Με αφετηρία τη δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη, γιου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη -του οποίου υπασπιστής υπήρξε ο πρόγονός της, Λεωνίδας Καλκανδής- η συγγραφέας αφηγείται την ιστορία της ελληνικής επανάστασης από μία διαφορετική και εντελώς πρωτότυπη οπτική. Η αφήγηση συνδυάζει κινηματογραφικές εικόνες με θεατρικούς, ρέοντες διαλόγους και ντοπιολαλιές, ενώ οι «μικροί» άνθρωποι θυμίζουν χορό αρχαίας τραγωδίας.
«Η οργή είναι μεγάλη κινητήρια δύναμη, η οποία, αν βρεθεί στα χέρια ανθρώπου με όραμα, μπορεί να μεγαλουργήσει προς όφελος της ανθρωπότητας. Αυτήν την οργή εκμεταλλεύτηκε ο Κολοκοτρώνης και μπόρεσε να φέρει σε πέρας την επανάσταση. Αρα, η οργή είναι αυτή που κινεί τον τροχό της ιστορίας και αποτελεί πάντα κινητήρια δύναμη», λέει η συγγραφέας.
Το βιβλίο διαπνέεται από μαγικό ρεαλισμό και ακολουθεί δομή με στοιχεία αστυνομικής πλοκής. Αποτελεί έναν νέο τύπο υβριδικού ιστορικού μυθιστορήματος που ενσωματώνει και στοιχεία ντοκιμαντέρ.
Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου
Τι σας ενέπνευσε να γράψετε το βιβλίο "Η οργή των μικρών ανθρώπων"; Υπήρξε κάποιο προσωπικό ή ιστορικό γεγονός που σας ώθησε να δημιουργήσετε την ιστορία;
Κατάγομαι από τη μεριά της μητέρας μου από την Καλαμάτα και από τη Μάνη. Ενας πρόγονος μου ο Λεωνίδας Καλκανδής υπήρξε υπασπιστής του Κολοκοτρώνη και συμμετείχε ενεργά στην επανάσταση. Στο σπίτι μας μιλούσαμε για αυτόν του οποίου η οικογένεια είχε και έναν πύργο στο Σκουτάρι της Μάνης. Αυτή ήταν και η πρώτη σπίθα για να αρχίσω την έρευνα της επανάστασης. Ετσι ανακάλυψα την οργή. Και μαζί ανακάλυψα έναν οργισμένο ηρώα τον Κολοκοτρώνη. Δεν ήθελα απλώς να γράψω ένα ακόμη ιστορικό μυθιστόρημα, ήθελα να βυθιστώ στα μυστικά που κρύβονται πίσω από τις σελίδες της επίσημης ιστορίας, να μιλήσω για τους απλούς «μικρούς» καθημερινούς ανθρώπους που η Ιστορία αγνοεί.
Τι αποκάλυψε αυτή η ιστορία για την ανθρώπινη πλευρά της Επανάστασης;
Ενα πολύ σημαντικό γεγονός που μου αποκαλύφθηκε από την έρευνα μου ήταν μια πολιτική δολοφονία που άλλαξε την πορεία της μελλοντικής χώρας. Αυτή η δολοφονία έχει μείνει ανεξιχνίαστη και δεν έχει επαρκώς αναφερθεί από την επίσημη ιστορία. Είναι η ύπουλη δολοφονία του 24χρονου Πάνου πρωτότοκου γιου του Κολοκοτρώνη. Αυτό το γεγονός μου έδωσε τη δυνατότητα αφ’ ενός μεν να χρησιμοποιήσω μια αστυνομική δομή στο μυθιστόρημα με την ελευθέρια της λογοτεχνικής φαντασίας, βάζοντας τον ίδιο τον πατέρα Κολοκοτρώνη να αναλαμβάνει την έρευνα για την αποκάλυψη του δολοφόνου του γιου του και αφ’ ετέρου να παρουσιάσω την ανθρώπινη πλευρά του ήρωα αλλά και τον σύγχρονων του απλών ανθρώπων. Ετσι το βιβλίο εκτός από τα ιστορικά γεγονότα είναι και ένα ψυχογράφημα του Κολοκοτρώνη φέρνοντας στο φως τα οράματα του, τις αμφιβολίες του, τους έρωτες του, τον πόνο του για το χαμό του γιου του καθώς και άλλα στοιχεία της προσωπικότητας του.
Αποφεύγετε τον εξιδανικευμένο ηρωισμό και φωτίζετε τις εσωτερικές συγκρούσεις των προσώπων. Πόσο δύσκολο ήταν να «απομυθοποιήσετε» ιστορικές μορφές χωρίς να προδώσετε την ιστορική ακρίβεια;
Καταρχήν θα ήθελα να επισημάνω ότι δεν υπάρχει καμία ιστορική ανακρίβεια. Το να παρουσιάζεις την ανθρώπινη διάσταση ενός ήρωα δεν σημαίνει ότι τον απομυθοποιείς. Το αντίθετο θα έλεγα συμβαίνει. Το να αποδεικνύεις ότι ένας απλός, «μικρός», καθημερινός άνθρωπος μπορεί να μεγαλουργήσει, εξυψώνει ακόμα περισσότερο την διάσταση του ήρωα. Ο Κολοκοτρώνης παρουσιάζεται όπως δεν έχει παρουσιαστεί ποτέ, ως ένας καθημερινός άνθρωπος ο οποίος παίρνοντας στα χέρια του την «οργή των μικρών ανθρώπων» αλλά και τη δική του κατόρθωσε να κάνει την επανάσταση και να χαράξει τη δική του εμβληματική σελίδα στην ιστορία.
Η οργή παρουσιάζεται στο βιβλίο σας ως δύναμη που γεννά τόσο πράξεις όσο και ρήξεις. Την βλέπετε περισσότερο ως καταστροφή ή ως απαραίτητη συνθήκη αλλαγής;
Πιστεύω ότι η οργή είναι μεγάλη κινητήρια δύναμη η οποία αν βρεθεί στα χέρια ανθρώπου με όραμα μπορεί να μεγαλουργήσει προς όφελος της ανθρωπότητας. Αυτήν την οργή εκμεταλλεύτηκε ο Κολοκοτρώνης και μπόρεσε να φέρει σε πέρας την επανάστασή. Αρα η οργή είναι που κινεί τον τροχό της ιστορίας. Η οργή βρίσκεται στο βάθος της ανθρώπινης ψυχής, από τη στιγμή που εμφανίστηκε ο άνθρωπος στον κόσμο μέχρι σήμερα, και είναι πάντα κινητήρια δύναμη. Παραμένει ίδια και σήμερα μέσα στους μικρούς, απλούς ανθρώπους που νιώθουν αδικημένοι και τους κάνει να εξεγερθούν προσπαθώντας να βρουν το δίκιο τους και να κατακτήσουν το δικαίωμα να ζήσουν μια ανθρώπινη ζωή.
Υπήρξε κάποιο σημείο στη συγγραφή όπου νιώσατε συναισθηματικά πιο κοντά στους χαρακτήρες απ’ όσο θα θέλατε;
Είναι η πρώτη σκηνή με την οποία και ξεκινάει το βιβλίο όπου ο Κολοκοτρώνης παίρνει στην αγκαλιά του το νεκρό σώμα του δολοφονημένου γιου του και καταρρέει ως πατέρας. Δεν θα κρύψω ότι γράφοντας την με κόπο συγκρατούσα τα δάκρυα μου. Ετσι ήρθα πολύ κοντά στον ήρωα μου νιώθοντας βαθιά μέσα μου τι σημαίνει για έναν γονιό να χάνει το παιδί του και μάλιστα με ένα τέτοιο σκληρό τρόπο.
Πώς επηρέασε η εμπειρία σας στο θέατρο και στη δημιουργική γραφή το ύφος και την τεχνική σας στο μυθιστόρημα;
Η τεχνική που έχω χρησιμοποιήσει είναι σύνθετη. Η πείρα μου ως σεναριογράφος μου έδωσε τη δυνατότητα να δημιουργήσω πραγματικές εικόνες. Η θητεία μου στη θεατρική γραφή με βοήθησε στους ρέοντες διαλόγους χρησιμοποιώντας και ντοπιολαλιές . Οσο για τους «μικρούς» ανθρώπους στο βιβλίο χρησιμοποιούνται ως χορός της αρχαίας τραγωδίας. Ολόκληρο το βιβλίο νομίζω ότι διακατέχεται από την αγάπη μου για το μαγικό ρεαλισμό ενώ η δομή του ακολουθεί την αστυνομική πλοκή. Θα έλεγα ότι είναι ένα νέου είδους υβριδικό ιστορικό μυθιστόρημα καθώς περιλαμβάνει και στοιχεία ντοκιμαντέρ.
Αν μπορούσατε να διαλέξετε έναν μόνο χαρακτήρα από το βιβλίο για να συζητήσετε μαζί του, ποιος θα ήταν και γιατί;
Μπορεί κανείς να περίμενε ότι θα διάλεγα τον Κολοκοτρώνη, εγώ όμως διαλέγω τη Μαργαρίτα Βελισσάρη, την 20χρονη μοναχή που ερωτεύτηκε παράφορα τον Κολοκοτρώνη και έβγαλε τα ράσα για χάρη του. Οταν εκείνος ήταν άρρωστος και σχεδόν ετοιμοθάνατος, φυλακισμένος εκείνη τον γιάτρεψε και από εκεί ξεκίνησε μια σχέση πάθους . Θα ήθελα να μπω στην ψυχή της για να μάθω τι ήταν αυτό που την έσπρωξε σε αυτόν τον άντρα που ήταν και 30 χρόνια μεγαλύτερος της. Αλλά νομίζω ότι κάτι έχω καταλάβει ως γυναίκα και το διηγούμαι στο βιβλίο μου. Ο έρωτας είναι ανεξέλεγκτος.
Πιστεύετε ότι οι σύγχρονοι «μικροί άνθρωποι» έχουν τις ίδιες δυνατότητες να επηρεάσουν την Ιστορία όσο οι άνθρωποι του 1821; Αν ναι, με ποιους τρόπους;
Κάθε εποχή έχει τους δικούς της «μικρούς» κατατρεγμένους και αδικημένους ανθρώπους. Ομως σήμερα τους βλέπουμε φιμωμένους, καθισμένους στον καναπέ να παρακολουθούν αυτό που σερβίρεται από τη σύγχρονη ειδησεογραφία. Αλλά η οργή οργιάζει μέσα τους. Θα εκραγεί;
Αν το μυθιστόρημα αυτό ήταν ταινία, ποιες σκηνές πιστεύετε ότι θα έκαναν τη μεγαλύτερη εντύπωση στο κοινό και γιατί;
Η πρώτη σκηνή όπου ο πατέρας παίρνει στην αγκαλιά του το νεκρό σώμα του παιδιού του και κλαίει. Η σκηνή της απόδρασης του Κολοκοτρώνη από την φυλακή όπου πηδάει από το ψηλό παράθυρο του κελιού του έχοντας δεμένους στα μπράτσα του γλάρους. Η σκηνή της δολοφονίας του Καποδίστρια. Η σκηνή ως πειρατής στα μαύρα καράβια Οι ερωτικές παθιασμένες σκηνές με την σύζυγο του Κατερίνα, αργότερα με τη Μπουμπουλίνα και τέλος με τη Μαργαρίτα. Και πολλές ακόμη που θα τις δει οποίος διαβάσει το βιβλίο γιατί όπως είπαμε είναι ένα βιβλίο γεμάτο σκηνές.

Η Λεία Βιτάλη γεννήθηκε στην Αθήνα. Ως πεζογράφος, θεατρική συγγραφέας, σεναριογράφος αλλά και κειμενογράφος, έχει βραβευτεί με ελληνικά και διεθνή βραβεία. Σπούδασε νομικά, δημοσιογραφία και ψυχολογία. Εχει εργαστεί ως δημοσιογράφος, ραδιοφωνική παραγωγός και κειμενογράφος στη διαφήμιση, ενώ τα τελευταία χρόνια διδάσκει Δημιουργική Γραφή. Εχει εκδώσει τα μυθιστορήματα: Άννα Χ., Η κοιλιά της μεταφράστριας, Η τρομοκρατία της μνήμης, Το παραμύθι του μεγάλου φόβου και Ιερή παγίδα. Έχει επίσης εκδώσει δύο συλλογές διηγημάτων (Η μυρωδιά του μαύρου και Σκοτεινές μητέρες), καθώς και δεκαπέντε θεατρικά έργα, μερικά εκ των οποίων έχουν ανέβει σε σκηνές του εξωτερικού (Λονδίνο, Πολωνία, Κύπρος). Έχει επίσης γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο, για την τηλεόραση και το ραδιόφωνο.
