Ηταν οι πρώτοι που εκτελέστηκαν στην Αθήνα από τους ναζί ως όμηροι. Και ήταν η πρώτη φορά που, πριν από το παράγγελμα «Πυρ!», ακούστηκαν ο εθνικός ύμνος και η ζητωκραυγή υπέρ της πατρίδας. Ανάμεσα στους οκτώ βρισκόταν και ο σαραντάχρονος Μιχάλης Ακύλας, γεννημένος στο Άργος, αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, με μεταγενέστερη μετάταξη στην Αεροπορία. Ηταν ποιητής και πεζογράφος, μα πάνω απ’ όλα μια προσωπικότητα που ακτινοβολούσε ακεραιότητα και ήθος. Δεν ήταν, λοιπόν, τυχαία η φιλία του με μέλη του πνευματικού κόσμου, αλλά και ευρύτερα της εποχής του. Μυριβήλης, Θεοτοκάς, Σεφέρης, Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος, Ιωάννα Τσάτσου, Ηλίας Τσιριμώκος και Χριστόφορος Χρηστίδης τον αναφέρουν σε γραπτά τους, συγκλονισμένοι από τον θάνατό του.
Ο Ηλίας Βενέζης εξακολουθούσε να τιμά τη μνήμη του ακόμη και ύστερα από είκοσι χρόνια. Και ο Ανδρέας Εμπειρίκος έγραψε ένα ποίημα για τον «μεγαλόψυχο φίλο», στον οποίο αφιέρωσε και άλλα κείμενά του. Η ζωή και ο πρόωρος θάνατός του, αλλά και οι ζωές των επτά ακόμη Ελλήνων που εκτελέστηκαν μαζί του τον Ιούνιο του 1942, βρίσκονται στο επίκεντρο του νέου βιβλίου της Αννίτας Π. Παναρέτου, «Ο Μιχάλης Ακύλας και οι οκτώ πρώτοι», που συνοδεύεται από φωτογραφικό υλικό και κυκλοφορεί από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας. Μέσα από αρχειακή έρευνα, μαρτυρίες και προσωπικά τεκμήρια, η συγγραφέας ανασυνθέτει όχι μόνο την πορεία ενός ανθρώπου που έζησε ανάμεσα στα όπλα και τα γράμματα, αλλά και την τελευταία περίοδο της ζωής των «οκτώ πρώτων» ομήρων. Ο αναγνώστης μπορεί επίσης να γνωρίσει τον Μιχάλη Ακύλα μέσα από τα δύο έργα που πρόλαβε να εκδώσει και τα οποία αναδημοσιεύονται στον τόμο αυτό. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με ιστορική πραγματεία του καθηγητή Χάγκεν Φλάισερ, εξ αγχιστείας συγγενή του Μιχάλη Ακύλα, για τον βίο και τη δράση στην Ελλάδα του στρατηγού Αντρέ, ο οποίος έδωσε τη διαταγή της εκτέλεσης των οκτώ. Για την εκτέλεση, ο Χάγκεν Φλάισερ συζήτησε ζωντανά μαζί του, στη διάρκεια συνέντευξης το 1972.
«Αισθάνομαι ότι με αυτό το πόνημα ανανεώθηκε μια μνήμη που συντηρήθηκε για πολύ λίγο - ουσιαστικά για τα τέσσερα πρώτα χρόνια μετά την εκτέλεση των οκτώ. Σε ό,τι με αφορά, όπως η σχέση μας υπαγορεύει, θα κρατήσω τον Ακύλα εντός μου, για τα υπόλοιπα χρόνια μου», αναφέρει η συγγραφέας Αννίτα Π. Παναρέτου.
Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου
Ποιος ήταν ο Μιχάλης Ακύλας και γιατί αξίζει να τον θυμόμαστε σήμερα;
Ο Μιχάλης Ακύλας (1900 ή 1901-1942) υπήρξε αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, με μετάταξη στην Αεροπορία Ναυτικού. Το 1942, στη διάρκεια της Κατοχής, αποπειράθηκε να διαφύγει στη Μέση Ανατολή. Συνελήφθη και εκτελέστηκε με επτά ακόμα Έλληνες, σε αντίποινα για μια μικρή δολιοφθορά σε σιδηροδρομικές γραμμές. Ήταν η πρώτη φορά που εφαρμόστηκε στην Αττική το μέτρο της ομηρίας, εξ ου και το προσωνύμιο «Οι οκτώ πρώτοι». Πέρα από άνθρωπος των όπλων, ο Ακύλας υπήρξε και άνθρωπος των γραμμάτων, καθώς εξέδωσε μια ποιητική συλλογή και μια νουβέλα. Άλλα έργα του δεν πρόλαβαν να δημοσιευτούν και δεν εντοπίστηκαν.
Ποιο εύρημα σας συγκλόνισε περισσότερο για τον Ακύλα;
Κατ’ αρχάς, ο τρόπος με τον οποίο αναφέρονται στο πρόσωπό του όλοι όσοι τον γνώρισαν, χωρίς καμιά απολύτως εξαίρεση. Ένα άλλο εύρημα συνδέεται με μια απώλεια: πρόκειται για την ύπαρξη ενός ώριμου έργου του Ακύλα, υπό τον τίτλο Σωκρατικοί Διάλογοι, που όμως δεν εντοπίστηκε ποτέ.
Επιλέξατε να μην περιορίσετε το βιβλίο στον Ακύλα, αλλά να δώσετε χώρο και στους υπόλοιπους επτά. Ήταν μια συνειδητή απόφαση να αναδείξετε τη συλλογικότητα αυτής της θυσίας, πέρα από την ατομική βιογραφία;
Ήταν μια οφειλή. Και οι οκτώ υπήρξαν σύντροφοι στη φυλακή και στον θάνατο. Οι υπάρχουσες μαρτυρίες δεν αφορούν μόνο τον Ακύλα. Συμπεριλαμβάνουν και τους υπόλοιπους. Δεν γινόταν, λοιπόν, να απομονώσω τον Ακύλα και να αγνοήσω τους άλλους επτά. Πολύ περισσότερο που για κάποιους από αυτούς υπάρχουν σημαντικά στοιχεία και σημαντικά τεκμήρια, όπως σημειώματα στους οικείους τους πριν από την εκτέλεση.
Τα σημειώματα και οι μαρτυρίες δείχνουν μια σχεδόν απόκοσμη ηρεμία των μελλοθάνατων. Από πού αντλούσαν, κατά τη γνώμη σας, αυτή τη δύναμη;
Θα απαντήσω με τη φράση ενός άλλου από τους «οκτώ πρώτους»: «Δόξα τω Θεώ, επιτέλους να τελειώνουμε». Με την ανακοίνωση της εκτέλεσης λήγει η αγωνία της αβεβαιότητας και της βασανιστικής αναμονής. Από εκεί και ύστερα, αναλαμβάνουν η καταφυγή στον Θεό και, κυριότατα, η παρηγοριά της συντροφικότητας.
Πώς εξηγείται η στενή σχέση του Ακύλα με προσωπικότητες όπως ο Σεφέρης, ο Μυριβήλης, ο Εμπειρίκος και ο Θεοτοκάς; Και γιατί, παρά την έντονη παρουσία του στους λογοτεχνικούς κύκλους του Μεσοπολέμου, το έργο και η θυσία του δεν διατηρήθηκαν ζωντανά στη συλλογική ιστορική μνήμη;
Υπήρχε η εκλεκτική συγγένεια, καθώς ο Ακύλας ήταν συγγραφέας. Επιπλέον, εξίσου σημαντικό: οι προσωπικότητες που αναφέρετε (και όχι μόνο αυτές) είχαν την επάρκεια να διακρίνουν και να εκτιμήσουν βαθύτατα το ψυχικό διαμέτρημα, το κορυφαίο ηθικό ανάστημα και την αισθαντικότητα του Ακύλα όχι απλώς πίσω από, αλλά χάρη στους χαμηλούς τόνους και τη σοβαρότητά του. Η μακρά ταραγμένη περίοδος ως το τέλος της δεκαετίας του 1940 άλλαξε πολλές προτεραιότητες. Η μνήμη της θυσίας και του έργου του Ακύλα χάθηκε μέσα στη δίνη, καθώς δεν υπήρχαν στενοί συγγενείς για να τη συντηρήσουν.
Πιστεύετε ότι είχε βρει στη λογοτεχνία μια διέξοδο από την πραγματικότητα της εποχής του ή ήταν ένας τρόπος να την ερμηνεύσει βαθύτερα;
Ήταν ένας δυνατός άνθρωπος, που πατούσε γερά στα πόδια του. Το αποδεικνύει η, έστω σύντομη, σταδιοδρομία του στις ένοπλες δυνάμεις και η απόφασή του να συνεχίσει την πατριωτική δράση του στη Μέση Ανατολή. Η ενασχόλησή του με τη λογοτεχνία αποτελούσε τρόπο έκφρασης μιας πληθωρικής φύσης, με βαθιές υπαρξιακές ανησυχίες, που αδυνατούσε να περιχαρακωθεί στο πλαίσιο μιας επαγγελματικής επιλογής.
Στο διήγημά του για τον Ιούδα, ο Ακύλας δείχνει μια πολύ προχωρημένη, για την εποχή, κριτική ματιά. Θεωρείτε ότι αυτή η εστίαση στην ανθρώπινη πλευρά του θείου αντικατόπτριζε και τη δική του κοσμοθεωρία;
Πιστεύω, ναι. O Ακύλας υποστηρίζει τη δυναμική του κάθε ανθρώπου να τείνει προς το θείο. Ενσαρκωμένη στον Ιούδα, που φέρεται ως άνθρωπος αδικημένος από τη φύση και την κοινωνία, η δυναμική αυτή έρχεται σε αντίθεση με τις χριστιανικές παραδοχές, ανατρέποντας τη βιβλική παράδοση και καθιστώντας το αφήγημα «αιρετικό». Θεωρώ ότι αυτή είναι η κοσμοθεωρία του Ακύλα: η ανθρώπινη δυνατότητα απεριόριστης ψυχικής και πνευματικής ανάτασης.
Η μνήμη της θυσίας και του έργου του Ακύλα χάθηκε μέσα στη δίνη, καθώς δεν υπήρχαν στενοί συγγενείς για να τη συντηρήσουν.
Η επικοινωνία με την κόρη της μνηστής του Ακύλα μοιάζει με κινηματογραφική σύμπτωση. Πόσο άλλαξε την οπτική σας για τον ήρωα η γνώση της προσωπικής του ιστορίας;
Αρχικά τα στοιχεία παρέπεμπαν σε έναν Ακύλα μοναχικό, πράγμα που συνέπλεε και με την προσωπικότητά του. Και έτσι τον είχα καταχωρίσει στη σκέψη μου. Αργότερα έπεσα πάνω στη μία (και, όπως φαίνεται, μοναδική) αναφορά που μας πληροφορεί για την ύπαρξη μιας σοβαρής σχέσης, μιας μνηστείας. Η εντελώς ανέλπιστη επικοινωνία μου με την κυρία (και φίλη, πλέον) Λυδία Γιαννοπούλου φώτισε το ως τότε ομιχλώδες πρόσωπο της Μαρίνας Περλιγγή – της μητέρας της. Δεκαεπτά σχεδόν χρόνια μικρότερη από τον Ακύλα, η Μαρίνα Περλιγγή ήταν μια κοπέλα σύγχρονη, μορφωμένη, ανεξάρτητη και την ίδια στιγμή ευαίσθητη και εύθραυστη. Τον λάτρεψε, ακόμα και ως μέντορα ψυχής. Η ανταπόκριση είναι δεδομένη. Είναι προφανές ότι στο δίμηνο διάστημα από τη σύλληψη ως την εκτέλεσή του, η δοκιμασία της Μαρίνας τον πονούσε. Όμως η Μαρίνα ήταν εκείνη που έμεινε πίσω, για να επωμιστεί το άδικο φορτίο άλγους, που σημάδεψε τα νιάτα της.
Τι σημαίνει για εσάς η φράση «το φως τ’ αρπάζει όποιος μπορεί» μέσα στο πλαίσιο του βιβλίου;
Αφήνω την απάντηση στον Ακύλα, παραθέτοντας ένα εύγλωττο απόσπασμα του ποιήματος στο οποίο ανήκει ο στίχος, με τη βεβαιότητα ότι ο ίδιος αισθάνεται και τοποθετεί τον εαυτό του ανάμεσα στους εκλεκτούς, σχεδόν αυτοβιογραφούμενος σεμνά. [Αν λαχταράς το φως υψώσου ορθός και δυνατός/τα σίδερα της φυλακής σου σπάστα· τους σιδερένιους σύντριψε καϋμούς· κι έπειτα αφίσου ν’ ανεβείς πιο απάνου απ’ όπου φτάνει ο νους/ ως τ’ άστρα...].
Στο τέλος του βιβλίου εμφανίζεται η φιγούρα του στρατηγού Αντρέ. Πώς λειτουργεί αυτή η συνάντηση του ερευνητή με τον «δήμιο» στην οικονομία του βιβλίου και στην αίσθηση που αφήνει στον αναγνώστη;
Η φιγούρα του στρατηγού Αντρέ, ο οποίος έδωσε την εντολή της εκτέλεσης των οκτώ, αναδύεται χάρη στον επίλογο του καθηγητή Χάγκεν Φλάισερ, η σύζυγος του οποίου συνδέεται συγγενικά με τον Ακύλα. Στο εμπεριστατωμένο κείμενό του φωτίζει τον βίο και τα πεπραγμένα του Αντρέ στην κατεχόμενη Ελλάδα, καθώς και τη δίκη του το 1947, ενώ είχε και την ευκαιρία να επικοινωνήσει μαζί του μέσω αλληλογραφίας, αλλά και να του πάρει συνέντευξη το 1972. Έτσι, εκτός από το θύμα, γνωρίζουμε και τον θύτη. Είναι μια ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα ολοκλήρωση του βιβλίου, που ταυτόχρονα λειτουργεί και ως ένα είδος κάθαρσης.
Στο τέλος του προλόγου σας απευθύνεστε στον ίδιο τον Ακύλα, λέγοντας ότι ήταν τιμή σας η συνάντησή σας μαζί του. Μετά την ολοκλήρωση αυτού του πονήματος, αισθάνεστε ότι τον «αποχαιρετάτε» ή ότι τον «φέρατε πίσω» για πάντα;
Αισθάνομαι ότι με αυτό το πόνημα ανανεώθηκε μια μνήμη που συντηρήθηκε για πολύ λίγο – ουσιαστικά για τα τέσσερα πρώτα χρόνια μετά την εκτέλεση των οκτώ. Το «για πάντα» είναι, θαρρώ, συχνότατα μεγαλόστομο και ουτοπικό. Σε ό,τι με αφορά: όπως η σχέση μας υπαγορεύει, θα κρατήσω τον Ακύλα εντός μου, για τα υπόλοιπα χρόνια μου.
Π. ΑΝΝΙΤΑ ΠΑΝΑΡΕΤΟΥ
Η Αννίτα Παναρέτου γεννήθηκε το 1958 στην Αθήνα, όπου και σπούδασε στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών Αγγλική και στη συνέχεια Ελληνική Φιλολογία. Έλαβε το διδακτορικό της δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο της Κρήτης. Έχει ασχοληθεί με την έρευνα και τη μελέτη θεμάτων και προσώπων της ελληνικής λογοτεχνίας και ιστορίας, με κύρια έργα της την ταξιδιωτική λογοτεχνία και την ιστορία των Ελλήνων ομήρων και αιχμαλώτων σε ναζιστικά και φασιστικά στρατόπεδα κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η παρουσία της στη λογοτεχνία περιλαμβάνει δύο ιστορικά μυθιστορήματα, ένα παιδικό αφήγημα και μία μαρτυρία.
Στο eleftheriaonline.gr τρέχει διαγωνισμός. Μπείτε στην κλήρωση και κερδίστε το βιβλίο «Ο Μιχάλης Ακύλας και οι οκτώ πρώτοι».
