Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2026 08:02

O Σταύρος Γ. Καρτσωνάκης στην "Ε" για το βιβλίο του: «Ο Θέμης Ανδρεάδης είναι ακέραιος, σοβαρός, ανθρώπινος και πολύ ωραίος!»

Γράφτηκε από την

O Σταύρος Γ. Καρτσωνάκης στην "Ε" για το βιβλίο του: «Ο Θέμης Ανδρεάδης είναι ακέραιος, σοβαρός, ανθρώπινος και πολύ ωραίος!»

Με τραγούδια όπως «Θα πάω στη ζούγκλα με τον Ταρζάν» και «Είμαι πολύ ωραίος», ο Θέμης Ανδρεάδης συνδέθηκε με το σατιρικό τραγούδι και ξεχώρισε για την ιδιαίτερη σκηνική του παρουσία. Τη ζωή και την καλλιτεχνική του πορεία καταγράφει ο Σταύρος Γ. Καρτσωνάκης στο βιβλίο «Θέμης Ανδρεάδης. Σαν ένα ξαφνικό ταξίδι», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Μετρονόμος» και αποτελεί βιβλίο αναφοράς για το πώς γράφεται μια ολοκληρωμένη μουσική βιογραφία.

Με αφορμή την έκδοση, ο συγγραφέας μιλά στην «Ε» για τον ερμηνευτή πίσω από τις γνωστές επιτυχίες, τις σημαντικές στιγμές της πορείας του και την προσωπικότητα ενός καλλιτέχνη που συνεχίζει να δημιουργεί.

«Η ζωή του θέμη Ανδρεάδη είναι σχεδόν κινηματογραφική, αφού ξεκινά με τη λήξη του εμφυλίου, διασχίζει τη δεκαετία του '50 της «ανοικοδόμησεις γης χώρας, περνάει από τη μυθική δεκαετία του '60 και τις μπουάτ, τη δικτατορία και τον Μαρκόπουλο, τη μετάλλαξη του ελληνικού τραγουδιού τη δεκαετία του '70 με την παραλία και τις μεγάλες πίστες, τα λαμέ πουκάμισα και τα ψηλά μεροκάματα, τη δεκαετία του ΠΑΣΟΚ και φτάνει ως τις μέρες μας με τα μνημόνια, τον covid, την τεχνητή νοημοσύνη. Λίγοι τραγουδιστές ή δημιουργοί έχουν οδηγήσει ή οδηγηθεί αλώβητοι (;) σε μια τόσο εκτενή και ζουμερή διαδρομή σε εύρος, λίγοι έχουν αφηγηθεί τη μικρή τους ιστορία. Γιατί το βιβλίο αυτό βασίζεται αρκετά στις αυθεντικές αφηγήσεις του βιογραφούμενου».

Οπως αναφέρει «έχει πολύ δύναμη μέσα του, είναι σαν ένα σβησμένο ηφαίστειο δηλαδή, που όταν το αποφασίσει, τα ισοπεδώνει όλα, με την καλή έννοια βέβαια. Και όταν έτυχε να τον δω πρώτη φορά ζωντανά, στην επάνοδό του μετά το 2010 -γιατί, όπως ξέρετε, είχε αποσυρθεί χρόνια-, εντυπωσιάστηκα με την ενέργειά του και κατάλαβα γιατί ξεχώρισε και έκανε αυτή τη διαδρομή. Είναι ακέραιος, σοβαρός, ευαίσθητος, ανθρώπινος κυρίως και σκεπτόμενος. Είναι ταυτισμένος με τη χαρά, με το χαμόγελο, με το χιούμορ. Μας λείπει πολύ αυτό σήμερα. Ολο και πιο πολύ. Αρα τον είχαμε ανάγκη», αναφέρει χαρακτηριστικά.

 

 

Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου

Η πρώτη σκέψη για το βιβλίο γεννήθηκε πριν από περίπου μία δεκαετία, κατά την πρώτη σας συνάντηση με τον Θέμη Ανδρεάδη. Τι ήταν εκείνο που σας έκανε να αναγνωρίσετε από τότε ότι η ζωή του άξιζε να καταγραφεί;

Υπάρχουν κάποιοι ήρωες ας πούμε της δικής μου μουσικής μυθολογίας που λατρεύω χρόνια. Ο Ανδρεάδης ήταν από τους πρώτους. Δεν έπαψε ποτέ να μου αρέσει για πολλούς λόγους. Πάντα μου θυμίζει τα χρόνια της αθωότητας που λέμε. Και όταν έτυχε να τον δω πρώτη φορά ζωντανά στην επάνοδό του μετά το 2010- γιατί όπως ξέρετε είχε αποσυρθεί χρόνια- εντυπωσιάστηκα με την ενέργειά του και κατάλαβα γιατί ξεχώρισε και έκανε αυτή τη διαδρομή. Αργότερα που τον γνώρισα κι από κοντά, είδα έναν άνθρωπο γλυκύτατο, ευφυή. Στην Ελλάδα, σκοτώνουν τα άλογα συχνά όταν γεράσουν και μια ζωή σαν τη δική του άξιξε να καταγραφεί για πολλούς λόγους. Εξηγώ το γιατί και στο βιβλίο.

Μετά τη μελέτη σας για τον Νίκο Γκάτσο, επιλέξατε να στραφείτε σε μια «μυθιστορηματική βιογραφία». Τι σας προσέφερε αυτή η μορφή αφήγησης και ποιες ιδιαίτερες δυσκολίες παρουσίασε;

Ηταν σίγουρα αχαρτογράφητα νερά για μένα, αλλά ταυτόχρονα κάτι πολύ ενδιαφέρον. Εδώ ένιωσα μεγαλύτερη ευχέρεια να κινηθώ. Το είδα σα μια πρόκληση. Δε νιώθω ακριβώς συγγραφέας. Αποτυπώνω ας πούμε τις σκέψεις μου, τις εκτιμήσεις μου, τις αγάπες μου, και τη δική μου ζωή τελικά με κάποιο τρόπο μέσα από τα κείμενά μου. Αυτό στο συγκεκριμένο βιβλίο είναι εμφανές.

Γράφετε ότι δεν θέλατε να δημιουργήσετε μια αγιογραφία, παρά τον θαυμασμό και τη συναισθηματική σας σύνδεση με τον Θέμη Ανδρεάδη. Πώς κατορθώσατε να διατηρήσετε την αναγκαία απόσταση και αντικειμενικότητα;

Εδώ με βοήθησε η προηγούμενη επιστημονική, για χρόνια, ενασχόλησή μου με τον Νίκο Γκάτσο. Λόγω των σπουδών μου, έχω μάθει να λειτουργώ ας πούμε…μεθοδικά, να διασταυρώνω πηγές, να είμαι όσο αντικειμενικός μπορώ, να καταγράφω και να κατηγοριοποιώ. Μια προφορική μαρτυρία γνωρίζω δε σημαίνει απαραίτητα ότι είναι και νόμος. Εχω μια κάποια εμπειρία. Και συχνά εξοργίζομαι όταν διαβάζω στο διαδίκτυο, ή βλέπω και στην τηλεόραση, αδαείς να μεταφέρουν πράγματα που παίρνουν από εδώ και από εκεί για τον Ελύτη, τον Χατζιδάκι, τον Γκάτσο, πολλούς.

Ο Θέμης Ανδρεάδης σάς παραχώρησε την ελευθερία να είστε ακόμη και αυστηρός απέναντί του. Υπήρξε κάποιο σημείο του βιβλίου για το οποίο φοβηθήκατε ιδιαίτερα την αντίδρασή του όταν θα το διάβαζε;

Για να είμαι ειλικρινής όχι. Ομως θυμάμαι ότι είχα πολύ αγωνία για την πρώτη του αντίδραση όταν του το παρέδωσα, διότι δεν είχε δει ούτε παράγραφο από αυτό που έγραφα, και με ρωτούσε συχνά τι γίνεται, πως πάει, κ.λ.π. Είχαμε και κάποιες βέβαια διαφορετικές ας πούμε εκτιμήσεις σε κάποια σημεία. Λογικό. Υπήρξε όμως απόλυτη εμπιστοσύνη και χαίρομαι που όλα πήγαν καλά. Ούτε αυτό είναι πάντα αυτονόητο ξέρετε.

Στο βιβλίο δεν αφηγείστε μόνο τη ζωή ενός τραγουδιστή, αλλά παράλληλα την πολιτική, κοινωνική και μουσική ιστορία πολλών δεκαετιών. Πώς ισορροπήσατε την προσωπική διαδρομή με το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο;

Εκρινα απαραίτητο να γίνει κάτι τέτοιο διότι πολλά από τα τραγούδια του Θέμη σχετίζονται άμεσα με αυτό το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Εμείς που το ζήσαμε το γνωρίζουμε, αλλά η σκέψη ήταν πως όταν θα διαβάσει αυτό το βιβλίο ένας νεώτερος καλό θα ήταν να γνωρίζει δυο τρία βασικά πράγματα για την εποχή που γράφτηκαν αυτά τα τραγούδια. Ενδιαφέρον εξάλλου είναι αυτό και από κοινωνιολογική άποψη για τις ιδέες, τα ήθη και τα πρότυπα, ειδικά της εικοσαετίας 1970-1990 που η χώρα μας αλλάζει δραματικά μετά τη δικτατορία.

Χαρακτηρίζετε τη ζωή του Θέμη Ανδρεάδη σχεδόν κινηματογραφική. Ποια περίοδος ή ποιο περιστατικό της ζωής του θεωρείτε ότι αποτυπώνει εντονότερα αυτή την κινηματογραφική διάσταση;

Υπάρχουν πολλά. Ας πούμε το κεφάλαιο που αναφέρεται στη στρατιωτική του εμπειρία ή ένα ταξίδι του στην Αμερική, τις εποχές της μεγάλης δόξας, όταν βρίσκεται σε μια σκηνή να τραγουδάει όπου υπάρχουν μαφιόζοι, χρήμα, ναρκωτικά, μαφία. Πολλά από αυτά τα περιστατικά της ζωής του είναι κωμικοτραγικά. Απίστευτα.

Το βιβλίο βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στις αυθεντικές αφηγήσεις του ίδιου, αλλά και στις μαρτυρίες σημαντικών συνεργατών και δημιουργών. Πώς αξιολογήσατε, διασταυρώσατε και συνθέσατε όλες αυτές τις διαφορετικές φωνές;

Αυτό για μένα επίσης ήταν πολύ ενδιαφέρον και ένας βασικός λόγος για να προχωρήσω, αφού ήρθα σε επαφή με δημιουργούς όπως ο Τάσος Καρακατσάνης, ο Γιάννης Κιουρκτσόγλου, ο Γιάννης Λογοθέτης, ο Γεράσιμος Πυλαρινός, κ. ά. οι οποίοι είναι πολύ σπουδαίοι, εν ζωή, δημιουργικοί ακόμα, πάντα τους εκτιμούσα, αφανείς ήρωες της ελληνικής μουσικής που δεν πήραν το αντίτιμο που τους αναλογούσε και που δεν μιλάνε συχνά. Ο καθένας τους ανταποκρίθηκε με πολλή χαρά και πρόσθεσαν πολλά στο βιβλίο μου. Χωρίς αυτούς όλα θα ήταν λιγότερο ενδιαφέροντα ίσως. Εξάλλου μην ξεχνάτε αυτό που αναφέραμε παραπάνω περί αντικειμενικότητας και έρευνας. Οσο πιο πολλά στοιχεία και μαρτυρίες έχεις, τόσο πιο καλές διαπιστώσεις και διασταυρώσεις γίνονται, από καθαρά ερευνητική και επιστημονική άποψη.

Ο Θέμης Ανδρεάδης συνδέθηκε έντονα με το σατιρικό και πολιτικό τραγούδι, ενώ ο ίδιος έχει δηλώσει ότι «μόνο οι σοβαροί έχουν χιούμορ». Πιστεύετε ότι το χιούμορ υπήρξε για εκείνον καλλιτεχνικό όπλο, τρόπος άμυνας ή ένας συνδυασμός των δύο;

Νομίζω και τα δύο. Ισχύει απόλυτα ότι ένας κωμικός, ή κάποιος που έχουμε ταυτίσει με κάτι τέτοιο, δείτε μια περίπτωση σαν του Robert Williams, μπορεί να έχει μια τραγική ζωή. Ισχύει και εδώ σε μεγάλο βαθμό. Ξορκίζουμε τη δραματικότητα της ζωής μας με αντίβαρο το χιούμορ ή μια ελαφρότητα. Αυτό βέβαια είναι μόνο μια πτυχή. 

Αναφέρετε ότι ο πρώτος δίσκος της συλλογής σας ήταν ένας δίσκος του Θέμη Ανδρεάδη και ότι, μισόν αιώνα αργότερα, το βιβλίο μοιάζει να κλείνει έναν κύκλο. Τι άλλαξε μέσα σας ως ακροατή, μελετητή και άνθρωπο μετά την ολοκλήρωση αυτής της βιογραφίας;

Επιβεβαιώθηκαν πολλά που υποψιαζόμουν, εξάντλησα- όπως κάνω πάντα- ένα αντικείμενο που με ενδιέφερε, ανοίχτηκαν κάποιες νέες προοπτικές. Ηταν μια δημιουργική φάση που κράτησε τουλάχιστον δύο χρόνια. Πάντα βγαίνεις λίγο σοφότερος από μια τέτοια διαδικασία.

Ο Θέμης Ανδρεάδης σάς είχε πει κάποτε τη φράση «Κονιορτοποιώ τα πάθη μου». Τι αποκαλύπτει, κατά τη γνώμη σας, αυτή η φράση για τον χαρακτήρα του και για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε τις δυσκολίες της ζωής του;

Οτι έχει πολύ δύναμη μέσα του, είναι σαν ένα σβησμένο ηφαίστειο δηλαδή που όταν το αποφασίσει, τα ισοπεδώνει όλα, με την καλή έννοια βέβαια. Είναι ακέραιος, σοβαρός, ευαίσθητος, ανθρώπινος κυρίως και σκεπτόμενος. Αυτό μου αρέσει πολύ.

Στον πρόλογο παρουσιάζετε τη σύγκρουσή του με τη δισκογραφική εταιρεία και την επιθυμία του να διατηρεί τον έλεγχο των τραγουδιών, των στίχων και των συνεργασιών του. Πόσο ακριβό τίμημα πλήρωσε για αυτή την καλλιτεχνική ανεξαρτησία;

Για τον ίδιο ήταν τεράστιο το τίμημα, αν αναλογιστείτε ότι προηγήθηκε μια ένδοξη δεκαετία τεράστιας επιτυχίας και αποδοχής που μπορεί να τρελάνει κάποιον. Λίγοι εξάλλου τόλμησαν και τολμούν να τα βάζουν με τόσο μεγάλα συμφέροντα ως μονάδες. Εγώ εκτιμώ αυτούς τους λίγους. Πολύ. Γι’ αυτό και γοητεύομαι από τον Καρυωτάκη ή τον Ακη Πάνου.

Αναφέρετε ότι μετά την αποχώρησή του από το τραγούδι έπεσε σε μια μακρόχρονη «χειμερία νάρκη». Μέσα από τις συζητήσεις σας καταλάβατε τι ήταν εκείνο που τον βοήθησε τελικά να ξαναπιάσει το νήμα της ζωής και της καλλιτεχνικής του πορείας;

Σίγουρα η οικογένειά του, κυρίως η υπέροχη Αννα, η σύζυγος του η παντοτινή, αλλά και η σπίθα που δεν έσβησε ποτέ αλλά σιγόκαιγε. Ο άνθρωπος είναι ένας πραγματικός καλλιτέχνης. Και το απέδειξε όταν επανήλθε. Επίσης η τεράστια αγάπη του κόσμου, τουλάχιστο της γενιάς του και της δικής μου, αλλά και μιας νεότερης που μεγάλωσε με τα τραγούδια του. Μην ξεχνάτε ότι ο άνθρωπος αυτός είναι ταυτισμένος με τη χαρά, με το χαμόγελο, με το χιούμορ. Μας λείπει πολύ αυτό σήμερα. Ολο και πιο πολύ. Αρα τον είχαμε ανάγκη. 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Σταύρος Γ. Καρτσωνάκης γεννήθηκε στα Χανιά και ζει στην Αθήνα. Είναι διδάκτορας του Παιδαγωγικού Τμήματος Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάζεται ως δάσκαλος από το 1989 έως σήμερα. Παράλληλα, ως μελετητής, ερευνητής και συλλέκτης δίσκων, ελληνικής και ξένης μουσικής, τις τελευταίες δεκαετίες έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το έργο του Νίκου Γκάτσου. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά, βιβλία, εφημερίδες και στο διαδίκτυο. Είναι τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Μετρονόμος. Το 2022 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μετρονόμος το βιβλίο του Νίκος Γκάτσος. Δώστε μου μια ταυτότητα να θυμηθώ ποιος είμαι - Ποίηση και στιχουργική 1931-1991.


Στο eleftheriaonline.gr τρέχει διαγωνισμός. Μπείτε στην κλήρωση και κερδίστε το βιβλίο.