Υστερα από τέσσερις δεκαετίες ενεργούς παρουσίας στον χώρο της εστίασης, ο Ανδρέας Ζαγάκος έκλεισε έναν μεγάλο επαγγελματικό κύκλο, αφήνοντας πίσω του ένα ισχυρό αποτύπωμα στην επιχειρηματική κοινωνική και πολιτιστική ζωή της Καλαμάτας. Συνδέοντας την επιχειρηματική του πορεία με την ανθρώπινη επαφή, τη φιλοξενία και την ανάδειξη της τοπικής ταυτότητας, αποτέλεσε -και συνεχίζει να είναι- μια εμβληματική μορφή της παραλιακής, μέσα από την πολυετή παρουσία του στο «Κύμα», την ευγένεια, το κύρος και το πάντα ζεστό του χαμόγελο. Παράλληλα, η συμβολή του σε δράσεις πολιτισμού και εκπαίδευσης, όπως το Σχολείο Τουρισμού, ανέδειξε τη βαθύτερη αντίληψή του για τη γαστρονομία ως μέρος μιας ευρύτερης εμπειρίας φιλοξενίας. Με αφορμή την αποχώρησή του από την ενεργό δράση, ο ίδιος μίλησε στην “Ε” για την πορεία του, τις προκλήσεις του κλάδου και τη σημασία της διαρκούς εξέλιξης στον τουρισμό και την εστίαση, γνωστοποιώντας την πρόθεσή του να προχωρήσει στη δημιουργία ενός τόμου, που θα αποτυπώνει την πολιτιστική διαδρομή ενός χώρου που ξέρει καλά από… κύμα, μιας και είναι από τις λίγες επιχειρήσεις που διατηρούν τη ζωντάνια της παραλίας και τον χειμώνα.
-Μετά από τέσσερις δεκαετίες στην εστίαση, πώς νιώθετε κλείνοντας αυτόν τον κύκλο επαγγελματικής δραστηριότητας;
Με διαμορφωμένες τις καταστάσεις της τελευταίας δεκαετίας, μπορώ να πω ότι νιώθω έως και ανακούφιση. Τα πράγματα έχουν δυσκολέψει πολύ στην μικροεπιχειρηματικότητα και πολύ περισσότερο στην εστίαση. Έτσι κι αλλιώς όλα αυτά τα τελευταία χρόνια που μιλούσαμε για τα θέματα της δουλειάς, τις περισσότερες φορές αναφερθήκαμε σε προβλήματα, παρά στην πραγματική γοητεία που έχει αυτή η εργασία. Η επαφή με τον κόσμο και με τους εργαζόμενους - συνεργάτες, είναι μαγική. Τα τελευταία χρόνια όμως τα πράγματα δυσκολεύουν έτσι κι αλλιώς, χωρίς να θέλω να παρουσιάσω μια μίζερη εικόνα. Η γενική αποτίμηση έχει θετικό πρόσημο, εννοείται. Κυρίως σε επίπεδο κοινωνικό και λιγότερο σε επίπεδο, αν θέλετε, οικονομικό. Αλλά προσωπικά εγώ σαν άνθρωπος δεν προτάσσω την οικονομική διάσταση του θέματος, όσο περισσότερο την κοινωνική, την ηθική δικαίωση και την κοινωνική καταξίωση μέσα από αυτή τη δουλειά.
-Αν και αποχωρήσατε από την ενεργό επαγγελματική δραστηριότητα, θα συνεχίσετε να συμβάλλετε με κάποιο τρόπο;
Πλέον δεν έχω κάποια επαγγελματική δραστηριότητα γύρω από την εστίαση. Το ότι συνεχίζω και έρχομαι στο μαγαζί που έζησα 22 χρόνια από τη ζωή μου, ότι είμαι εδώ, ότι βοηθάω τη διάδοχη κατάσταση που έτσι και αλλιώς είναι μια διαδοχή η οποία προήλθε μέσα από τα σπλάχνα της επιχείρησης, είναι μια νέα καθημερινότητα. Ο Νίκος Ιατρόπουλος που συνεχίζει το «Κύμα» για τα πολλά ελπίζω επόμενα χρόνια, είναι ένας άνθρωπος που συνεργαστήκαμε 10 χρόνια μαζί, ως υπεύθυνος του μαγαζιού, οπότε υπήρξε θα έλεγα μια φυσική διαδοχή. Πλέον έρχομαι, παρευρίσκομαι, βοηθάω, συνεπικουρώ αλλά αντικειμενικά δεν έχω καμία πρακτική ή ουσιαστική ενασχόληση. Κατά τα άλλα είμαι εδώ και νομίζω ότι θα είμαι μέχρι τέλους. Όποτε και να έρθει αυτό το τέλος.
-Τι σας κράτησε τόσα χρόνια ενεργό και δημιουργικό στον χώρο της εστίασης;
Καταρχήν ας μην φαινόμαστε και πολύ ρομαντικοί και πολύ αιθεροβάμονες. Η πρακτική λειτουργία ενός χώρου εστίασης έχει να κάνει και με την επιβίωση. Το «Κύμα» εν προκειμένω, το οποίο καθιερώθηκε με τη βοήθεια και την αναγνώριση του κόσμου από την πρώτη μέρα της λειτουργίας του, έδωσε τη δυνατότητα μιας αξιοπρεπούς οικονομικής απολαβής που ήταν και το ζητούμενο μέσα από μια επαγγελματική δραστηριότητα. Από εκεί και πέρα όμως, δεν ήταν μόνο αυτό και δεν είναι μόνο αυτό το «Κύμα», για μένα και για τους ανθρώπους που ζήσαμε εδώ 22 χρόνια μαζί. Είναι ένας χώρος ο οποίος μας έδωσε τη δυνατότητα να έρθουμε σε επαφή με φίλους, γνωστούς, να φτιάξουμε καινούργιες φιλίες, καινούργιες σχέσεις, μέσα από την απλή διαδικασία ενός καφέ και ενός ούζου και να κάνουμε βέβαια και άλλα πράγματα γύρω από τον πολιτισμό, που πιθανόν θα ξεκινήσουν εκ νέου με περισσότερη ενασχόληση δική μου σε αυτά τα πράγματα, μιας και ο χρόνος και η διάθεση περισσεύουν πια.
-Τι σημαίνει για εσάς η ανακήρυξή σας ως επίτιμος πρόεδρος του ΣΚΕΑΚ;
Θα έλεγα πως είναι το προφανές, αυτό που λένε κυρίως οι καλλιτέχνες αλλά θα το πω και εγώ. Μ' αρέσει να το λέω πως, αν σε αναγνωρίζει το σινάφι σου, σημαίνει ότι κάτι έκανες καλά σε αυτή την πορεία. Είναι αυτό ακριβώς. Όσο και να ακούγεται τετριμμένο, οι συνάδελφοί μου από την πρώτη φορά που φτιάξαμε το Σύλλογο με τίμησαν με το να με ανακηρύξουν τότε πρόεδρο για πάρα πολλά χρόνια μέχρι το ξέσπασμα της πανδημίας. Επειτα οι συνθήκες ήταν άλλες, ο Σύλλογος ήθελε ενδυνάμωση. Έγινε το άνοιγμα που έπρεπε να γίνει και το συνεχίζει η παρούσα διοίκηση στην οποία ήμουν μέλος μέχρι προσφάτως. Άρα λοιπόν η αναγνώριση αυτή για μένα είναι ένα από τα σημαντικότερα κομμάτια στην επαγγελματική μου δραστηριότητα. Ο Σύλλογος, μέσω των δυνατοτήτων που έχει, τόσο να φέρει κοντά τους συναδέλφους όσο και να διεκδικήσει πράγματα για τον κλάδο, πρέπει να δυναμώσει και να έχει μια λειτουργία συνεχή, πράγμα που συμβαίνει τώρα με την καθοδήγηση του Νίκου Μαλαπέτσα αλλά και όλων των παιδιών του διοικητικού συμβουλίου. Σε αυτή την ιστορία βέβαια, να μην ξεχάσουμε και τις προσπάθειες που είχαν γίνει και τα προηγούμενα χρόνια με παλιότερους συναδέλφους αλλά και τη συνέχεια αυτού του εγχειρήματος, μέσα από το Σύλλογο που ιδρύθηκε παλιότερα και τον ξεκίνησε ο Χάρης Βγενής και μια παρέα ανθρώπων, με στόχο να μπορέσουμε να διεκδικήσουμε. Είναι δύσκολο στον κλάδο μας, όπως και στην Ελλάδα γενικότερα οι συνεργασίες, όμως νομίζω ότι το αποτέλεσμα έχει θετικό πρόσημο και σε αυτή την προσπάθεια και για μένα αυτό ακριβώς είναι το ιδιαίτερα τιμητικό, εκτός από τον τίτλο του Επίτιμου Προέδρου πια τον οποίο τον φέρω με χαρά.
-Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα οι επιχειρήσεις εστίασης;
Οι μικρές επιχειρήσεις και μάλιστα οι επιχειρήσεις εστίασης, μιας και μιλάμε για αυτόν τον κλάδο, αντιμετωπίζουν πολλά και κοινά προβλήματα. Προσωπικά πιστεύω πως υπερτερεί η γενικότερη αντίληψη ότι δεν χρειάζονται οι μικρές επιχειρήσεις. Το λέει ξεκάθαρα το κράτος, η κυβέρνηση ότι οι μικρές επιχειρήσεις είναι εμπόδιο στην ανάπτυξη της οικονομίας γιατί δεν έχουν μεγάλη κλίμακα οικονομίας, γιατί είναι πιο εύκολα παραβατικές και όλα αυτά τα πράγματα. Εμείς από τη μεριά μας λέμε ότι οι μικρές επιχειρήσεις, και ας ακούγεται τετριμμένο, αλλά θα το πω, είναι η ραχοκοκαλιά της οικονομίας. Όταν λοιπόν στην Ελλάδα το 95% και παραπάνω είναι μικρές επιχειρήσεις, καταλαβαίνετε ότι το θέμα δεν είναι οικονομικό. Είναι πολιτικό και κοινωνικό το να συνεχίσουν να λειτουργούν αυτές οι επιχειρήσεις, πόσο δε μάλλον από τη στιγμή που δεν υπάρχουν αξιοπρεπείς αμειβόμενες θέσεις εργασίας έτσι ώστε να κλείσω εγώ για παράδειγμα τη μικρή μου επιχείρηση και να πάω να δουλέψω στην παραγωγή, στην βιομηχανία κτλ. Δεν υπάρχει αυτή η δυνατότητα. Καλώς ή κακώς αυτό το κράτος αποφάσισε στις δεκαετίες του 70’ και του 80’ να στηριχθεί στη μικρή επιχειρηματικότητα. Πολύ μάλλον να στηριχθεί ακόμα και στην παραοικονομία. Η επιλογή της παραοικονομίας στις δεκαετίες του 70 και του 80 ήταν κρατική επιλογή. Ήξερε το κράτος ότι υπάρχει ένα 20% με 30% παραοικονομίας, την ενθάρρυνε, είτε πουλώντας αγροτικά προϊόντα χωρίς ισχυρό έλεγχο, είτε μέσω της σχετικής μικρής παραβατικότητας η οποία υπήρχε. Καταλαβαίνω ότι δεν είναι το σωστό, αλλά η βίαιη μετάβαση δημιουργεί όλα αυτά τα προβλήματα. Θα μου πει κάποιος τώρα που διαβάζει τη συνέντευξη, δηλαδή επειδή το 70 και το 80 κάναμε όλα αυτά τα πράγματα πρέπει να συνεχίσουμε έτσι; Όχι προφανώς, δεν πρέπει να συνεχίσουμε έτσι και πρέπει να μπει τάξη, γιατί η τάξη η οποία μπαίνει βοηθάει στον υγιή ανταγωνισμό και μεταξύ μας, ανάμεσα σε επαγγελματικές ομάδες. Όμως, η αίσθηση η οποία υπάρχει είναι ότι δεν χρειαζόμαστε τη μικρή επιχειρηματικότητα και επαναλαμβάνω ειδικά στον χώρο της εστίασης είναι πολύ μεγάλο κομμάτι. Μιλάω για τις μικρές ταβέρνες, τα μικρά εστιατόρια, δεν μιλάω για τις πολύ μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες σε κάθε περίπτωση προσφέρουν θέσεις εργασίας, προσφέρουν ένα κύκλο εργασίας από τον οποίο ζει η οικογένεια του ιδιοκτήτη και άλλες δέκα οικογένειες κοντά, όπως και ένα μεγάλο κύκλωμα δραστηριοτήτων, προμηθευτών κυρίως, γύρω από την εστίαση. Έτσι λοιπόν ο εξορθολογισμός εννοείται πως πρέπει να γίνει και γίνεται. Προσαρμοζόμαστε και εμείς τα τελευταία χρόνια, έχουν προσαρμοστεί οι επιχειρήσεις πολύ περισσότερο, όμως τα προβλήματα που δημιουργεί κυρίως η ακρίβεια και το ενεργειακό κόστος είναι εκείνα τα οποία κρατάνε τις επιχειρήσεις πίσω. Αν και θα καταλήξω ότι η αίσθηση που υπάρχει στους επισκέπτες της περιοχής μας αλλά και της χώρας είναι ότι η εστίαση ανταποκρίνεται σε αυτό που ζητάει ο πολίτης, ο πελάτης, ο τουρίστας της περιοχής. Οι κριτικές οι οποίες υπάρχουν από μικρά καταστήματα μέχρι τα πολύ φημισμένα είναι παραπάνω από το μέσο όρο θετικές, γι' αυτό και η ελληνική γαστρονομία και η ελληνική κουζίνα κάθε μέρα κερδίζει πόντους στην τουριστική αγορά του πλανήτη.
-Πόσο έχει αλλάξει η εστίαση στην Καλαμάτα από τότε που ξεκινήσατε μέχρι σήμερα;
Με κωδικό σημείο την εξειδίκευση των ανθρώπων που δουλεύουν, έχει αλλάξει. Tα παιδιά πήγαν, ειδικά τα προηγούμενα χρόνια, σπούδασαν μαγειρική, έμαθαν ξένες γλώσσες. Άρα, σημαίνει ότι αυτό βελτίωσε τις παροχές. Ακόμα και το πιο απλό κατάστημα εστίασης αυτή τη στιγμή, “ψάχνεται” περισσότερο, είτε με τη συμμετοχή του σε εκθέσεις, είτε παρακολουθώντας σεμινάρια. Αυτό εμείς το βιώσαμε, εγώ προσωπικά και ο Κώστας Ανδριανόπουλος, μέσα από τη λειτουργία του Σχολείου Τουρισμού όπου ο κόσμος δείχνει τη διάθεση του να εκπαιδευτεί από απλά μέχρι σύνθετα πράγματα που έχουν να κάνουν με τη φιλοξενία και την εστίαση. Αυτό λοιπόν σημαίνει, σε συνδυασμό με αυτό που είπα πριν, ότι έχει ανέβει η εκτίμηση του κόσμου και των επισκεπτών απέναντι στην ελληνική γαστρονομία και την εστίαση, αλλάζοντας πολλά πράγματα προς το θετικότερο. Και καλύτερα καταστήματα φτιάχνονται και πιο οργανωμένα καταστήματα δημιουργούνται και νομίζω ότι γίνεται πια αντιληπτό ότι ο χώρος της εστίασης μπορεί να είναι και ένας χώρος καριέρας, γιατί δίνει τις προϋποθέσεις, είτε σαν ελεύθερος επαγγελματίας, είτε σαν σοβαρός εργαζόμενος κάποιος, να κάνει καριέρα στην εστίαση.
-Η γαστρονομία της πόλης τονίζεται συνεχώς στα διεθνή ΜΜΕ. Οντας και μέλος της τουριστικής επιτροπής, είναι ίσως το πιο σημαντικό σκέλος που πρέπει να στηριχθεί ο τουριστικός σχεδιασμός του Δήμου;
Ο ελληνικός τουρισμός, βασικούς του πυλώνες έχει τον πολιτισμό και την γαστρονομία. Είναι αλήθεια ότι τα πλούσια ελληνικά προϊόντα υψηλής ποιότητας βοηθάνε σε αυτή την κατεύθυνση. Ο πολιτισμός είναι δεδομένος, υπάρχει κυρίως στα αρχαιολογικά μνημεία και ειδικά εμείς εδώ στην Πελοπόννησο τα έχουμε πλούσια και παγκόσμια αναγνωρίσιμα. Η γαστρονομία από εκεί και πέρα, πραγματικά είναι βασικός πυλώνας. Ξέρετε, συνηθίζουμε να λέμε ότι ένας επισκέπτης μιας περιοχής τρία πράγματα θα κάνει σίγουρα. Το πρώτο είναι ότι θα μετακινηθεί, για να έρθει εδώ θα πάρει ένα αεροπλάνο, ένα αυτοκίνητο κ.τ.λ. Το δεύτερο είναι ότι σίγουρα κάπου θα μείνει, κάπου θα κοιμηθεί και το τρίτο είναι ότι εξ ανάγκης σίγουρα θα φάει. Μπορεί να μην επισκεφτεί ένα αρχαιολογικό χώρο, μπορεί να μην κάνει μπάνιο, μπορεί να μην κάνει περπάτημα στα βουνά, αυτά τα τρία όμως θα τα κάνει. Εκεί λοιπόν βλέπουμε ότι ο πυλώνας της γαστρονομίας είναι πολύ σημαντικός και βεβαίως ο Δήμος και η Περιφέρεια έχουν πολλά να κάνουν σε αυτό το κομμάτι, συνεπικουρούμενοι βέβαια από οντότητες, όπως είναι ο Σύλλογος μας, όπως είναι κι άλλοι οι φορείς που δραστηριοποιούνται στον χώρο της γαστρονομίας και της εστίασης, που κάνουν σοβαρά πράγματα. Νομίζω ότι γίνεται αυτή η προσπάθεια, ωστόσο πάντα η ένταση και το περισσότερο είναι το προσδοκούμενο. Μπορούν να γίνουν περισσότερα, απλά αλλά και σύνθετα βήματα, με την ανάδειξη των τοπικών προϊόντων κυρίως. Χωρίς χρήση τοπικών προϊόντων δεν υπάρχει τοπική γαστρονομία και τα τοπικά προϊόντα -που έχει πλούσια η περιοχή μας- πρέπει να βρίσκονται σε όλους τους χώρους εστίασης της πόλης και του νομού.
-Πιστεύετε ότι η πόλη αξιοποιεί πλήρως το γαστρονομικό της πλεονέκτημα;
Όλο και περισσότερο αξιοποιείται, κάτι το οποίο πριν από 10-15 χρόνια ούτε καν ήταν στη σφαίρα της συζήτησης. Τώρα βλέπουμε ότι όλα τα εστιατόρια, και τα πιο μικρά, αξιοποιούν και επικοινωνιακά αλλά και πρακτικά τα αγροτικά προϊόντα της περιοχής, με κορυφαίο φυσικά το ελαιόλαδο και τις ελιές. Πλέον μπαίνουν στην εξίσωση και το παστέλι και τα τυροκομικά, η σταφίδα και όλα αυτά τα πράγματα μέσα σε σαλάτες, μέσα από μια διαδικασία ευφάνταστη, που τα νέα παιδιά κυρίως που μπήκαν στις κουζίνες μπορούν να την αξιοποιήσουν.
-Εχοντας μακρά και σταθερή πορεία στην Παραλία της πόλης, πως κρίνετε την αξιοποίηση της;
Πιστεύουμε στην Παραλία της πόλης, όμως πιστεύουμε ότι είναι το πλέον αναξιοποίητο κομμάτι. Επειδή η φύση είναι δεδομένη, θεωρούμε δεδομένη και τη λειτουργία της. Οι παρεμβάσεις που μπορούν να γίνουν είναι πολλές, με τα καταστήματα σε αντίθεση να βελτιώνονται και να βαδίζουν προς το καλύτερο. Βέβαια, η εποχικότητα στην περιοχή μας και πολύ περισσότερο στην παραλία είναι έντονη, κάτι που δημιουργεί πρακτικά προβλήματα στη δυνατότητα ενός καταστήματος να μείνει όλο τον χρόνο ανοιχτό και να προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες που προσφέρει και το καλοκαίρι.
-Η κυκλοφορία μέσα στην παραλιακή είναι ένα σημαντικό σκέλος που θα μπορούσε με τα χρόνια να αλλάξει;
Κάθε νόμισμα έχει και δύο όψεις. Είναι πολύ εύκολο να πούμε να γίνει απόλυτη πεζοδρόμηση. Είναι πολύ εύκολο να πούμε ας το, παράτα το έτσι όπως είναι, για να συνεχίζει. Πρέπει να βρεθεί η χρυσή τομή. Η χρυσή τομή έχει να κάνει και με την επισκεψιμότητα, κυρίως με την ασφάλεια εργαζομένων, πολιτών και επισκεπτών, αλλά και με την εύκολη προσβασιμότητα του χώρου. Οι προϋποθέσεις στάθμευσης πρέπει να γίνουν καλύτερες έτσι ώστε να μπορέσουμε να περάσουμε σε μια τμηματική πεζοδρόμηση, γιατί δεν νομίζω να είναι εύκολη η ολική. Η κατά περιόδους χρονική ή σε συγκεκριμένες ώρες πεζοδρόμηση θα μπορούσε να προσφέρει κάτι στην ανάπτυξη και την ασφάλεια. Βέβαια, η δυνατότητα που έχει και ο επισκέπτης να προσεγγίζει τόσο κοντά μια τόσο καθαρή παραλία με τέτοιες υποδομές είναι σημαντική και δεν πρέπει να τη ξεχνάμε.
-Εν μέσω της πορείας σας, η διοργάνωση του Σχολείου Τουρισμού αποτέλεσε σταθμό για την εκπαίδευση στην πόλη. Μιλήστε μας γι αυτό...
Στα 40 χρόνια αυτά που ασχολήθηκα με το κομμάτι της εστίασης και της ψυχαγωγίας, ενώ κάποιος θα πιστεύει πως θα πω ότι το κορυφαίο μου δημιούργημα θα ήταν κάποιο κατάστημα, θα ήταν κάποια δραστηριότητα επαγγελματική, η κορυφαία μου -για μένα- δημιουργία είναι το Σχολείο Τουρισμού. Την ευκαιρία αυτή μου την έδωσε ο φίλος μου ο Κώστας Ανδριανόπουλος, φτιάχνοντας κάτι μαζί που συνεχίστηκε με επιτυχία. Εχοντας ολοκληρώσει 10 διοργανώσεις, η αλήθεια είναι ότι έχουμε χαλαρώσει λίγο μετά τον κορονοϊό. Κάθε πράγμα άλλωστε σε προσδιορίζει και με τις ανάγκες. Επειδή ο κόσμος πήρε το μήνυμα του Σχολείου Τουρισμού τα περασμένα χρόνια, ότι η συνεχής εκπαίδευση δηλαδή είναι για τον χώρο της εστίασης και της φιλοξενίας πολύ σημαντικό κομμάτι, δεν χρειάζεται να τον “μπουκώνουμε” απαραίτητα με πάρα πολλές πληροφορίες. Νομίζω ότι η διοργάνωση που έχουμε αποφασίσει να γίνεται ανά κάποια έτη μετά το τέλος της σεζόν, γιατί τότε λειτουργούν πλήρως και τα ιδρύματα επιμόρφωσης έτσι ώστε να μπορούν να έρχονται, νομίζω ότι είναι αρκετή. Δεν παραβλέπουμε ότι και άλλοι φορείς κάνουν αντίστοιχα πράγματα πια τα τελευταία χρόνια, ακολουθώντας την ιδέα του Σχολείου Τουρισμού, συντελώντας και αυτοί στο να αναπτυχθεί η κουλτούρα που χρειαζόμαστε στην περιοχή μας. Και οι ιδιωτικές επιχειρήσεις φυσικά προσφέρουν τη γνώση που χρειάζεται έτσι ώστε λοιπόν να μπορέσουμε να πούμε ότι σχεδόν κάθε χρόνο θα κάνουμε ένα Σχολείο Τουρισμού δύο τριών ημερών, κάτι που θα συμβεί καλώς εχόντων των πραγμάτων τον φετινό Νοέμβριο, ύστερα από το επιτυχημένο 10ο του 2024. Πρόκειται για μια απολύτως εθελοντική διοργάνωση, δεν υπάρχει χρηματοδότηση. Καταλαβαίνετε ότι ακόμα και αυτή η διαδικασία, δυσκολεύει στις εποχές μας. Ολοι οι εισηγητές που είναι σπουδαίοι και είναι επαγγελματίες στον κλάδο τους, είναι άνθρωποι οι οποίοι ζουν από αυτή τη διαδικασία -και εμείς από την πλευρά μας ερχόμαστε σε δύσκολη θέση να τους “φορτωνόμαστε” κάθε τόσο, αφήνοντας τις δουλειές τους για να έρχονται. Το κάνουν με πολύ μεγάλη χαρά, μας έχουν στηρίξει, αλλά νομίζω ότι η ανά διετία διοργάνωση πλέον είναι ένα πλάνο το οποίο είναι στις σκέψεις μας, με το βλέμμα και στο ότι θα πρέπει ουσιαστικά να ανανεώνεται και το κοινό.
-Πλέον, με περισσότερο ελεύθερο χρόνο στη διάθεση σας και με δεδομένα τα ανοίγματα που έκανε το «Κύμα» στον πολιτισμό, ποια είναι τα επόμενα σχέδια σας ως προς τις δράσεις του χώρου;
O δρόμος που άνοιξε το 2004 το “Kύμα”, χωρίς να εισπραχθεί ως εγωιστικό, έβαλε στη διαδικασία αυτή πάρα πολλές επιχειρήσεις εστίασης να κάνουν παρουσιάσεις βιβλίων και εκθέσεις. Αυτό είναι το κέρδος κατά τη γνώμη μου της όλης ιστορίας. Εδώ, η πορεία που είχαμε μέχρι τον κορονοϊό το 2020 με τον Πολιτιστικό Αντίλογο ήταν μοναδική. Εχουμε φιλοξενήσει πάνω από 100 συγγραφείς και εικαστικά γεγονότα στον χώρο, μέσα από τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, οπότε προσδοκούμε να συνεχιστεί αυτό το σκέλος και να δυναμώσει περισσότερο, απολαμβάνοντας παράλληλα και όλες τις εκδηλώσεις τις οποίες κάνουν οι Βιβλιοθήκες της πόλης και τα βιβλιοπωλεία, όπως και άλλοι συνάδελφοι στους χώρους τους. Μη έχοντας άλλωστε καμιά φορά και την οργανωτική ευθύνη, τις απολαμβάνουμε περισσότερο. Ενα στόχο που έχω, ο οποίος αγγίζει και το κομμάτι του ονείρου είναι εκείνο το αποτύπωμα που θα μείνει από αυτά τα δικά μου 22 χρόνια και του αδερφού μου του Χρήστου που μαζί ξεκινήσαμε την επιχείρηση, μέσω της γραφής. Ελπίζω μαζί με τον Πολιτιστικό Αντίλογο, με τον Μιχάλη Δημητρακόπουλο και τον Άρη Κορομηλά να καταφέρουμε τα προσεχή ένα-δύο χρόνια να εκδώσουμε ένα μικρό βιβλιαράκι με διηγήματα εμβληματικών συγγραφέων οι οποίοι πέρασαν από αυτό το χώρο. Εχουμε έρθει σε επαφή με τους πρώτους, έχουμε ζητήσει με αφορμή την παρουσία τους στην πόλη και στο χώρο εδώ να γράψουν ένα μικρό διήγημα έτσι ώστε να δημιουργηθεί ένας τόμος και να μείνει ένα αποτύπωμα της ιστορίας αυτής, όχι μέσω της γαστρονομίας αυτή τη φορά, αλλά μέσω του πολιτισμού.
