Κυριακή, 06 Σεπτεμβρίου 2026 08:11

Ο Κώστας Πετρουλάς στην «Ε»: «Στις δύσκολες συνθήκες φανερώνονται οι αρετές και τα ελαττώματά μας»

Γράφτηκε από την

Ο Κώστας Πετρουλάς στην «Ε»: «Στις δύσκολες συνθήκες φανερώνονται οι αρετές και τα ελαττώματά μας»

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Σμίλη" το νέο μυθιστόρημα του Ναυπλιώτη Κώστα Πετρουλά «Η φυλακή των αθώων».

Πρόκειται για ένα κοινωνικό μυθιστόρημα που εξελίσσεται σε δέκα κεφάλαια, με πολιτικό κορμό και ιστορικό πλαίσιο τη δεκαετία του ’70. Οι πρωταγωνιστές παρουσιάζονται μέσα στις αντιχουντικές εξεγέρσεις της Νομικής και του Πολυτεχνείου, σε μια ενότητα με το πριν και το μετά, ενώ οι προσωπικές τους διαδρομές αναδεικνύουν τις αιτίες και τους λόγους που τους οδήγησαν σε μια παράνομη Οργάνωση ρήξης με το κράτος.

Το τελευταίο κεφάλαιο έχει την πλοκή και την ένταση ενός θρίλερ, καθώς, έξι χρόνια μετά την τελευταία συνεδρίαση, οι παλιοί σύντροφοι συναντιούνται ξανά και αποκαλύπτεται μια προδοσία που δεν έχει να κάνει ευθέως με την πολιτική τους δράση. Άνθρωποι δυνατοί και ταυτόχρονα με αδυναμίες και όρια, κάθονται στο εδώλιο, αλλάζουν ρόλους ένοχων και αθώων και καλούνται να αντιμετωπίσουν το βάρος της πραγματικότητας. Η λύση που δίνεται είναι απρόβλεπτη. Με αφορμή το βιβλίο, ο Κώστας Πετρουλάς μιλά στην «Ε».

Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου

Στο μυθιστόρημά σας η πολιτική βία λειτουργεί ως αφετηρία, όμως πολύ γρήγορα το βάρος πέφτει στις προσωπικές ρωγμές των ηρώων. Τελικά, σας ενδιέφερε περισσότερο η Ιστορία ή η ανθρώπινη ψυχολογία που γεννιέται μέσα σε αυτήν;

Η Ιστορία έχει τη δική της αυτόνομη σημασία και αξία. Δεν παραμέλησα να την αναδείξω μέσα από τη δράση των ηρώων. Ταυτόχρονα όμως, και κυρίως, τη χρησιμοποίησα για να ερευνήσω, μέσα από την πλοκή, το είδος της ψυχολογίας που οδηγεί κάποιον στα άκρα. Ήταν το ιδανικό πλαίσιο στο οποίο μπορούσα να βάλω σε δοκιμασία την ανθρώπινη φύση.

Επιλέγετε μια οργάνωση που βρίσκεται στη στιγμή της αυτοδιάλυσης και όχι στην κορύφωση της δράσης της. Γιατί σας γοήτευσε περισσότερο το τέλος της στράτευσης παρά η στιγμή της έκρηξης;

Το τέλος της στράτευσης μου έδωσε τη δυνατότητα να φωτίσω το πριν και το μετά. Ουσιαστικά, το ολόκληρο της διαδρομής των ηρώων. Τη βιογραφία τους. Αυτή εξηγεί την «άνοδο» με όχημα μια μεγάλη ιδέα και την «πτώση» αφού την εγκατέλειψαν, αν και ο ισχυρισμός των περισσότερων ήταν πως συνεχίζουν να την υπηρετούν με διαφορετική μορφή αγώνα. Αυτός είναι ο λόγος που το μυθιστόρημα δεν στέκεται σχεδόν καθόλου στη δράση της οργάνωσης. Εστιάζει στις αιτίες που οδήγησαν τους ήρωές μου σε ακραίες αποφάσεις και πράξεις, στη στάση τους σε κρίσιμα γεγονότα, καθώς και στην κατάληξή τους μετά το τέλος της παρανομίας. Πόσο ήταν «άνοδος» ή «πτώση», αφήνεται μέσα από την πλοκή να το κρίνει ο αναγνώστης.

Η δομή των δέκα κεφαλαίων, με οκτώ ενδιάμεσα βιογραφικά πορτρέτα που λειτουργούν σχεδόν ως αυτόνομα κοινωνικά διηγήματα, δίνει στο βιβλίο μια σπονδυλωτή μορφή. Ήταν από την αρχή συνειδητή αυτή η αρχιτεκτονική;

Το πρώτο κεφάλαιο αναπτύσσεται σαν εκφώνηση του δράματος και αφήνει ερωτηματικά για το είδος των ανθρώπων που ολοκληρώνουν ανήσυχοι και φοβισμένοι την παράνομη διαδρομή τους. Αφήνει ερωτηματικά και για το γεγονός, που δεν αποκαλύπτεται, αλλά παρουσιάζεται σαν αιτία ή αφορμή της απόφασής τους να αυτοδιαλυθούν. Από τις διαφορετικές περιπετειώδεις ιστορίες των ηρώων, στα οχτώ επόμενα κεφάλαια, προκύπτουν αβίαστα οι απαντήσεις για τη συμμετοχή τους σε μια ακραία οργάνωση. Επίσης, οι διακριτοί χαρακτήρες τους προετοιμάζουν τον αναγνώστη για τις αποκαλύψεις των ρόλων τους στο μοιραίο γεγονός του παρελθόντος, κι αυτές οι αποκαλύψεις έρχονται στο τελευταίο κεφάλαιο. Η συγκεκριμένη δομή υπηρέτησε το ξεδίπλωμα της πλοκής και ήταν απολύτως συνειδητή.

Το ιστορικό πλαίσιο της δεκαετίας του ’70, η Νομική και το Πολυτεχνείο, είναι πολύ φορτισμένα σημεία της νεότερης ιστορίας μας. Πώς ισορροπήσατε ανάμεσα στην ιστορική ακρίβεια και τη λογοτεχνική ελευθερία;

Η ακρίβεια των ιστορικών γεγονότων απαιτεί εντιμότητα σε ό,τι αφορά τη μεγάλη εικόνα των εξεγέρσεων, αλλά αφήνει έναν τεράστιο χώρο για τα επιμέρους ανθρώπινα. Αυτά που πραγματεύεται το μυθιστόρημα, οι ακραίες συμπεριφορές στις οποίες μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος, ευνοήθηκαν από το ιστορικό πλαίσιο. Δεν ήταν μόνο εύκολο να πλάσω τις ιστορίες τους μέσα στην ακριβή αλήθεια των μεγάλων γεγονότων, αλλά μου έδωσε και όλες τις προϋποθέσεις που ήταν απαραίτητες για την αληθοφάνεια των μύθων.

Στο πρώτο μέρος, το κρίσιμο γεγονός που οδήγησε την ομάδα στη διάλυση μένει σκοπίμως κρυφό. Τι σας πρόσφερε αφηγηματικά αυτή η αναβολή της αποκάλυψης; Θέλατε ο αναγνώστης να δικάσει πρώτα τους ήρωες ή να τους καταλάβει;

Να τους κατανοήσει ώστε να μπορεί να τους δικάσει, όταν θα ερχόταν η ώρα των αποκαλύψεων. Να έχει ζήσει μαζί τους τις βασικές βιογραφικές τους ιδιαιτερότητες. Όταν θα έχει ταυτιστεί, εναντιωθεί, ή φιλτράρει τους ρόλους τους, τότε, με την όποια εικόνα έχει για τον καθένα, θα μπορεί να παρακολουθήσει κριτικά και συναισθηματικά το μεγάλο τελευταίο ραντεβού τους, που πήρε τη μορφή μιας ασυνήθιστης δίκης.

Ενα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία είναι ότι στη συνάντηση των πρώην συντρόφων αναδύονται όχι μόνο η ιδεολογία, αλλά η φιλία, η αφοσίωση και ο φόβος της μοναξιάς μετά τον αγώνα. Μπορεί τελικά η πιο βαθιά εξάρτηση να μην είναι πολιτική, αλλά συναισθηματική;

Η αρχή βρίσκεται στην ανάγκη του ανθρώπου να έχει διακριτό ρόλο ανάμεσα στους συνανθρώπους του. Να ξεχωρίζει και να τιμάται ατομικά. Το συναίσθημα του «πολύτιμου» είναι μεγαλειώδες σε όσους κατέχουν κάποια εξουσία, την οποία μπορούν να αιτιολογήσουν ως προσφορά στο σύνολο. Ωστόσο, δεν υποκαθιστά εκείνο που αποκομίζουν από τη ζωντανή σχέση τους ανάμεσα στους συντρόφους τους. Περίπου, τη γνησιότητα του συναισθήματος που βιώνει ο «σωτήρας» του κόσμου, την κρίνει η αντίστοιχη γνησιότητα που βιώνει ο «φίλος» της καθημερινότητας. Η μηχανική υποκατάσταση του θετικού συναισθήματος, που (δεν) παίρνει κάποιος από τη ζωντανή επαφή με τους συνανθρώπους του, με το μεγαλειώδες του σωτήρα, δεν γεμίζει το κενό αλλά το παρηγορεί. Όταν παραιτήθηκαν οι ήρωές μου απ’ αυτόν τον σπουδαίο ρόλο, έχασαν και το παρήγορο υποκατάστατο. Η αίσθηση πως τους απέρριψε η κοινωνία, τους απέσπασε και το –πλαστό, έστω– προνόμιο. Οπότε, εστίασαν στη σχέση τους, στη φιλία τους, προκειμένου να νιώσουν καλά, να ισορροπήσουν. Τότε, παραδέχτηκαν έμμεσα την αξία της συναισθηματικής σχέσης, που μπορείτε να την πείτε και εξάρτηση, εστιάζοντας στην καλή σχέση με τα μέλη της ομάδας τους.

Στο βιβλίο σας αναδεικνύεται η λεπτή γραμμή ανάμεσα στην ιδεολογία, την προσωπική ευθύνη και την αλήθεια. Πού τοποθετείστε εσείς; Υπάρχει στιγμή που η ιδεολογία μπορεί να λειτουργήσει ως άλλοθι;

Η ιδεολογία σε πολλές περιπτώσεις λειτουργεί ως άλλοθι, προκειμένου να δικαιολογήσει τη βαρβαρότητα των πράξεων, αλλά κυρίως, όχι συνειδητά. Αν μπορούσαν οι άνθρωποι να ελέγξουν το σύνολο των παραμέτρων που τους οδηγούν να ασπαστούν μια ιδέα, τότε θα μπορούσαν να έχουν κριτικό έλεγχο και στην ιδέα. Αυτό είναι το διαρκώς ζητούμενο. Όμως, συνήθως ακροβατούν ανάμεσα στα στοιχεία που αναφέρετε. Η προσωπική ευθύνη εύκολα γίνεται επιλεκτική. Υποτιμάται στα μέσα που τάχα αγιάζουν τον σκοπό και υπερτιμάται στα όρια που επιτρέπουν οι διαχρονικές αξίες. Όσο για την αλήθεια, αυτή εύκολα παραμορφώνεται προκειμένου να υπηρετήσει το ιδεολόγημα, που σε τελική ανάλυση πολλές φορές υπηρετεί τον εγωισμό και όχι τους συνανθρώπους.

Ο τίτλος «Η φυλακή των αθώων» είναι εξαιρετικά αιχμηρός, ειδικά από τη στιγμή που οι ρόλοι ενόχων και αθώων φαίνεται να αλλάζουν μέσα στην ιστορία. Για εσάς ποιος είναι πραγματικά αθώος σε αυτό το βιβλίο;

Η πλοκή παρακινεί τον αναγνώστη να επιλέξει ανάμεσα σε δύο διακριτές συμβολικές «φυλακές αθώων» ή να απορρίψει και τις δύο. Η μία είναι εκείνη της κοινωνίας που δεν ξεσηκώνεται να πολεμήσει την αδικία, να απαιτήσει μια καλύτερη μοίρα για όλους. Η άλλη είναι τα ιδεολογήματα που δεσμεύουν και οδηγούν σε ανόσιες και άδικες πράξεις, στο όνομα κάποιας τελικής δικαιοσύνης. Η αθωότητα και η ενοχή κρίνονται από την παραβίαση των διαχρονικών ηθικών αξιών. Καμιά ιδεολογία και καμιά αδράνεια δεν αθωώνει τον άνθρωπο όταν τις παραβιάζει, πλην αν αμύνεται. Ο σκοπός του ανθρώπου είναι να μην κλειστεί σε καμιά φυλακή, μέσα στην οποία θα επικαλείται την αθωότητά του. Ούτε σε εκείνη όπου τον παγιδεύουν οι ιδεολογίες και καταλήγει στα αληθινά σίδερα που προβλέπει το κοινωνικό συμβόλαιο των πολιτών, ούτε στην άλλη όπου καθηλώνεται και αδρανεί για όσα δεινά συμβαίνουν στον κόσμο. Αθώος –και όχι μόνο– είναι εκείνος που ορίζει το μέτρο και στις δύο πλευρές, στη θεωρία και στην πράξη.

Στο τελευταίο κεφάλαιο, η ένταση παίρνει σχεδόν μορφή θρίλερ και οδηγεί σε μια απρόβλεπτη λύση. Σας ενδιέφερε αυτή η κλιμάκωση να λειτουργήσει και σαν ηθική δοκιμασία για τον αναγνώστη;

Ναι, ακριβώς αυτός είναι ο σκοπός. Οταν βρισκόμαστε σε δύσκολες συνθήκες, τότε φανερώνονται πραγματικά οι αρετές μας και τα ελαττώματά μας. Οταν κολυμπάμε με τους φίλους μας ήρεμα σε μια παραλία, μοιάζουμε όλοι καλοί και συνεργάσιμοι. Αν όμως κάποιος από την παρέα μας πνίγεται ή έχει τραυματιστεί, τότε ξεχωρίζουν οι ανάλγητοι από εκείνους που τρέχουν να βοηθήσουν. Η ταύτιση ή η εναντίωση στους ρόλους των ηρώων, σε ακραίες καταστάσεις, μας βάζει σε ηθική δοκιμασία έστω κι αν είμαστε απλώς αναγνώστες και όχι παριστάμενοι στα γεγονότα.

Το βιβλίο φαίνεται να μιλά όχι μόνο για μια συγκεκριμένη μεταπολιτευτική γενιά, αλλά και για τις «φυλακές» που χτίζει ο ίδιος ο άνθρωπος μέσα του. Ποια θα θέλατε να είναι η πιο επίμονη σκέψη που θα μείνει στον σημερινό αναγνώστη όταν κλείσει το βιβλίο;

Ο άνθρωπος νοηματοδοτεί την ύπαρξή του από τη σχέση του με τους συνανθρώπους του. Παρακολουθεί τη φυσική εντολή να είναι «κάποιος» μέσα στο πλήθος. Οι επιλογές, τα δύο άκρα των επιλογών του, είναι συγκεκριμένα: Το ένα, να επιβάλλει τον εαυτό του μέσα από κάποια εξουσία που θα αποχτήσει. Το άλλο, ο σεβασμός που θα εμπνεύσει από κάθε είδους προσφορά στους συνανθρώπους του. Φυσικά, ένας μεγάλος χώρος ανάμεσα σ’ αυτά κατοικείται από ενδιάμεσες συμπεριφορές. Αυτό που θα ήθελα να μείνει στον αναγνώστη είναι ο προβληματισμός για τη δική του θέση, εκείνη που θα ήθελε να έχει στο πάνελ της συγκατοίκησης, αναλογιζόμενος τα δύο άκρα.