Ο Στάθης Β. Βλαχάκος είναι γιατρός ακτινοδιαγνώστης, τ. διευθυντής στο Κέντρο Μαστού «Ν. Κούρκουλος» του Αγίου Σάββα. Ασχολήθηκε με τη μουσική και τη ζωγραφική, με σπουδές στην Ιταλία. Τα τελευταία έτη ασχολείται με τη συγγραφή μυθιστορημάτων για ενήλικες και παιδικών βιβλίων, μερικά εκ των οποίων επιμελείται εικαστικά όσον αφορά το εξώφυλλο και την εικονογράφηση. Ο Θεόδωρος Χρ. Χήρας γεννήθηκε στο Αγρίνιο. Μετά την αποφοίτησή του από την Ιατρική Σχολή Αθηνών, επιλέγει την ειδικότητα της Νεφρολογίας και εκπαιδεύεται στον Ευαγγελισμό και στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών. Το 2002 μεταβαίνει για μετεκπαίδευση σε Μεταμοσχευτικό Κέντρο στο Χιούστον του Τέξας, αλλά θα επιστρέψει στην Ελλάδα για να ασκήσει την Κλινική Νεφρολογία, αρχικά στο ιδιωτικό νοσοκομείο Υγεία και από το 2008 στο Σισμανόγλειο Γενικό Νοσοκομείο Αττικής. Πέρα από τη διδακτορική του διατριβή και άλλες επιστημονικές μελέτες, έχει εκδώσει τρία βιβλία και έχει επιμεληθεί δύο παραμύθια πάνω στη δωρεά οργάνων και ένα γλωσσάρι αιμοκάθαρσης.
Το Bleu (εκδ. Αρμός, 2025), ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα που έγραψαν εκ περιτροπής οι δύο συγγραφείς, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.
Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου
Στο «Bleu» επιχειρείτε ένα σύγχρονο «μυθιστόρημα των δύο», εμπνευσμένο από το πείραμα του 1958 με το Μυθιστόρημα των τεσσάρων. Τι σας τράβηξε σε αυτή την ιδέα: η φόρμα, η πρόκληση ή η ανάγκη να δοκιμάσετε τα όρια της αφήγησης;
Σ.Β.: Οπως γνωρίζετε, γίνονται πολλά πειράματα σε διάφορους κλάδους, αλλά με θετικά αποτελέσματα ξεχωρίζουν λίγα, εκείνα που βασίζονται σε μια ομάδα που έχει την ευθύνη, τον προγραμματισμό αλλά και την τύχη στα χέρια της. Εμείς δεν ακολουθήσαμε το πείραμα του ’58. Υπήρξε ένα συγγραφικό παιχνίδι, βασιζόμενο σε μια κεντρική ιδέα και μια προσπάθεια να συγγράψουμε χωρίς κανόνες.
Θ.Χ.: Με γοήτευσε η ιδέα ότι δύο συγγραφικές συνειδήσεις μπορούν να συνυπάρξουν όχι παράλληλα αλλά αλληλένδετα, να πραγματεύονται την ίδια ιστορία, την ίδια πραγματικότητα, με διαφορετική αισθαντικότητα. Το Bleu αποτελεί συνθήκη που γεννήθηκε ανάμεσα στη συνεργασία και στην αυτονομία. Και ίσως τελικά εκεί, στην υπαρξιακή συγκυρία, να κρύβεται η πραγματική του ταυτότητα.
Κάθε συγγραφέας συνεχίζει από εκεί που σταματά ο προηγούμενος, αξιοποιώντας το υλικό όπως θέλει. Σε ποια σημεία νιώσατε ότι «συμφωνείτε» σιωπηλά και σε ποια ότι συγκρούεστε δημιουργικά;
Σ.Β.: Ακριβώς έτσι, υπήρξε πλήρης ελευθερία στη συγγραφή και ο καθένας μας, αν είχε έμπνευση και συγγραφικό οίστρο, μπορούσε να γράψει δύο και τρία κεφάλαια. Αυτή ήταν μια σιωπηλή συμφωνία, την οποία τηρήσαμε ευλαβικά.
Θ.Χ.: Η σιωπηλή «συμφωνία» εμφανιζόταν κυρίως στον ρυθμό και στο άρρητο. Συνεχίζαμε με την ίδια συναισθηματική θερμοκρασία: μοιραζόμασταν μια κοινή αίσθηση οικονομίας, μια εμπιστοσύνη στο υπαινικτικό. Δεν διορθώναμε ο ένας τον άλλον· επεκτείναμε. Η δημιουργική σύγκρουση, αντίθετα, ήταν το σημείο όπου το μυθιστόρημα αποκτούσε βάθος, ενδιαφέρον.
Το έργο φαίνεται να ακουμπά έντονα τον ψυχισμό. Επειδή είστε και οι δύο γιατροί, η επιστημονική ματιά σάς οδήγησε σε πιο «αυστηρή» ψυχογραφία ή λειτουργεί ως αντίβαρο στη λογοτεχνική σας ελευθερία;
Σ.Β.: Βασικά δεν θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε ιατρικές πινελιές ή να διανθίσουμε το κείμενό μας, συνταγογραφώντας ελεύθερα. Ο καθένας μας δεν χρησιμοποιεί στην καθημερινότητά του ασυνείδητα εμπνεύσεις από τον εργασιακό του χώρο; Η ιατρική έχει τη γοητεία να σου καθοδηγεί το μυαλό σχεδόν ψυχαναγκαστικά, αφήνοντας το αποτύπωμά της στην καθημερινότητα.
Θ.Χ.: Η σχέση είναι διαλεκτική: Η ιατρική μάς διδάσκει την πειθαρχία της παρατήρησης, ενώ η λογοτεχνία μάς επιτρέπει να μεταπηδήσουμε εκεί όπου η επιστήμη σταματά. Στο μυθιστόρημα δεν ερμηνεύουμε τον ψυχισμό, αλλά επιδιώκουμε να τον βιώσουμε εκ των έσω. Αν υπάρχει αυστηρότητα, αυτή αφορά την αξιοπιστία των χαρακτήρων.
Ο κεντρικός ήρωας κυριαρχείται από εγκατάλειψη και μοναξιά, με έναν εσωτερικό κόσμο κατακερματισμένο. Τον βλέπετε ως ένα πρόσωπο της εποχής ή ως διαχρονική ανθρώπινη κατάσταση;
Σ.Β.: Η μοναξιά και το αποτύπωμά της στον ψυχισμό του κάθε ατόμου σαφώς και είναι διαχρονική κατάσταση, όχι απαραίτητα αρνητική – μερικές φορές, συχνά θα έλεγα, σε τέτοιες ψυχολογικές καταστάσεις άνθρωποι της τέχνης και του λόγου δημιούργησαν αριστουργήματα. Ίσως στις ημέρες μας το αίσθημα της μοναξιάς συνοδεύεται και από κοινωνική απομόνωση, και αυτό είναι πρόβλημα. Στο Bleu εστιάζουμε σε αυτό.
Θ.Χ.: Η μοναξιά για τον άνθρωπο είναι εγγενές χαρακτηριστικό από την απαρχή του. Όπως και η ανάγκη του να ανήκει κάπου. Ο σύγχρονος άνθρωπος, όμως, είναι κατακερματισμένος και ταυτόχρονα υπερσυνδεδεμένος με πολλά πράγματα ταυτόχρονα. Συνδέσεις, δυστυχώς, χωρίς ουσία, μετέωρες.
Ο ήρωας μοιάζει να παλεύει με ένα διαρκές, αναπάντητο αίνιγμα γύρω από τη λύτρωση. Η λύτρωση στο έργο σας είναι στόχος, ψευδαίσθηση ή μια ατέρμονη κίνηση προς κάτι που συνεχώς απομακρύνεται;
Σ.Β.: Ολοι μας ψάχνουμε τη λύτρωση, από το οτιδήποτε που εμείς κρίνουμε σαν πρόβλημα και είναι ανθρώπινη αντίδραση. Μόνο όποιοι παλεύουν με αυτοκαταστροφικούς δαίμονες δεν το αξιολογούν.
Θ.Χ.: Η λύτρωση στο βιβλίο είναι η συντριβή. Η συνειδητοποίηση της αβεβαιότητας και η προσπάθεια επιβίωσης. Ο αγώνας, όμως, είναι στημένος.
Η ιστορία ξεκινά με έναν εκκολαπτόμενο Γάλλο συγγραφέα, τον Ζωρζ Λεκλέρ, με καταγωγή από τη Νορμανδία. Γιατί επιλέξατε έναν ήρωα που «κουβαλά» επαρχία μέσα του, πριν βρεθεί στην καρδιά του Παρισιού;
Σ.Β.: Η έννοια της επαρχίας διαφέρει από χώρα σε χώρα. Ο επαρχιωτισμός που εμείς θεωρούμε στην Ελλάδα σαν ταμπέλα εκφράζοντας αρνητικές σκέψεις, συμπεριφορές και συναισθήματα, στη Γαλλία εν προκειμένω ίσως να θεωρείται και πλεονέκτημα έναντι της δύσκολης, συχνά προβληματικής καθημερινότητας του πολυπολιτισμικού Παρισιού. Ο ήρωάς μας κουβαλά αναμνήσεις. Αυτές ανάλογα σε ορίζουν ή σε κατευθύνουν, θετικά ή αρνητικά, και γίνεσαι συστατικό του κοινωνικού μίξερ. Σε μερικές περιπτώσεις αποχυμωτή, όταν νιώθεις ότι η κοινωνία σε ξεζουμίζει σε όλο το φάσμα της.
Θ.Χ.: Το Παρίσι επιλέγεται ως σύμβολο διανόησης, φιλοδοξίας και καλλιτεχνικής έκρηξης. Η περιφέρεια συμβολίζει τη ρίζα, το σημείο εκκίνησης. Είναι ιερή, δεν νοηματοδοτείται με απαξιωτική, συντηρητική διάθεση.
Ένα από τα πιο δυνατά στοιχεία της πλοκής είναι πως το γενετικό υλικό (DNA) οδηγεί ψευδώς στη σύλληψη ενός άλλου ανθρώπου. Τι σας ενδιέφερε περισσότερο σε αυτό: η κοινωνική κριτική, το παιχνίδι της ταυτότητας ή η ειρωνεία της «αλήθειας» της επιστήμης;
Σ.Β.: Προσωπικά η παραπλάνηση με το DNA με βοήθησε να απελευθερώσω τον υποψήφιο ένοχό μας, Ζωρζ Λεκλέρ. Τα αποτελέσματα με το γενετικό υλικό είναι μοναδικά και αδιάψευστα πειστήρια. Στη συγγραφή διαστρεβλώνουμε λιγάκι την αλήθεια, ασκώντας το δικαίωμα της ελευθερίας της πένας. Όχι της σκέψης τόσο, που σου βάζει κανόνες.
Θ.Χ.: Η μεταφυσική βαρύτητα του DNA χρειαζόταν την ειρωνεία της. Το γεγονός ότι όταν το DNA μιλάει η υπόθεση θεωρείται τετελεσμένη, έχει υπερεκτιμηθεί. Και η επιστήμη κάνει σφάλματα, δίνει κάποτε λανθασμένες ερμηνείες.
Ο διάσημος συγγραφέας που συλλαμβάνεται, ο Ζιλιέν Αστρίντ, όχι μόνο δεν αντιστέκεται αλλά «φαίνεται να δέχεται την ενοχή του και να απολαμβάνει την προφυλάκιση». Τι σημαίνει για εσάς αυτός ο παράδοξος εθελοντικός εγκλεισμός;
Σ.Β.: Οχι μόνο στις ημέρες μας, αλλά ανέκαθεν η πρόκληση της κοινωνίας χρησιμοποιήθηκε σαν προβολή και δωρεάν διαφήμιση. Οι ανασφάλειες, ειδικά στους επώνυμους, είναι ένας διαρκής αγώνας για την αναγνώριση και την αποδοχή.
Θ.Χ.: Είναι μια πράξη αυτοϋπονόμευσης αλλά και αυτοπροστασίας. Η περσόνα που έφτιαξε ο Αστρίντ απαιτεί μια ανάσα μακριά από τις σύγχρονες οπτικές ίνες, που μεταφέρουν δεδομένα σχεδόν με την ταχύτητα του φωτός.
Μετά το Bleu –ένα έργο που στηρίζεται στη συνεργασία και στο απρόβλεπτο– θα ξανακάνατε «μυθιστόρημα των δύο»; Ή θεωρείτε ότι αυτό το πείραμα έχει αξία ακριβώς επειδή έγινε μία φορά, ως εμπειρία-τομή;
Σ.Β.: Δεν υπάρχει απάντηση στο ερώτημά σας, γιατί δεν ήταν προσχεδιασμένο το πείραμα των δύο. Είμαστε ιδιαίτερα ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα. Η επανάληψη ελλοχεύει κινδύνους. Αλλά το ζην επικινδύνως δεν έχει μεγάλη γοητεία, εκτός από επίπονες γαστρεντερικές διαταραχές;
Θ.Χ.: Ένα «μυθιστόρημα των δύο» δεν είναι φόρμα που επαναλαμβάνεται ως επιλογή, είναι συνθήκη. Εξαρτάται από τη χρονική στιγμή, από τη σχέση των δύο δημιουργών, από τις εσωτερικές τους ανάγκες εκείνη την περίοδο. Ναι, θα το ξανακάναμε, όχι για να επαναλάβουμε το πείραμα, αλλά αν υπήρχε μια ιστορία που να απαιτεί δύο συγγραφικές συνειδήσεις για να ειπωθεί.
Μιλάτε για μια «άσπονδη γνωριμία» με αγεφύρωτες διαφορές, όπου οι δύο άντρες θα συναντηθούν ελάχιστες φορές σε πραγματικό χρόνο. Πώς χτίζεται λογοτεχνικά μια σχέση που είναι περισσότερο εμμονή και λιγότερο συνύπαρξη;
Σ.Β.: Με απέραντη αυτονομία.
Θ.Χ.: Αγγίζετε το απόκρυφο ευαγγέλιο του βιβλίου με τα αιρετικά και τα σχισματικά.
Λέτε ότι η ζωή του καθενός «θα καθορίζεται και θα εξαρτάται εμμονικά από τη ζωή του άλλου». Τελικά, στο Bleu ο «άλλος» λειτουργεί ως καθρέφτης, ως τιμωρία ή ως σωσίβιο;
Σ.Β.: Αυτό είναι το κεντρικό θέμα του βιβλίου και το ανακάτεμα της τράπουλας, ψάχνοντας τους άσους που έχουν μπλοκάρει στο μανίκι σου. Είναι διαφορετικό να συνυπάρχεις με κάποιο πρόσωπο και διαφορετική η συγγραφική συνύπαρξη που αναπτύσσεται. Εκτιμώντας την πένα ο ένας του άλλου, γεννήθηκε χωρίς σχέδια και προγραμματισμό αυτό το βιβλίο.
Θ.Χ.: Καθρέφτης που αποκαλύπτει, τιμωρία που βαραίνει, σωσίβιο που σώζει.
Στο εισαγωγικό σημείωμα υπάρχει η εικόνα ότι οι άνθρωποι «ακροβατούν πάνω σ’ ένα τεντωμένο σχοινί», έχοντας μέσα τους το σύνθημα «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Είναι το Bleu μια κριτική στον ατομικισμό του σήμερα;
Σ.Β.: Δυστυχώς όλοι έχουμε το λευκό κελί μας και τριγυρνάμε ατέρμονα. Το μόνο θετικό είναι ότι έχουμε τα κλειδιά.
Θ.Χ.: Η ευθύνη του ζωντανού ανθρώπου είναι ότι αποτελεί τη γέφυρα ανάμεσα στο αγέννητο και στο πεθαμένο, ανάμεσα σε αυτό που παρέλαβε και σε αυτό που θα παραδώσει.
Η αλληγορία του τσίρκου (ακροβάτες, ταχυδακτυλουργοί) περνά μέσα στον ήρωα σαν σενάριο ζωής. Τι συμβολίζει τελικά το τσίρκο: την επιβίωση, την εξαπάτηση, τη μαγεία ή την ανάγκη να «παίζουμε ρόλους»;
Σ.Β.: Για μένα υπήρξε πάντοτε το πιο ενδιαφέρον ντεκόρ της ζωής, εναλλάσσοντας ρόλους και κοστούμια. Με γοήτευε ανέκαθεν η τέχνη του ταχυδακτυλουργού.
Θ.Χ.: Το τσίρκο μάς καλεί να ξεχάσουμε τη ζωή, έτσι ώστε και ο θάνατος να μας ξεχάσει.
Υπήρξε στιγμή που διαβάσατε τη συνέχεια του άλλου και είπατε «εδώ δεν το περίμενα»; Ποιο συναίσθημα επικράτησε: χαρά, φόβος, θυμός, ενθουσιασμός…;
Σ.Β.: Συχνά, αλλά είχαμε και οι δύο την ίδια αντίδραση. Γιατί το έγραψες έτσι; με γέλια και χαρά, αλλά κυρίως με σεβασμό.
Θ.Χ.: Ιδιαίτερα συχνά. Ευπρέπεια, αναγνώριση, σέβας.
Ο κόσμος του Bleu μοιάζει να κινείται ανάμεσα στο πραγματικό και στο ονειρικό. Ποιος από τους δύο έσπρωχνε περισσότερο προς τον ρεαλισμό και ποιος προς την ποιητική γραφή;
Σ.Β.: Ανάλογα με τη διάθεσή μας, αλλά κυρίως την αντίδραση από την καθημερινότητα και τις άπειρες εναλλαγές εικόνων και θεμάτων. Μην ξεχνάτε πως και οι δύο είμαστε γιατροί.
Θ.Χ.: Ήμασταν και οι δυο πάντα στη «ζώνη ενδιαφέροντος».
Οι ήρωες φαίνεται να ακροβατούν ανάμεσα σε αντιθέσεις (καλό/κακό, αγάπη/μίσος, ζωή/θάνατος). Στη δική σας συνεργασία υπήρξαν αντίστοιχες αντιθέσεις; Δηλαδή διαφορετικές κοσμοθεωρίες, διαφορετικοί ρυθμοί ή διαφορετικές «αλήθειες»;
Σ.Β.: Σαφώς και υπήρξαν αντιθέσεις, γιατί ο καθένας μας έχει διαφορετικά βιώματα, παραστάσεις και συμπεριφορές.
Θ.Χ.: Αντιθέσεις που όμως λειτούργησαν γόνιμα σαν τα υπόγεια ρεύματα στην ίδια θάλασσα. Ο ένας κάποτε έτεινε προς το λυρικό, ο άλλος προς το έπος· ο ένας εμπιστευόταν περισσότερο το υπαινικτικό, ο άλλος τη ρητή διατύπωση· ο ένας έβαζε ρυθμό allegro, ο άλλος μια μουσική φράση θανάσιμα δραματική.
Αν ένας αναγνώστης ρωτήσει «ποιος από τους δύο έγραψε αυτό το κομμάτι;», σας ενδιαφέρει να ξεχωρίζει η φωνή του καθενός ή θέλατε εξαρχής να μοιάζει σαν μία κοινή φωνή;
Σ.Β.: Νομίζω πως η επιτυχία αυτού του βιβλίου είναι στο γεγονός πως όταν ξεκινήσαμε μια πρώτη επιμέλεια του κειμένου, δυσκολευόμασταν να βρούμε ποιος έγραψε το κεφάλαιο που διαβάζαμε. Αυτό κι αν είναι επιτυχία!
Θ.Χ.: Η ερώτησή σας αποτελεί μέρος του ίδιου του παιχνιδιού. Δεν ήταν ποτέ ο στόχος να λειτουργεί το κείμενο σαν κουίζ ταυτοποίησης ύφους. Λογικό ακούγεται να υπάρχουν υπόγειες διαφορές, αλλά να μη διαρρηγνύεται η ενότητα. Ωστόσο, καλοδεχούμενο είναι να διακρίνει ο αναγνώστης αποχρώσεις που προδίδουν τον έναν ή τον άλλον.
