου 1827. Αυτή η συμφωνία των τριών προστάτιδων Δυνάμεων αναγνώριζε την πολιτική υπόσταση της Ελλάδας, αφού προέβλεπε αυτονομία, με καταβολή φόρου στον σουλτάνο. Τα εδαφικά όρια του νέου κράτους δεν προσδιορίζονταν, αφού θα ορίζονταν μελλοντικά, στις επί μέρους διαπραγματεύσεις μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Με μυστικό πρωτόκολλο, δινόταν διορία ενός μηνός στην Υψηλή Πύλη να αποδεχτεί τους όρους της Συνθήκης, μετά την πάροδο της οποίας οι πολεμικοί στόλοι των Μεγάλων Δυνάμεων θα είχαν το δικαίωμα να επιβάλουν την εφαρμογή της. Τον Οκτώβριο του 1827, οι συμμαχικοί στόλοι πήγαν στο Ναβαρίνο για να πείσουν αλλά και να πιέσουν τον Ιμπραήμ να αποχωρήσει. Εκεί «έμπλεξαν» όμως, σε μια αθέλητη ναυμαχία με τον αραγμένο τουρκο-αιγυπτιακό στόλο.

Την επόμενη της ναυμαχίας, ο Ιμπραήμ μετά την επιστροφή του από τη Μεθώνη, έστειλε τον Ταχήρ πασά στην «Asia», για να μεταφέρει στον Codrington επίσημη υπόσχεση ότι δεν θα υπάρξουν εχθροπραξίες εναντίον των στόλων των τριών «Μεγάλων Δυνάμεων», αλλά δεν δεσμευόταν για τα παράλια και την ενδοχώρα. Πρακτικά δηλαδή, ο Αιγύπτιος πασάς δεν αναγνώριζε ότι η εκεχειρία ίσχυε και στην ξηρά. Οι τρεις ναύαρχοι και κυρίως ο Codrington πίστευαν ότι είχαν φέρει σε πέρας την αποστολή τους και ότι η κατάσταση θα οδηγούσε τον σουλτάνο να συμφωνήσει με την προτεινόμενη ανακωχή. Αδιαφορώντας για την ερμηνεία και την «παρασπονδία» του Ιμπραήμ, έστειλαν τις αναφορές τους σε όλους τους αρμόδιους στο Λονδίνο, το Παρίσι, την Αγία Πετρούπολη, την αγγλική βάση στη Μάλτα και στον Stratford Canning στην Κωνσταντινούπολη.

Μια μέρα πριν αποπλεύσουν οι στόλοι από το Ναβαρίνο, ο Codrington με επιστολή στην ελληνική Αντικυβερνητική Επιτροπή συμβούλεψε να περιορίσουν τον Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο αλλά ταυτόχρονα υπενθύμισε ότι θα πρέπει και οι Έλληνες να σταματήσουν τις πειρατικές επιδρομές. Οι Άγγλοι και οι Ρώσοι αναχώρησαν μαζί από το Ναβαρίνο για τη Μάλτα. Ο Ιμπραήμ φυσικά έμεινε στο Ναβαρίνο και τη Μεθώνη. Οι Γάλλοι κατευθύνθηκαν στο Αιγαίο για τη διαφύλαξη της εκεχειρίας, λόγω της εκεί αυξημένης κινητικότητας των Ελλήνων.

Παρά τη μεγάλη καταστροφή του στόλου στο Ναβαρίνο, ο σουλτάνος δεν άλλαξε τη φιλοπόλεμη πολιτική του. Στο τέλος του χρόνου, ο τσάρος αποφάσισε να επιτεθεί στην Κωνσταντινούπολη από την ξηρά. Αυτή ήταν και η αφορμή για την ανάληψη πρωτοβουλιών από τη γαλλική κυβέρνηση του de Martignac. Ο υπουργός εξωτερικών La Ferronnays πρότεινε να αναλάβει η χώρα του όλη την ευθύνη των στρατιωτικών επιχειρήσεων, που θα χρειάζονταν για την αποβολή των Τουρκοαιγυπτίων από τον Μοριά.

Στις 19 Ιουλίου 1928, υπογράφηκε συνθήκη μεταξύ των τριών συμμάχων, η οποία όριζε ότι:
• Α. Ένα στρατιωτικό σώμα θα αποβιβαστεί το ταχύτερο δυνατό στον Μοριά για να αποκλείσει ολοκληρωτικά τον στρατό του Ιμπραήμ και
• Β. Επειδή υπάρχουν λόγοι που εμπόδιζαν τον βασιλιά της Αγγλίας να παραχωρήσει ανάλογο στρατιωτικό σώμα γι’ αυτή την επιχείρηση, ο βασιλιάς της Γαλλίας θα αναλάμβανε μόνος να εκτελέσει αυτό το μέτρο, εν ονόματι και των τριών Δυνάμεων.

Μετά την επικύρωση της συνθήκης, ο Γάλλος πρέσβης στο Λονδίνο Polignac, δήλωσε ότι η επιχείρηση δεν περιλάμβανε καμία εχθροπραξία κατά της Υψηλής Πύλης και ότι τα γαλλικά στρατεύματα θα αποσύρονταν όταν αποχωρούσε ο Ιμπραήμ από τον Μοριά. Μετά από υπόδειξη του υπουργού των στρατιωτικών Caux,επικεφαλής του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος ορίστηκε από τον βασιλιά Charles X, ο στρατηγός Nicolas-Joseph Maison.

Σχεδόν δέκα μήνες μετά τη ναυμαχία στο Ναβαρίνο τον Οκτώβριο του 1827, στις 9 Αυγούστου 1828, με τη Σύμβαση της Αλεξάνδρειας που υπογράφηκε από τον Αντιβασιλέα της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή και τον Άγγλο ναύαρχο Codrington, συμφωνήθηκε η αποχώρηση του αιγυπτιακού στρατού από την Πελοπόννησο, με ευθύνη και επίβλεψη του αιγυπτιακού στόλου που θα συνοδευόταν όμως από αγγλικά και γαλλικά σκάφη, τόσο κατά τον ερχομό από την Αλεξάνδρεια όσο και στην επιστροφή του από την Πάτρα, το Ναβαρίνο, τη Μεθώνη και την Κορώνη. Συμφωνήθηκε επίσης η απελευθέρωση των αιχμαλώτων που είχαν μεταφερθεί στην Αίγυπτο από την Πελοπόννησο μετά τη ναυμαχία του Ναβαρίνου, ενώ υπήρχε και όρος για τη διατήρηση αιγυπτιακών φρουρών στη Μεθώνη, την Κορώνη, το Νιόκαστρο, την Πάτρα και το Ρίο. Η δύναμη αυτών των φρουρών δεν θα ξεπερνούσε συνολικά τους χίλιους διακόσιους άνδρες.
Ο Ιμπραήμ είχε συμφωνήσει να αποσύρει αμέσως τον στρατό του, όμως οι τουρκοαιγυπτιακές φρουρές εξακολουθούσαν να παραμένουν στις θέσεις τους. Στις 29 Αυγούστου 1828, οι Γάλλοι, που στις 19 Ιουλίου είχαν αναλάβει την εκδίωξη του Ιμπραήμ, με εξήντα πλοία βγήκαν στο Πεταλίδι. Τη γαλλική δύναμη, που έφτασε στη Μεσσηνία, αποτελούσαν δέκα τέσσερις ως δέκα πέντε χιλιάδες άνδρες υπό τον στρατηγό Maison. Οι Γάλλοι έστησαν μεγάλο στρατόπεδο στα βόρεια του οικισμού, δίπλα στον ποταμό Τζάνε. Οι ντόπιοι γνώριζαν για την απόβαση των Γάλλων, από προκήρυξη του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Πλήθη Ελλήνων χωρικών έσπευσαν στο Πεταλίδι για να τους υποδεχτούν ως ελευθερωτές, προσφέροντάς τους ό,τι καλύτερο μπορούσαν. Σε λίγες ημέρες, έφτασαν εκεί για να συναντήσουν τον Maison, ο Καποδίστριας, ο Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς και άλλοι.

Στις 15 Σεπτεμβρίου το γαλλικό στρατόπεδο μετακινήθηκε από το Πεταλίδι στη Γιάλοβα, κοντά στο Νιόκαστρο. Την 1η Οκτωβρίου, ο στρατηγός Maison, παρουσία του Ιμπραήμ και του Έλληνα στρατηγού Νικηταρά, επιθεώρησε τα γαλλικά στρατεύματα που είχαν παραταχθεί στην ακτή,

Τελικά, μετά από αμοιβαίες ανταλλαγές επισκέψεων και φιλοφρονήσεων με τον Maison, ο Ιμπραήμ απέπλευσε για την Αλεξάνδρεια στις 4 Οκτωβρίου 1828. Στα μεσσηνιακά φρούρια, στην Πάτρα και το Ρίο, που βρίσκονταν υπό τουρκική κατοχή, είχε αφήσει φρουρές, που αρνούνταν όμως να παραδοθούν, χωρίς επίσημη διαταγή από τον σουλτάνο Οι Γάλλοι έστησαν πυροβολεία, παρατάχθηκαν σε θέση μάχης και απείλησαν με γενικευμένη έφοδο. Μπροστά στην υπεροχή του γαλλικού στρατού, οι φρουρές συνθηκολόγησαν.

Το Νιόκαστρο, η Μεθώνη και η Κορώνη παραδόθηκαν στους Γάλλους του εκστρατευτικού σώματος, στις 6, 7 και 9 Οκτωβρίου αντίστοιχα. Η Πάτρα παραδόθηκε στις 7 Οκτωβρίου, στον στρατηγό της τρίτης ταξιαρχίας Virgile Schneider. Μετά την επιθεώρηση των τριών παραδοθέντων μεσσηνιακών φρουρίων, ο Maison έστειλε στις 11 Οκτωβρίου επίσημη αναφορά στον βασιλιά Charles X. Εκεί μεταξύ άλλων αναφερόμενος στην Κορώνη γράφει:
«Το μόνο που προσφέρει αυτό το οχυρό είναι ένας σωρός χαλάσματα, το ένα πάνω στ’ άλλο. Σχεδιάζω να παραδώσω την Κορώνη στην ελληνική Κυβέρνηση, αμέσως μόλις στείλει τακτικό στρατό για να την παραλάβει.».
Πράγματι, στις 18 Οκτωβρίου του 1828, ο ταξίαρχος Tiburce Sebastiani παρέδωσε την Κορώνη στον πρώτο Έλληνα φρούραρχό της, τον Νικήτα Σταματελόπουλο ή Νικηταρά.

Το κάστρο του Μοριά, στο Ρίο, παραδόθηκε στις 30 Οκτωβρίου. Ο όρος της συμφωνίας της Αλεξάνδρειας, για τη διατήρηση φρουρών στα κάστρα, δεν έγινε δεκτός από το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα. Ο σκοπός της γαλλικής εκστρατείας είχε εκπληρωθεί και ο Μοριάς ήταν πια ελεύθερος στα χέρια των Ελλήνων. Οι Γάλλοι εγκαταστάθηκαν στο Νιόκαστρο ενώ κατεδάφισαν τα άθλια και ρυπαρά κτήρια του οικιστικού περιβόλου του κάστρου της Μεθώνης. Ήθελαν να αποτρέψουν την κατοίκηση του οχυρού από τους Έλληνες που ζούσαν στην περιοχή.

Στο τέλος Οκτωβρίου στο Ναβαρίνο, για τις πρώτες ανάγκες του εκστρατευτικού σώματος, λόγω της ελονοσίας και της δυσεντερίας που μάστιζαν το στρατόπεδο στον βαλτότοπο της Γιάλοβας, το μεγαλύτερο από τα μισογκρεμισμένα υπόστεγα κοντά στην προβλήτα, μετατράπηκε σε νοσοκομείο. Δίπλα του στεγάστηκε το φαρμακείο. Δυτικότερα στην αποβάθρα, σε ένα παράπηγμα εγκαταστάθηκαν οι υγειονομικοί αξιωματικοί και μια αίθουσα επεμβάσεων. Σε άλλα παρόμοια υπόστεγα στεγάστηκαν το ελληνικό τελωνείο και το αστυνομικό τμήμα. Για τους κοιτώνες των Γάλλων αξιωματικών χρησιμοποιήθηκε ένα αρχοντικό, που δεν υπάρχει σήμερα, περίπου στην περιοχή του παλιού μουσείου. Σήμερα δεν υπάρχουν ίχνη αυτών των εγκαταστάσεων των Γάλλων.

Ένα θεραπευτήριο κρίθηκε απαραίτητο και για τη Μεθώνη. Αυτό στεγάστηκε σ’ ένα ετοιμόρροπο κτήριο με τέσσερα δωμάτια, που επισκευάστηκε πρόχειρα. Δύο ακόμη δωμάτια παραχωρήθηκαν, δίπλα στην αποθήκη του πυροβολικού.
Καθοριστική για τους Γάλλους ήταν και η επικοινωνία των δύο φρουρίων που κράτησαν στην κυριαρχία τους. Στη Μεθώνη ήταν εγκατεστημένο το διοικητήριο και στο Ναβαρίνο το μεγαλύτερο μέρος του στρατιωτικού σώματος. Η περιοχή μεταξύ του Ναβαρίνου και της Μεθώνης, μετά την άφιξη του Ιμπραήμ, καταστράφηκε και οικισμοί, όπως η Δρουγούτενα, η Σούμπαλη και η Διαβατινή ισοπεδώθηκαν από τα αιγυπτιακά στρατεύματα. Ο στενός, πετρώδης δρόμος που είχαν ανοίξει οι Βενετοί πριν από περίπου εκατόν πενήντα χρόνια, ήταν δύσβατος αφού είχε σχεδόν καταστραφεί. Οι Γάλλοι μηχανικοί και στρατιώτες προχώρησαν στη διαπλάτυνση, στη χάραξη όπου χρειαζόταν και την κατασκευή του δρόμου μεταξύ των φρουρίων. Ο René Puaux αναφέρει ότι περίπου στα μισά του δρόμου, στο ύψος του Καινούργιου Χωριού, κοντά σε μία πηγή και μια συκιά, υπήρχε το καπηλειό του Πανάγου, ενός Έλληνα βετεράνου της ναπολεόντειας στρατιάς. Οι Γάλλοι στρατιώτες που εργάζονταν για την κατασκευή του δρόμου πήγαιναν εκεί, έπιναν ρακί και ξαναμμένοι από τη ζέστη και την κούραση, ζητωκραύγαζαν, μαζί με τον Πανάγο, για τον Ναπολέοντα.
Οι Γάλλοι, μετά την επιτυχία τους, «γλυκάθηκαν» και δεν ήταν πρόθυμοι να εγκαταλείψουν τον Μοριά. Έβλεπαν ότι τα μεσσηνιακά φρούρια, θα ήταν μια δυνατή βάση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου. Ο υπουργός εσωτερικών και ουσιαστικός πρωθυπουργός vicomte de Martignac πρότεινε στον βασιλιά Charles X, να προσαρτήσει στο εκστρατευτικό σώμα, κατόπιν αιτήματος του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, μια επιστημονική αποστολή, είχε εκλέξει η γαλλική ακαδημία τον Νοέμβριο του 1828.

Αφού οι άλλες δύο «Μεγάλες Δυνάμεις» δεν συναινούσαν για την παράταση της παραμονής των Γάλλων στην Ελλάδα και μάλιστα για την επέκταση της δράσης τους και πέραν του Ισθμού, ο στρατηγός Maison αποχώρησε από τον Μοριά, στις 10 Απριλίου 1829. Μέχρι την αναχώρησή του ασχολήθηκε με τις επισκευές στο κάστρο της Μεθώνης και το Νιόκαστρο. Το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα μέχρι το 1833 που αποχώρησε, δεν περιορίστηκε στα στρατιωτικά καθήκοντά του. Βοήθησε στην ανοικοδόμηση της Πελοποννήσου, αφού κατασκεύασε δρόμους, γέφυρες αλλά και νοσοκομεία στο Ναβαρίνο, τη Μεθώνη και την Πάτρα. Η σημερινή πόλη της Μεθώνης, της Πύλου. του Πεταλιδιού και της Πάτρας σχεδιάστηκαν από αξιωματικούς του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος.

Στη νέα πόλη του Ναβαρίνου, τη σημερινή Πύλο, οι Γάλλοι δεν φείσθηκαν δαπανών και το 1829 προχώρησαν στην ανέγερση του διοικητηρίου τους. Το επιβλητικό κτήριο βρισκόταν σε κεντρικό σημείο στον πάνω δρόμο, στον αριθμό 19 της σημερινής οδού Επισκόπου Γρηγορίου Μεθώνης. Αυτός ο δρόμος που σχεδιάστηκε ειδικά γι’ αυτόν τον σκοπό, οδηγούσε από την πλατεία στο διοικητήριο, που δέσποζε στην περιοχή. Αναγέρθηκε το 1829, ήταν διώροφο, ροζ κτήριο που δέσποζε στην πλαγιά και φιλοξενούσε τις επίσημες εκδηλώσεις, τις δεξιώσεις τις τελετές των Γάλλων.

Το 1832 στην Πύλο, οι Γάλλοι φρόντισαν για την επισκευή και συντήρηση που παλιού τούρκικου υδραγωγείου που ερχόταν από του Χανδρινού και μέχρι το 1827 ήταν ανενεργό. Μετά την επισκευή του, το υδραγωγείο χρησιμοποιήθηκε για την ύδρευση της πόλης μέχρι το 1907. Ο καινούργιος μικρός οικισμός που έχτισαν οι Γάλλοι για τις ανάγκες τους, προσέλκυσε πολλές οικογένειες από τη γειτονική Τριφυλία αλλά και την Αρκαδία και τα Επτάνησα και έγινε σταδιακά με τα χρόνια η σημερινή πόλη της Πύλου, που πήρε το όνομά της το 1833.

Κάποιες οικογένειες Γάλλων εμπόρων και αξιωματικών εγκαταστάθηκαν μόνιμα στα βόρεια της πόλης, δημιουργώντας μια γειτονιά, που έμεινε γνωστή ως «φραγκομαχαλάς». Εκεί είχαν χτίσει και μια καθολική εκκλησία που δεν υπάρχει σήμερα, αφού έχει κατεδαφιστεί. Η περιοχή έχει και σήμερα το τοπωνύμιο «Φραγκοκκλησιά». Το εκστρατευτικό σώμα είχε σχετικά πολλές απώλειες αφού κυρίως η περιοχή τῆς Γιάλοβας μαστιζόταν από επιδημίες. Οι συνολικά 915 νεκροί του εκστρατευτικού σώματος τάφηκαν σε νεκροταφείο έξω από την νέα πόλη, στο «στρογγυλό», πάνω από τις σπηλιές.

Μετά την αποχώρηση του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος, το κτήριο του διοικητηρίου δόθηκε στο ελληνικό κράτος και στέγασε πολλές υπηρεσίες. Όταν το 1930, ο René Puaux επισκέφτηκε την Πύλο, είδε το «ροζ κτήριο του ταχυδρομείου» που ήταν και το μόνο που είχε απομείνει από εκείνη την εποχή του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος. Αργότερα παραχωρήθηκε στην Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Πυλίας. Δυστυχώς, το ιστορικό αυτό κτήριο κατεδαφίστηκε τον Νοέμβριο του 1986.

[Στη φωτογραφία: Λεζάντα: Η συνάντηση του Ιμπραήμ με τον στρατηγό Maison στη Γιάλοβα τον Σεπτέμβρη του 1828 (Λάδι σε Καμβά - Jean-Charles Langlois (1789-1870)]