Νοσταλγικό και βαθιά αναστοχαστικό, με υπερρεαλιστικές πινελιές σε ορισμένες στιγμές της αφήγησης, σκιαγραφεί μια Ελλάδα λησμονημένης ομορφιάς, την Ελλάδα του Γιώργου Σεφέρη και του Μάνου Χατζιδάκι.
Μια Ελλάδα που η ίδια έμαθε να αγαπά από παιδί, ταξιδεύοντας με μικρά και μεγάλα βαπόρια στα γαλανά νερά, πλάι σε δελφίνια που ξεπηδούσαν από τον αφρό της θάλασσας, αλλά και με αεροπλάνα πάνω από την απεραντοσύνη του ελληνικού ουρανού. Οπως λέει μιλώντας στην «Ε», «στον Πόρο μού αποκαλύφθηκαν αρκετές αλήθειες για την ίδια τη ζωή και για τον ίδιο τον εαυτό μου», ενώ το γράψιμο λειτούργησε ως «απολύτρωση, βάλσαμο και αποκάλυψη».
Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου
Κυρία Στυλιανού, γεννηθήκατε στην Κύπρο, σπουδάσατε Κοινωνιολογία και Πολιτική Επιστήμη και κάνατε μεταπτυχιακά στις Σπουδές Φύλου σε Κύπρο και Οσλο. Πώς αυτές οι σπουδές και οι διαφορετικές γεωγραφικές παραστάσεις επηρέασαν τη ματιά σας ως δημιουργού;
Είναι πραγματικά αναπόφευκτο γεγονός και αναπόφευκτη συντεταγμένη να επηρεαστεί η ματιά μου ως δημιουργού. Τόσο το αντικείμενο των σπουδών μου όσο και οι διαφορετικές κοινωνικο-γεωγραφικές παραστάσεις που είχα αναπόδραστα επηρέασαν και συνεχίζουν να επηρεάζουν τον τρόπο που γράφω, αλλά και τα θέματα με τα οποία καταπιάνομαι εντός του πλαισίου της γραφής μου. Πέρα τούτου, οι συναναστροφές και οι φιλίες από διαφορετικούς πολιτισμούς και διαφορετικά πολιτισμικά δοσμένα όπως και η επαφή με άλλες κουλτούρες και γλώσσες με επηρέασαν θετικά στο να έχω πιο ανοικτούς πνευματικούς ορίζοντες ως άνθρωπος και ως δημιουργός.
Στο κείμενό σας αναφέρετε ότι «πατρίδα μας είναι εκεί που αναπαύεται αληθινά η ψυχή μας». Πώς λειτουργεί η Κύπρος μέσα σας όταν γράφετε για την υπόλοιπη Ελλάδα, και πώς γεφυρώνονται αυτοί οι δύο τόποι στο έργο σας;
Μέσα στην καρδιά μου, ποτέ δεν είχα δει και ποτέ δεν είχα αντιμετωπίσει την Ελλάδα και την Κύπρο, ως ξεχωριστές γεωγραφικές οντότητες, αλλά ως ένα ενιαίο γεωγραφικό χώρο. Μέσα σ’ αυτή την συλλογιστική, αισθάνομαι πρώτα Ελληνίδα και μετά Κύπρια, τόσο πολύ αγαπώ την μητέρα πατρίδα Ελλάδα, αν και κατοικώ στο ανατολικότερο σημείο της Μεσογείου. Αισθάνομαι ως εκ τούτου, πολύ δυνατή την σύνδεση με την μητροπολιτική Ελλάδα και αυτό φανερώνεται στα γραπτά μου, στο ίδιο μου το έργο.
Εχοντας ήδη εκδώσει ποίηση και μυθιστορηματικό διήγημα, πώς προέκυψε η ανάγκη να στραφείτε στο είδος του ταξιδιωτικού memoir; Τι σας προσφέρει αυτή η πιο άμεση, αυτοβιογραφική γραφή;
Αφενός κάθε φορά που γράφω, ανανεώνω το ραντεβού μου με την τέχνη της γραφής είτε αυτό είναι ποίηση είτε διήγημα, είτε νουβέλα. Και αφετέρου, η ανάγκη να στραφώ στο ταξιδιωτικό memoir προέκυψε τα τελευταία χρόνια, καθώς ταξίδευα κράταγα πάντοτε ένα μπλοκ, όπου κατέγραφα τα συναισθήματα και τα γεγονότα από το εκάστοτε ταξίδι μου. Γι’ αυτό και προέκυψε ένα διαφορετικό ταξιδιωτικό memoir για τον Πόρο, όπου είχα την ευκαιρία και την δυνατότητα να προσφέρω μέσα από την πρωτοπρόσωπη, αυτοβιογραφική μου γραφή, την κάθαρση και την εκτόνωση των συναισθημάτων μου, θετικών και λιγότερο θετικών όπως και να προσφέρω στον αναγνώστη μου την δυνατότητα να με γνωρίσει καλύτερα ως άνθρωπο και έπειτα ως δημιουργό.
Ο τίτλος του βιβλίου είναι «Πόρος, ένα ταξίδι στην Οδό των Ονείρων μου». Γιατί επιλέξατε αυτόν τον τίτλο; Ηταν ο Πόρος ένα όνειρο ζωής για εσάς;
Επέλεξα αυτό τον τίτλο καθώς είμαι επηρεασμένη εμφανώς από το ομώνυμο τραγούδι του μεγάλου Μάνου Χατζιδάκη αφενός και αφετέρου διότι στο Πόρο μού αποκαλύφθηκαν αρκετές αλήθειες για την ίδια την ζωή και για τον ίδιο τον εαυτό μου και τις σχέσεις μου με τους άλλους. Ο Πόρος ήταν ένα ταξίδι, ναι, ζωής και ένας καθοριστικός σταθμός για μένα στο να ξεδιπλωθούν από μέσα μου πράγματα, συναισθήματα, αλήθειες που δεν θα είχα την ευκαιρία να νοηματοδοτηθούν διαφορετικά αν δεν είχα πραγματοποιήσει το ταξίδι μου στο νησί Πόρος.
Στο βιβλίο εξομολογείστε ότι αυτό το ταξίδι ξεκίνησε δύσκολα, επειδή μια σημαντική φιλία σας τελείωνε. Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν να γράψετε για μια τόσο προσωπική και στενάχωρη στιγμή;
Δεν ήτανε καθόλου εύκολο για μένα να έρχομαι αντιμέτωπη με μια τόσο προσωπική και στενάχωρη στιγμή και μάλιστα στο συγγραφικό μου κάδρο να την καταγράφω αφού βίωνα την ίδια στιγμή το αίσθημα της απώλειας και του πόνου του αποχωρισμού. (Στο τέλος, δόξα τω Θεώ, η φιλία αυτή ενώ βρισκόταν σε κρίση, εξήλθε μέσα από την κρίση που διήλθε, ακόμα πιο αληθινή και ακόμη πιο δυνατή.). Γενικότερα, θα έλεγα ότι το γράψιμο έπαιξε στην προκειμένη περίπτωση πρωταγωνιστικό ρόλο, ώστε να αποτελέσει απολύτρωση, βάλσαμο και αποκάλυψη για μένα.
Σε ένα σημείο γράφετε ότι «η ζωή είναι πάντα όμορφη, ακόμα και στις πιο δύσκολες διαδρομές». Σας βοήθησε ο Πόρος να το ξαναθυμηθείτε αυτό;
Ναι σίγουρα, ο Πόρος με βοήθησε να ξαναθυμηθώ πόσο όμορφη είναι η ζωή ακόμα και στις πιο δύσκολες διαδρομές. Πάντοτε, η ίδια η Ελλάδα και ο ελλαδικός χώρος με βοηθάνε να είμαι η καλύτερη εκδοχή του εαυτού μου.
Τι σημαίνει για εσάς η πίστη στις δύσκολες στιγμές;
Η πίστη παίζει καθοριστικό ρόλο στη ζωή μου γενικότερα όχι μόνο στα δύσκολα αλλά και στις χαρές της ζωής. Το να δοξολογούμε τον ίδιο τον Θεό όταν όλα μας πηγαίνουν αντίθετα από ότι τα έχουμε προγραμματίσει, εκεί φαίνεται το ψυχικό μας μεγαλείο.
Στο βιβλίο αναφέρετε τον Γιώργο Σεφέρη και τη «Βίλα Γαλήνη» όπου έμενε στον Πόρο. Τι νιώσατε όταν βρεθήκατε στα ίδια μέρη που εκείνος έγραψε τα ποιήματά του;
Χαρά και δέος με κατέκλυσαν όταν βρέθηκα στα ίδια μέρη που έγραψε τα κι εκείνος τα ποιήματά του! Δεν θα μπορούσε παρά να τα συλλάβει σ’ ένα τόσο γοητευτικό και ειδυλλιακό τοπίο που προσφέρει και προσφέρεται ο ίδιος ο Πόρος στους ταξιδιώτες και στους ναυαγούς της γοητείας του.
Μέσα στο κείμενο «ακούγονται» οι μουσικές του Μάνου Χατζηδάκη και του Μίκη Θεοδωράκη. Οταν γράφετε, έχετε πάντα στο μυαλό σας μια μουσική να σας συντροφεύει;
Ναι αναπόδραστα έχω ανέκαθεν στο μυαλό μου μια μουσική να με συντροφεύει όταν γράφω. Και στην περίπτωση του Πόρος - ταξιδιωτικού memoir είχα κατά νου και στην καρδιά μου τα τραγούδια του Χατζιδάκη και του Θεοδωράκη, τραγούδια τα οποία εξυμνούν μια άλλη Ελλάδα, «μια Ελλάδα, λησμονημένης ομορφιάς» που καλούμαστε να αναβιώσουμε ξανά και ξανά μέσα στις μικρές και καθημερινές στιγμές της ζωής μας. Δεν ξέρω, ίσως να οφείλεται αυτό το «συνήθειο» του συγκερασμού μιας μελωδίας με την συγγραφή μου, και στο γεγονός ότι από τα παιδικά μου χρόνια και έπειτα στα φοιτητικά μου χρόνια ασχολήθηκα με την κλασσική μουσική και το κλασσικό Ελληνικό και Ιταλικό τραγούδι.
Λέτε στο τέλος ότι το γράψιμο είναι για εσάς «μορφή ελευθερίας» και «ανάγκη βαθιάς αναπνοής». Πώς θα ήταν η ζωή σας αν δεν γράφατε;
Για να είμαι ειλικρινείς δεν θα μπορούσα να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς τη συγγραφή και τις καλές τέχνες. Θα ήταν χωρίς αυτές μια ζωή χωρίς οξυγόνο, χωρίς άρωμα, χωρίς γεύση, χωρίς ουσιώδη ελευθερία.
