Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2026 12:58

Ο Λουάν Τζούλις στην "Ε" με αφορμή την ποιητική συλλογή "Κομμένος στα τέσσερα"

Γράφτηκε από την

Ο Λουάν Τζούλις στην "Ε" με αφορμή την ποιητική συλλογή "Κομμένος στα τέσσερα"


"Η ανθρώπινη σκέψη, η καλή παρέα και η γνήσια φιλία γίνονται στήριγμα και έμπνευση"


Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Τόπος" η ποιητική συλλογή "Κομμένος στα τέσσερα", του Λουάν Τζούλις. Γεννήθηκε το 1955 στο Ντεβόλ της Κορυτσάς. Σπούδασε Βιομηχανική Χημεία. Από πολύ νωρίς ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία, ενώ παράλληλα εργαζόταν ως δημοσιογράφος σε τοπικά έντυπα. Τιμήθηκε με διάφορα βραβεία της πατρίδας του. Από το 1995 ζει στην Ελλάδα με την οικογένειά τoυ. Τα ποιήματά του, στην ελληνική γλώσσα, έχουν δημοσιευτεί σε πολλά περιοδικά, όπως: Λέξεις, Οδός Πανός, Ιndex, Φάρος, Εντευκτήριο, Δέκατα, Περίπλους, Διαβάζω, κ.ά. Η συλλογή "Πού να ζητήσω συγγνώμη" συμπεριλήφθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού στις 38 καλύτερες ποιητικές συλλογές 2008-2010. Συμμετείχε σε τρία παγκόσμια φεστιβάλ ποίησης: Luxembourg 2008, Τήνος 2010, Αθήνα 2013. Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών της Αθήνας. Εχει επιμεληθεί μεταφραστικά (απόδοση στα αλβανικά από την ελληνική γλώσσα) τέσσερα παραμύθια από τις εκδόσεις "Καστανιώτη". Είναι παντρεμένος και έχει δυο κόρες. Η τελευταία του ποιητική συλλογή, "Κομμένος στα τέσσερα", που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Τόπος", μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη. Οπως δηλώνει στην «Ε», και στο diastixo.gr, «το γράψιμο, η ποίηση, είναι η ανάγκη μου, η εξομολόγησή μου».
Η ανθρώπινη σκέψη, η καλή παρέα και η γνήσια φιλία αποτελούν το στήριγμα και την έμπνευσή του, τον άξονα πάνω στον οποίο ισορροπεί τόσο ο ίδιος όσο και η γραφή του.


Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου


Ο τίτλος "Κομμένος στα τέσσερα" προκαλεί μια έντονη εικόνα και ιδιαίτερο συναισθηματικό βάρος. Πώς γεννήθηκε αυτή η μεταφορά;
Μια ζωή «κομμένος στα τέσσερα» ήμουν, είμαι και θα είμαι. Οχι σαν τιμωρία ή εκδίκηση, αλλά σαν κεφάλαιο μιας φάσης ζωής, σαν μωσαϊκό μιας ηλικίας που κάποτε είχα ονειρευτεί. Το βάρος των τεσσάρων δεν σημαίνει βασανισμένο πορτρέτο. Είναι ανθρώπινη υποχρέωση, με στοιχεία συνέπειας αλλά και αυτοσυντήρησης. Τίποτε δεν γεννιέται τέλειο. Τα σκαλάκια με τις εποχές θέλουν μαστοριά και αντοχή.
Το ποίημα που ανοίγει τη συλλογή μιλά για έναν άνθρωπο που μοιράζει τον εαυτό του στους αγαπημένους. Είναι αυτή η πράξη προσφοράς ή απογύμνωσης;
Η ανθρώπινη ζωή είναι ένας φυσικός μηχανισμός που φέρνει την ισορροπία με το σύμπαν. Δίνεις, για να προχωρήσεις στο αύριο, και ψάχνεις να πάρεις τα απαραίτητα, για να δυναμώσεις τον άξονα της κοινωνίας. Τίποτε στη ζωή δεν είναι μια απλή προσφορά. Στηριζόμαστε στα δεδομένα μας: δουλειά, σκέψη, ανθρωπιά, προσπάθεια, όραμα… και προχωράμε. Ανταλλάσσω συναισθήματα για να γίνομαι καλύτερος, τιμωρώ πολλές φορές τον εαυτό μου, για να κερδίσει ο διπλανός, ο φίλος, ο συνάδελφος, ο γείτονας. Παίρνω δάνειο συναισθημάτων από το περιβάλλον για να βοηθήσω τους πιο αδύναμους. Δεν σκέπτομαι την αμοιβή και δεν ζητώ ποτέ απόδειξη. Χρωστάω μόνο στην εφορία συναισθημάτων… Κάθε τέτοια ανταλλαγή αναζωογονεί. Να ξέρεις κάτι: χαίρομαι και αγαπώ τους εργαζόμενους, τους ακούραστους και τους νέους που προγραμματίζουν το αύριο. Και νευριάζω… με τα αντίθετα.
Οι στίχοι σας είναι απλοί, χωρίς στολίδια, αλλά βαθιά φορτισμένοι. Πόσο δύσκολο είναι να κρατά κανείς την ποίηση καθαρή από περιττά λόγια;
Δεν μου αρέσει να φορτώνω τον εαυτό μου, αλλά και την ποίησή μου, με περιττά στολίδια. Αλλωστε η απλότητα, για μένα, αποτελεί στολίδι. Η αλήθεια είναι στάση ζωής και ποιητικής έκφρασης και δεν επιθυμώ να δραπετεύσω από αυτή την έκφραση καθαρότητας. Γράφω να ξεκουραστώ, να καθαρίζω τις σκέψεις και να δημιουργώ ρεύματα που με αναζωογονούν. Δεν μου αρέσουν τα στάσιμα νερά. Αγαπάω την κίνηση, το διάβασμα, την εργασία και σε αυτά ξοδεύω την ενέργειά μου. Ο δημιουργός μετανάστης είναι χορευτής βαλς, με ρυθμό, νοικοκύρης, με όνειρα για το αύριο και αχόρταγος. Μου αρέσει η απλότητα. Εκεί θέλω να αφήσω κληρονομιά στα παιδιά και στους αγαπημένους μου. Δημιουργία για μένα δεν είναι τραπεζικός λογαριασμός, είναι ψυχή, συναίσθημα, φως, σεβασμός, αγάπη και, γιατί όχι, λαχτάρα για το αύριο για όλους.
Η Ελσα Κορνέτη μιλά για εσάς ως «ράφτη της ψυχής». Πόσο ράψιμο, δηλαδή πόσο πόνο και υπομονή, χρειάζεται κάθε ποίημα για να ολοκληρωθεί;
Τα ψέματα της ημέρας, ο φόβος, η φρίκη της ανυπαρξίας σε όλους τους κλάδους με κουράζουν και με γερνούν. Οι λέξεις, η πίστη, ο διάλογος με τον εαυτό και με τους αγαπημένους, το άγγιγμα στον ώμο, το σφίξιμο χεριών, είναι στοιχεία που συναντούμε λιγότερο πια. Εχουμε ξεχάσει να καλλιεργούμε τις παλιές συνήθειες της καλής φιλίας. Ο καλός φίλος είναι το καλύτερο εμβόλιο απέναντι στους ιούς της κοινωνίας. Κι η Έλσα Κορνέτη εκεί ανήκει. Η ομορφιά της ψυχής της είναι μπολιασμένη με παιδεία, γνώση, θάρρος, εργατικότητα και σεβασμό. Είναι ξεχωριστή. Ήταν τύχη για εμένα, αξιολογώ και εκτιμώ τη βοήθειά της σαν άγιος φίλος. Εμείς, η πρώτη γενιά μεταναστών, είμαστε σαν το καμένο δάσος που υποφέρουμε και συνεχώς προσπαθούμε να φυτέψουμε πράσινες σκέψεις και πράξεις σαν νέα δέντρα. Για τα παιδιά μας είναι αμαρτία να μείνουν σαν κι εμάς, χωρίς δηλαδή τον απαραίτητο αέρα από την κοινωνία για να ανθίσουν και να αναγεννηθούν. Η ποίηση ομοιάζει και αυτή με τα παιδιά μεταναστών, θέλει προσπάθεια, κόπο, υπομονή, θάρρος και σταθερά βήματα. Είναι ένα κομμάτι που με συνοδεύει πάντα.
Το βιβλίο σας μοιάζει με μια απογραφή ζωής. Νιώθετε ότι φτάνετε σε μια εποχή ανασκόπησης;
Σε ένα από τα βιβλία μου στην αλβανική γλώσσα, με τίτλο" Τη μέρα ονειρεύομαι, τη νύχτα ξαγρυπνώ", με φωνάζει η αλήθεια σαν τιμωρία ή μετάνοια, όπου ξεκάθαρα αναφέρομαι σε βιώματά μου. Φοβάμαι τα ψέματα ακόμη και στα παραμύθια, στέκομαι πάντα απέναντί τους. Τα αποτυπώματα της ζωής μετουσιώνονται σε ασφάλεια, όπου ζυγίζεται το αύριο. Δεν νιώθω αδύναμος όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως πρέπει. Δεν μετράω τον χρόνο με επιθυμίες. Όχι. Τον μετρώ με θάρρος, γνώση, τόλμη, λογική και προγραμματισμό. Η ζωή έχει μικρύνει σαν μασημένο φρούτο. Πρέπει να τρως τη στιγμή και να πίνεις τα αποτελέσματα. Στη ζωή δεν είσαι πρόσκοπος. Όχι. Είσαι μάλλον μέτοχος.
Το ποίημα-εισαγωγή αναφέρεται σε μια «μοναξιά που μασιέται σιγά σιγά». Είναι η μοναξιά δημιουργική ή βασανιστική δύναμη στην πορεία σας;
Η μοναξιά είναι αρρώστια που δεν θεραπεύεται με ντεπόν και κολλύρια. Είναι κομμάτι της ζωής μας, αλλά δεν πρέπει σε καμιά περίπτωση να γίνει κληρονομιά μας. Η καλή φιλία είναι η καλύτερη θεραπεία ζωής, ο καλός γείτονας γίνεται αιμοδότης και η καλή γυναίκα γίνεται παιδική φίλη. Αχ, πόσα πράγματα έμειναν μετέωρα! Ζούσαμε εποχές με πολλές επιθυμίες για τις ανικανότητές μας. Το ποτήρι με μισογεμάτες ελπίδες πότε δεν γέμισε. Γράφω χωρίς παραγγελία. Το γράψιμο, η ποίηση, είναι η ανάγκη μου, η εξομολόγησή μου. Σκετσάρω το βασανισμένο πορτρέτο μου με άπλετο φως.
Οι αναφορές σας σε φίλους, συνεργάτες και οικογένεια στο «Αντί ευχαριστιών» δείχνουν έναν βαθύ δεσμό κοινότητας. Πόσο σημαντική είναι η ανθρώπινη παρουσία στη διαδικασία της δημιουργίας;
Ο φίλος και η φιλία εν γένει ήταν και θα μείνει άγιος χωρίς ποτέ να έχει βαφτιστεί ως τέτοιος. Αν υπάρχει κάποιος που διαβάζει τη σκέψη σου πέρα από τα λόγια, ακούει τις λέξεις με τα θετικά τους φωνήεντα και τσεκάρει το σήμα της ψυχής σου, αυτός είναι μόνον ο καλός φίλος. Γινόμαστε καλοί μόνον όταν γινόμαστε αληθινοί. Αλλωστε, ποτέ δεν έπαιξα θέατρο με τα αληθινά συναισθήματα. Η ανθρώπινη σκέψη, η καλή παρέα και η γνήσια φιλία γίνονται στήριγμα και έμπνευση. Η φιλία είναι οι απαραίτητες βιταμίνες για μια καλή ζωή. Η απλή καθημερινότητα δεν έχει ανάγκη από άλλη διατροφή.
Ο Γιάννης Ξανθούλης γράφει ότι είστε «τροπαιούχος, ακόμη και στις ήττες». Πώς αντιλαμβάνεστε την έννοια της ήττας μέσα στην ποίηση, αλλά και στη ζωή;
Ο Γιάννης, φίλος τριάντα χρόνων και, είναι και συνεχίζει να είναι ο χάρτης όπου μετρούσα τις αποστάσεις της προόδου μου σαν άλλος μαθητής. Με έμαθε πώς να διαβάζω, πώς να ερμηνεύω τις παραγράφους και, το πιο σημαντικό, πώς να μην κουράζομαι από το βάρος της καθημερινότητας. Εγώ, ο μετανάστης, είμαι ανάμεσα σε δυο πόρτες. Έφυγα από τη γενέτειρά μου γιατί είδα τη ζωή μου να μαραίνεται, τα παιδιά μου να στεγνώνουν τα όνειρά τους και τα μάτια της γυναίκας μου να χάνουν το φως της επιθυμίας. Ο μετανάστης, και εγώ μαζί, είμαστε αχόρταγοι με τις επιθυμίες, πάντα πεινάμε. Η πρώτη γενιά μεταναστών είμαστε κομμένοι. Είμαι 70 χρονών και τα με ενέργεια χρόνια μου τα άφησα εδώ. Δεν μετανιώνω. Ας έχουν όμως τα παιδιά και τα εγγόνια μου τη ζωή που δεν είχα. Στην ψυχή, λειτουργώ σαν Ελληνας πολίτης και στην πραγματικότητα είμαι Αλβανός με άδεια παραμονής που ετήσια πληρώνω για να παραμείνω ξένος. Λυπάμαι, αλλά παρηγοριά ψάχνω. Εδώ ζω, εδώ αναπνέει η οικογένεια και τα παιδιά μου και εδώ προσπαθούμε να γίνουμε καλύτεροι. Μόνο που ακόμη διπλωμένο χαρτί μένω. Ετσι, κρατάω το τρόπαιο του ηττημένου από την επιθυμία. Γράφω για να είμαι ξένος, γιατί δεν είμαι. Να με διαβάσετε όπως είμαι.
Στα ποιήματά σας συχνά διαφαίνεται μια φιλοσοφική ματιά, σχεδόν αποφθεγματική στο κλείσιμο κάθε ποιήματος. Είναι συνειδητή αυτή η καταληκτική «σοφία» ή προκύπτει αυθόρμητα;
Την αγάπη κρατούσα πάντα πράσινη, από τότε που κάποιοι ήθελαν να την ξεβάψουν. Η αγάπη, η ποίηση είναι αληθινός όρκος για τον χαρακτήρα μου, είναι μπέσα λόγου και πράξης. Όταν αγαπώ, δεν σκέφτομαι στίχους, ούτε και παραμύθια, βιάζομαι να αδειάσω ό,τι έχω και να ξαναγεμίσω με άλλα, πιο σημαντικά. Η ποίηση μου κάνει σέρβις στην ψυχή. Πήρα πολλά κύτταρα από τους γονείς μου που δεν με χόρτασαν, ούτε και εγώ εκείνους. Ο μπαμπάς μού έδωσε θάρρος και αποτελεσματικότητα, η μητέρα τον λυρισμό και το μεγαλείο της ψυχής της. Η γενέτειρά μου με άκουσε νωρίς. Θέλω να μείνω όπως είμαι, να διαβάζομαι γυμνός.
Τελειώνοντας αυτό το βιβλίο, αισθανθήκατε πως «ενώσατε» τα τέσσερα κομμάτια ή πως απλώς τα φωτίσατε διαφορετικά;
Οχι, δεν νιώθω κομματιασμένος. Τα τέσσερα κομμάτια αποτελούν τον άξονά μου. Κάθε κομμάτι με κάνει πιο νέο, πιο όμορφο, πιο ποιητή, πιο αληθινό και πιο πολύ άνθρωπο. Έχω μείνει σαν σφήγκα που δεν φεύγει από τα καλά αρώματα. Μα τόσο πολλούς συγγενείς ποτέ δεν είχα. Που ήταν πριν.