Ο Σαράντος Αγαπηνός. Ο Μακεδονομάχος που έμεινε στην Ιστορία ως Τέλλος Άγρας. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο, στις 17 Φεβρουαρίου 1880. Ο πατέρας του, Ανδρέας Αγαπηνός υπηρετούσε τότε εκεί, ως εφέτης. Καταγόταν από τους Γαργαλιάνους Μεσσηνίας, από την ιστορική οικογένεια των Αγαπηνών, που είχαν διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Όταν γεννήθηκε ο Σαράντος, ο πατέρας του, ως γνήσιος Γαργαλιανιώτης, θεώρησε υποχρέωσή του να τον εγγράψει στα «μητρώα αρρένων» των Γαργαλιάνων.
Όταν ο Σαράντος έφτασε σε ηλικία δέκα χρόνων, ο πατέρας του πέθανε και η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα. Το 1901, αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων και τοποθετήθηκε ως ανθυπολοχαγός του πυροβολικού στη φρουρά της Αθήνας. Ο νεαρός αξιωματικός ζητούσε επίμονα να μετατεθεί στη Μακεδονία. Το αίτημά του, λόγω του νεαρού της ηλικίας και της απειρίας του, δεν γινόταν δεκτό και μετατέθηκε στον Τύρναβο.
Οι Μακεδονομάχοι έμπαιναν μυστικά στην τουρκοκρατούμενη Μακεδονία και εκεί μάχονταν με ψευδώνυμα, αφού η Ελλάδα δεν συμμετείχε επίσημα σε πολεμικές αναμετρήσεις εναντίον της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Κι ενώ ο νεαρός Έλληνας αξιωματικός περίμενε την ευκαιρία να μπει μυστικά στη Μακεδονία, στις αρχές Σεπτέμβρη του 1906, ήρθε η απόφαση από το Γενικό Προξενείο της Θεσσαλονίκης. Σύμφωνα με αυτήν, τότε έπρεπε να αποσταλούν, μυστικά, τρία ελληνικά σώματα στη λίμνη των Γιαννιτσών, που ήταν ένας απέραντος, ελώδης βάλτος με τεράστια στρατηγική σημασία. Όποιος έλεγχε τον βάλτο, έλεγχε την Κεντρική Μακεδονία.
Εκείνο τον καιρό στη λίμνη δρούσε και ο Έλληνας ανθυπολοχαγός του πεζικού Νικόλαος Ρόκας, με το ψευδώνυμο «Καπετάν-Κολιός». Και αυτός καταγόταν από ιστορική οικογένεια που κατά την Επανάσταση του 1821, είχε δράσει στον Όλυμπο, την περιοχή Πιερίων και των Βοδενών (Έδεσσας). Ο καπετάν-Κολιός, το 1905, ήταν επικεφαλής ενός σώματος είκοσι ανδρών και είχε αναλάβει την παροχή πολεμοφοδίων αλλά και τη συντήρηση ικανής δύναμης ανταρτών στην περιοχή των Γιαννιτσών. Τον Ιούλιο του 1906 μετατέθηκε όμως στη Νάουσα, αντικαθιστώντας εκεί τον ανθυπολοχαγό Γεώργιο Κατεχάκη, τον καπετάν-Ρούβα. Έτσι πρότεινε στο Προξενείο να τον αντικαταστήσει στα Γιαννιτσά ο ανθυπολοχαγός Σαράντος Αγαπηνός.
Μετά την πρόταση του καπετάν-Κολιού, κι αφού κατατάχθηκε εθελοντικά στα αντάρτικα σώματα που θα πήγαιναν στη Μακεδονία, κλήθηκε στην περιοχή ο Σαράντος Αγαπηνός, που έγινε ο Τέλλος Άγρας ή καπετάν-Άγρας του Μακεδονικού Αγώνα. Στις αρχές Σεπτέμβρη 1906, το σώμα του καπετάν-Άγρα, με δύναμη περίπου είκοσι ανδρών, έφτασε πρώτο στη λίμνη των Γιαννιτσών. Σε λίγες ημέρες έφτασαν εκεί και τα άλλα δύο σώματα. Το ένα που είχε επικεφαλής τον υπολοχαγό του πεζικού Κωνσταντίνο Σάρρο ή καπετάν-Κάλα και το άλλο του ανθυποπλοίαρχου Ιωάννη Δεμέστιχα ή καπετάν-Νικηφόρου. Αυτά είχαν δύναμη περίπου είκοσι πέντε ανδρών το καθένα. Η αποστολή όλων ήταν κοινή. Έπρεπε να απομακρύνουν τις βουλγαρικές ληστρικές συμμορίες από τη λίμνη. Η έδρα των Βουλγάρων βρισκόταν στο νοτιοδυτικό τμήμα της λίμνης.
Τον συντονισμό των Ελλήνων Μακεδονομάχων έκανε το Ελληνικό προξενείο της Θεσσαλονίκης, υπό την καθοδήγηση του προξένου Λάμπρου Κορομηλά. Ήταν το «μυστικό αρχηγείο» και το κέντρο επιχειρήσεων ολόκληρου του Μακεδονικού Αγώνα. Έλεγε ο Κορομηλάς:
«Πρέπει οι Έλληνες Μακεδόνες αυθορμήτως να εξεγερθώσι και να διεκδικήσωσι τα κληρονομικά αυτών δικαιώματα, χωρίς να καταγγελθή η Ελλάς ότι αυτή υποκινεί τα πάντα εν αλλοτρίω εδάφει…»
Οι Μακεδονομάχοι έπρεπε να αντιμετωπίσουν τα σώματα του Βούλγαρου αρχικομιτατζή Αποστόλ Πετκόφ.
Ο καπετάν-Άγρας με την ομάδα του, εγκαταστάθηκε μέσα στον βάλτο. Σε αυτοσχέδιες καλύβες, τα «πατώματα» ή «πλάκες». Οι μετακινήσεις γίνονταν με ρηχές βάρκες, τις «πλάβες». Οι συνθήκες διαβίωσης στη λίμνη ήταν άθλιες. Υγρασία, κρύο και κυρίως μολυσμένα κουνούπια, φορείς της ελονοσίας δυσκόλευαν τη διαβίωση. Δίπλα του βρισκόταν πάντοτε ο πράκτορας Γ’ τάξεως, Αντώνης ή Τώνης Μίγγας, από τη Νάουσα. Αυτός λόγω της καλής γνώσης της περιοχής είχε αναλάβει οδηγός και συνεργάτης του. Οι βαθμοί των «πρακτόρων» (Α΄, Β΄ή Γ΄τάξης) απονέμονταν από το Ελληνικό Κέντρο Θεσσαλονίκης σε Μακεδόνες, όπως ο Μίγγας, που πρόσφεραν πληροφορίες και υποστήριξη στα ελληνικά σώματα, χωρίς οι ίδιοι να είναι στρατιωτικοί.
Κατά τη διάρκεια του ανελέητου κυνηγητού και των μαχών, στις 14 Νοέμβρη 1906, στο Ζερβοχώρι, ο καπετάν-Άγρας τραυματίστηκε σοβαρά στον δεξιό ώμο και στο χέρι. Στη μάχη σκοτώθηκαν και τέσσερις άνδρες του. Από τον τραυματισμό έχασε την ονυχοφόρο φάλαγγα του μεσαίου δάχτυλου του δεξιού χεριού του. Ανακλήθηκε στο Προξενείο της Θεσσαλονίκης, για νοσηλεία. Σε μια εβδομάδα, με δική του πρωτοβουλία, ξαναγύρισε στη λίμνη. Όμως η ελονοσία ήταν εκεί. Αρρώστησε βαριά και μετατέθηκε στη Νάουσα.
Και από εκεί συνέχισε να οργανώνει τον αγώνα. Οι ελληνικές επιτυχίες είχαν πια κουράσει τους Βούλγαρους κομιτατζήδες. Ανάμεσά τους και τον αντίπαλό του, βοεβόδα Γιόβαν ή Βάννη Ζλατάν, που δρούσε υπό τις εντολές του Πετκόφ. Ο Ζλατάν καταγόταν από την περιοχή της Νάουσας και γνώριζε την ελληνική γλώσσα. Ο καπετάν-Άγρας πιστεύοντας ότι θα μπορούσε να τον πείσει να στραφούν μαζί εναντίον των Τούρκων, ξεκίνησε τις συνομιλίες. Στις 24 Μαΐου 1907 είχε ενημερώσει το Ελληνικό Προξενείο. Στις 3 Ιουνίου, άοπλος όπως είχαν συμφωνήσει, συνοδευόμενος από τον Μίγγα συναντήθηκε με τον Ζλατάν και ακόμα έναν Βούλγαρο βοεβόδα, τον Γκιόργκι Κασάπτσε. Οι Βούλγαροι δεν έδειξαν μπέσα. Τους συνέλαβαν και τους διαπόμπευσαν στα βουλγαροκρατούμενα χωριά. Πρόσφεραν στον Μίγγα την ελευθερία του αν απαρνιόταν τον Καπετάν-Άγρα. Εκείνος αρνήθηκε:
«Μαζί ήρθαμε, μαζί θα πεθάνουμε….».
Στις 7 Ιουνίου 1907, οι Βούλγαροι τους κρέμασαν σε μια καρυδιά, ανάμεσα στα χωριά Τέχοβο και Βλάδοβο και τους άφησαν κρεμασμένους εκεί.
Σε ανύποπτο χρόνο, ο εικοσιεπτάχρονος Ήρωας είχε διακηρύξει:
«…ο άνθρωπος μια φορά πεθαίνει και ο Χριστός για την πίστη του πέθανε…»
Τα δύο χωριά, Τέχοβο και Βλάδοβο, μετονομάστηκαν αντίστοιχα σε Καρυδιά και Άγρας, το 1926.
(Στη φωτογραφία: Ο Τέλλος Αγρας τραυματισμένος στο Προξενείο της Θεσσαλονίκης)
