Θα ανοίξουν, εφόσον οι εξελίξεις τελεσφορήσουν, σε μια νέα εποχή για τον θεσμό των ΔΗΠΕΘΕ συνολικά. Σε αυτή τη μετάβαση, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας Φίλιππος Σοφιανός εμφανίζεται όχι μόνο αισιόδοξος, αλλά και ενεργά παρών στις διεργασίες που βρίσκονται σε εξέλιξη στο υπουργείο Πολιτισμού, με στόχο τη ριζική αναμόρφωση, αναδιάρθρωση και μετεξέλιξη των Δημοτικών Περιφερειακών Θεάτρων.
Με αφορμή τα όσα ειπώθηκαν στο τελευταίο Διοικητικό Συμβούλιο της Φάρις, αλλά και τη νέα καλοκαιρινή παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας, το “Art” της Γιασμίν Ρεζά, ο κ. Σοφιανός μίλησε στην “Ε”, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος σε μια είδηση που, όπως όλα δείχνουν, μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για το μέλλον της θεατρικής αποκέντρωσης στη χώρα. Όπως αποκάλυψε, μετέχει σε νομοπαρασκευαστική επιτροπή του υπουργείου Πολιτισμού, η οποία εργάζεται πάνω σε ένα συνολικό σχέδιο αλλαγών για τα εθνικά και κρατικά θέατρα, δηλαδή το Εθνικό Θέατρο και το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, αλλά και για όλα τα ΔΗΠΕΘΕ της χώρας, με προοπτική αυτά να λειτουργήσουν ως μικρά εθνικά θέατρα.
Ο ίδιος είναι ο μοναδικός εκπρόσωπος από τα ΔΗΠΕΘΕ σε αυτή την επιτροπή, γεγονός που, όπως σημείωσε, αποτελεί για τον ίδιο μεγάλη τιμή αλλά και μεγάλη ευθύνη. Στην επιτροπή συμμετέχουν οι καλλιτεχνικοί διευθυντές των εθνικών θεάτρων, στελέχη του υπουργείου Πολιτισμού, σκηνοθέτες, νομικοί και τεχνοκράτες. Η εργασία έχει ξεκινήσει εδώ και περίπου δύο μήνες, με στόχο να διαμορφωθεί ένα νομοσχέδιο που θα δώσει, όπως είπε, «άλλη πνοή και ανάσα στα ΔΗΠΕΘΕ».

«Έχοντας απόλυτη γνώση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα ΔΗΠΕΘΕ και των αγκυλώσεων λόγω της εμπλοκής με το Δημόσιο, συμβάλω ώστε να αλλάξει το τοπίο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Σοφιανός στάθηκε ιδιαίτερα στον γραφειοκρατικό κύκλο που απαιτείται ακόμη και για το παραμικρό έξοδο, τονίζοντας πως «παλεύω για την απεμπλοκή από όλα αυτά τα πράγματα». Όπως εξήγησε, το ζητούμενο είναι τα ΔΗΠΕΘΕ να αποκτήσουν ένα νέο θεσμικό οπλοστάσιο, ώστε να μπορούν να λειτουργούν ως αυτόνομοι οργανισμοί, με δικό τους οργανόγραμμα, εσωτερικούς κανονισμούς και απαλλαγμένα από απαγορευτικές διατάξεις που, στην πράξη, δημιουργούν εμπόδια στη θεατρική δημιουργία.
Σύμφωνα με τον ορίζοντα που έχει τεθεί από το υπουργείο, η επιτροπή θα πρέπει μέχρι το τέλος Μαΐου να έχει καταλήξει σε μια συνολική πρόταση. Ο ίδιος, ωστόσο, εκτίμησε πως ίσως απαιτηθεί επιπλέον χρόνος, καθώς η συζήτηση είναι εκτεταμένη και ανακύπτουν πολλά ζητήματα που χρειάζονται λύσεις. Παρ’ όλα αυτά, εμφανίστηκε αισιόδοξος ότι μέχρι το τέλος του έτους μπορεί να υπάρξει ένα νομοσχέδιο που θα αλλάξει σελίδα στα ΔΗΠΕΘΕ.
ΑΠΟ ΤΗ ΔΕΚΑΕΤΙΑ ΤΟΥ 80 ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ
Ο κ. Σοφιανός συνέδεσε την ανάγκη αυτής της αλλαγής με την ίδια την ιστορία του θεσμού. Υπενθύμισε ότι η Μελίνα Μερκούρη, ως ένθερμη υποστηρίκτρια της πολιτιστικής αποκέντρωσης, προχώρησε στις αρχές της δεκαετίας του ’80 στον σχεδιασμό ενός δικτύου περιφερειακών θεάτρων, με τον θεσμό των ΔΗΠΕΘΕ να ιδρύεται το 1983. Στόχος τότε ήταν η ανάπτυξη και διάσωση του θεάτρου στην περιφέρεια, μέσα από έναν θεατρικό πολυκεντρισμό, με κέντρα τις πόλεις της χώρας και φορείς τους δήμους ή τις ενώσεις δήμων και κοινοτήτων. «Από τότε έχουν περάσει πολλά χρόνια και αυτός ο νόμος έχει παλιώσει και δεν εξυπηρετεί. Έχουν μεσολαβήσει μνημόνια που έχουν κάνει ζημιά παντού», σημείωσε.
Στο πλαίσιο αυτό, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας υπογράμμισε πως βρίσκεται σε επικοινωνία με όλους τους καλλιτεχνικούς διευθυντές των ΔΗΠΕΘΕ, μεταφέροντας στην επιτροπή τους προβληματισμούς τους. «Οδεύουμε σε μια συνολική λύση και μια διευθέτηση των θεμάτων της καλλιτεχνικής και θεατρικής αποκέντρωσης», ανέφερε, δίνοντας το στίγμα μιας προσπάθειας που δεν αφορά μόνο την Καλαμάτα, αλλά το μέλλον της θεατρικής παραγωγής στην ελληνική περιφέρεια.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στα οικονομικά δεδομένα, τα οποία, όπως είπε, καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τις δυνατότητες ενός Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου. «Μπορεί κάποιος να διαβάζει πως για το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας δίνονται 175 χιλιάδες ευρώ τον χρόνο, αλλά αν σκεφτεί κανείς πόσες ειδικότητες εμπλέκονται σε μια παράσταση και τι έξοδα απαιτούνται θα καταλάβει. Μια παραγωγή ενός έργου, στη φθηνότερη εκδοχή της με τέσσερις ηθοποιούς, είναι 100 χιλιάδες ευρώ. Οπότε εμείς με τον προϋπολογισμό μας πρέπει να κάνουμε τρεις παραγωγές και περιοδεία», σχολίασε.
Τα οικονομικά αυτά δεδομένα, όπως εξήγησε, επηρέασαν και τη φετινή καλοκαιρινή παραγωγή. Ο ίδιος υπενθύμισε πως η αρχική πρόθεση ήταν να γίνει μια συμπαραγωγή με το ΔΗΠΕΘΕ Σερρών, με τις “Νεφέλες” του Αριστοφάνη, ένα σχέδιο που θα μπορούσε να ταξιδέψει σε σημαντικά φεστιβάλ και ανοιχτά θέατρα. Η Περιφέρεια Σερρών απάντησε θετικά, ενώ υπήρχε και ενίσχυση από το υπουργείο Πολιτισμού. Ωστόσο, όπως είπε, από την Περιφέρεια Πελοποννήσου δεν ήρθε ποτέ ούτε θετική ούτε αρνητική απάντηση, παρά τις έγκαιρες κινήσεις που είχαν γίνει από τον Νοέμβριο. «Ήταν το χρονικό μιας χαμένης ευκαιρίας», σημείωσε, εξηγώντας πως η καθυστέρηση οδήγησε τελικά στην απόσυρση των Σερρών από το σχέδιο, καθώς δεν υπήρχε πλέον χρόνος για να οργανωθεί η περιοδεία.
Έτσι, το ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας έμεινε να σχεδιάσει μόνο του μια παραγωγή με περιορισμένα μέσα. Από έναν θίασο 12 ή 14 ατόμων, όπως θα απαιτούσε μια αριστοφανική παραγωγή, οι οικονομικές συνθήκες οδήγησαν σε ένα έργο τριών προσώπων. «Όταν σε ένα κρατικό θέατρο ο πρώτος παράγοντας που καθορίζει την καλλιτεχνική επιλογή και την καλλιτεχνική δημιουργία είναι τα χρήματα, είναι πολύ δεσμευτικό», ανέφερε. Με αυτά τα δεδομένα επέλεξε το “Art” της Γιασμίν Ρεζά, ένα έργο που χαρακτήρισε σημαντικό, ευέλικτο και ταυτόχρονα καλλιτεχνικά απαιτητικό.
Η ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΤΟΥ ΔΗΠΕΘΕ
Ο κ. Σοφιανός επέμεινε πως η επιλογή της κωμωδίας δεν σημαίνει εύκολο γέλιο. «Δεν πιστεύω ότι η αποστολή ενός δημοτικού θεάτρου είναι το εύκολο γέλιο. Πιστεύω ότι η αποστολή του είναι παράλληλα να διδάσκει πράγματα και να προβληματίζει», ανέφερε. Για το “Art” σημείωσε πως πρόκειται για ένα έργο που μπορεί να προσφέρει μια απολαυστική παράσταση, αλλά και να αφήσει τον θεατή με σκέψεις μετά το τέλος της.
Η πρεμιέρα έχει προγραμματιστεί για τις 10 Ιουλίου στο Ανοιχτό Θέατρο, ενώ φέτος θα δοθούν τρεις παραστάσεις, καθώς, όπως είπε, οι δύο παραστάσεις της περσινής παραγωγής ήταν λίγες για το κοινό της Καλαμάτας. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής αναφέρθηκε επίσης σε ένα ακόμη σοβαρό πρόβλημα που αντιμετωπίζει το ΔΗΠΕΘΕ: τη δυσκολία φιλοξενίας ηθοποιών στην Καλαμάτα. Όπως τόνισε, μπορεί να υπάρχουν καλοί ηθοποιοί πρόθυμοι να συμμετάσχουν, όμως τα οικονομικά δεδομένα και το υψηλό κόστος ζωής λειτουργούν αποτρεπτικά. «Δεν μπορούν να έρθουν να ζήσουν στην Καλαμάτα. Πρέπει να έχουν μια άκρη, ένα σπίτι, έναν φίλο να τους φιλοξενήσει. Το θέατρο δεν παρέχει φιλοξενία», σημείωσε, προσθέτοντας πως η εξεύρεση κατοικίας στην πόλη είναι εξαιρετικά δύσκολη και ακριβή. Για τη φετινή παραγωγή ανέλαβε ο ίδιος τη σκηνοθεσία χωρίς αμοιβή, προκειμένου, όπως είπε, να μη γίνει καμία έκπτωση στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.
Σε ό,τι αφορά το έργο της ριζικής ανακαίνισης και του εκσυγχρονισμού του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου, ο κ. Σοφιανός δεν έκρυψε την αγωνία του για τον χρόνο παράδοσης. Όπως είπε, η διατύπωση ότι ο χώρος θα είναι έτοιμος «μέχρι το τέλος του έτους» παραμένει αόριστη. «Το τέλος του έτους είναι στις 31 Δεκεμβρίου. Αν είναι να παραδοθεί τότε, το θέατρο θα σωπάσει τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο;», αναρωτήθηκε. Ο ίδιος υπογράμμισε ότι το ΔΗΠΕΘΕ χρειάζεται τον χώρο του στο τέλος Σεπτεμβρίου, ώστε να μπορέσει να σχεδιάσει κανονικά τη χειμερινή παραγωγή και να μην να αναγκαστεί να ανέβει ξανά στο Μέγαρο Χορού, το οποίο χαρακτήρισε αντιθεατρικό χώρο.
“ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΣΥΜΠΟΡΕΥΤΕΣ”
Απαντώντας στα όσα ειπώθηκαν στο πρόσφατο Δ.Σ. της Φάρις περί «φθίνουσας πορείας» του ΔΗΠΕΘΕ με βάση της πρόσφατες παραγωγές, ο κ. Σοφιανός δεν έκρυψε την ενόχληση του. «Ένιωσα πολύ άσχημα να χρησιμοποιείται η λέξη “φθίνουσα” για το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο», ανέφερε, τονίζοντας πως η πορεία ενός τέτοιου θεάτρου δεν μπορεί να κρίνεται αποκλειστικά από τα εισιτήρια. «Αν θέλαμε να κάνουμε εισιτήρια, θα μπορούσαμε να υιοθετήσουμε την αισθητική Σεφερλή και να έχουμε εισιτήρια», είπε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας ότι το ΔΗΠΕΘΕ δεν είναι εμπορικό θέατρο και δεν έχει ως βασική αποστολή να ακολουθεί πρακτικές που στοχεύουν μόνο στην προσέλευση κόσμου.
Ο ίδιος υποστήριξε πως το Δημοτικό Περιφερειακό Θέατρο έχει υποχρέωση να καλλιεργεί την αισθητική, το κριτήριο και τη θεατρική παιδεία των πολιτών. «Το ΔΗΠΕΘΕ δεν δουλεύει για τα νούμερα. Δουλεύει για να διασπείρει πολιτισμό, αισθητική και θεατρική τέχνη», σημείωσε. Στο ίδιο πλαίσιο απέρριψε την ιδέα ενός «πιο ελαφρού θεάματος», λέγοντας πως το ΔΗΠΕΘΕ οφείλει να παρουσιάζει έργα ρεπερτορίου και αξιώσεων. «Αν η θέληση του συμβουλίου της Φάρις είναι να κάνουμε ελαφρό θέαμα, εγώ θα πρέπει να παραιτηθώ και να φύγω», ανέφερε, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν ανέλαβε τη θέση για να υπηρετήσει ένα τέτοιο μοντέλο.
Ο κ. Σοφιανός υπενθύμισε, μάλιστα, πως η περσινή παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας βραβεύτηκε από την Πανελλήνια Ένωση Κριτικών, γεγονός που, όπως είπε, «κάτι σημαίνει» και δεν μπορεί να περνά απαρατήρητο.
Παράλληλα, σημείωσε πως για να γίνει ουσιαστική κριτική σε ένα θέατρο, θα πρέπει πρώτα να έχει δει κανείς τις παραστάσεις του, ενώ παράλληλα στάθηκε στους ελάχιστους πόρους που διατίθενται για προβολή. «Το θέατρο χρειάζεται συμπορευτές», τόνισε, επισημαίνοντας πως η αντιπολίτευση δεν πρέπει να ασκείται καθηκόντως μέσα από την υποβάθμιση και την απαξίωση της καλλιτεχνικής προσπάθειας.
Κλείνοντας, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Καλαμάτας στάθηκε στη στήριξη που έχει από τον δήμαρχο Καλαμάτας Θανάση Βασιλόπουλο και τον πρόεδρο της Φάρις Σωτήρη Κριτσωτάκη στο έργο που έχει αναλάβει.
Μέσα σε ένα περιβάλλον δυσκολιών, καθυστερήσεων, περιορισμένων πόρων και μεγάλων προσδοκιών, ο Φίλιππος Σοφιανός δείχνει να προσανατολίζεται σε ένα ΔΗΠΕΘΕ που θα αποκτήσει ξανά το σπίτι του, αλλά και σε έναν θεσμό που, αν το υπό επεξεργασία νομοσχέδιο προχωρήσει, μπορεί να ξαναβρεί τον ρόλο για τον οποίο δημιουργήθηκε — ως ζωντανός πυρήνας θεατρικής αποκέντρωσης και πολιτισμού στην ελληνική περιφέρεια.
