Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Παπαζήση» το βιβλίο του Μαρίνου Σιζόπουλου «Κύπρος: Μια μακρά πορεία προδοσίας (1955-1974). Γεωστρατηγικά δεδομένα, συμφέροντα και η τουρκική πολιτική στην ανατολική μεσόγειο».
Σε μια εποχή ασύμμετρων απειλών σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κύπρου και της Ελλάδας από την επεκτατική πολιτική της Τουρκίας, η ιστορική αυτογνωσία είναι επιβεβλημένη αναγκαιότητα. Η σε βάθος αντικειμενική διερεύνηση των γεγονότων που οδήγησαν στην προδοσία του 1974, το πραξικόπημα της χούντας των Αθηνών σε βάρος του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και η τουρκική εισβολή με την κατάληψη του 37% του εδάφους της Κύπρου, δεν αποσκοπεί στον διχασμό, στην ανάξεση πληγών του παρελθόντος ή υπονόμευσης της ενότητας του λαού. Αποσκοπεί στην ενημέρωση της νέας γενιάς, τον παραδειγματισμό και την αποφυγή διάπραξης των ίδιων ή παρόμοιων λαθών, τα οποία θα θέσουν σε άμεσο και σοβαρό κίνδυνο τη φυσική, εθνική και θρησκευτική επιβίωση του Κυπριακού Ελληνισμού. Η παρούσα έρευνα αρχίζει από το 1955 όταν οι Βρετανοί λόγω της έναρξης του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ ενέπλεξαν την Τουρκία ως ενδιαφερόμενο μέρος στο Κυπριακό και καταγράφει όλα τα σημαντικά γεγονότα τα οποία επακολούθησαν μέχρι και το 1974.
Η συγγραφή του βιβλίου στηρίζεται σε στοιχεία τα οποία καταγράφτηκαν κατά τη διάρκεια των εργασιών της Επιτροπής για τον Φάκελο της Κύπρου της Κυπριακή Βουλής, της οποίας πρόεδρος ήταν ο συγγραφέας, από μεγάλο όγκο εγγράφων, αλλά και από καταθέσεις ατόμων τα οποία είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα γεγονότα της επίμαχης περιόδου.
Ο συγγραφέας, με ψύχραιμη ματιά και πλήρη διαφάνεια, αναδεικνύει τα αίτια και τα αιτιατά που οδήγησαν στην προδοσία του 1974, τους στρατηγικούς στόχους της Τουρκίας και την τακτική που ακολουθεί με ιδιαίτερη συνέπεια για την υλοποίησή τους, καθώς και ποια θα πρέπει να είναι η ακολουθητέα πολιτική για την αποτελεσματική αντιμετώπισή της. Το βιβλίο του, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη.
Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου
Ο τίτλος «Μια μακρά πορεία προδοσίας» είναι βαριά διατύπωση. Ποια γεγονότα, πρόσωπα ή επιλογές θεωρείτε ότι τεκμηριώνουν αυτή τη λέξη και τι φοβάστε ότι μπορεί να παρεξηγηθεί;
Είναι γεγονός ότι η λέξη «προδοσία» είναι μία πολύ βαριά διατύπωση, όμως στηρίζεται σε αδιαμφισβήτητα στοιχεία και γεγονότα. Όσοι ασχολήθηκαν με το Κυπριακό την περίοδο 1960-1974, είτε πολιτικοί είτε στρατιωτικοί, στην Ελλάδα και την Κύπρο, όφειλαν να γνωρίζουν ότι στις συνομιλίες του Λονδίνου τον Φεβρουάριο του 1959 για την υπογραφή των συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου, η Τουρκία διεκδίκησε να έχει εγγυητικά δικαιώματα για να τα χρησιμοποιήσει σε περίπτωση που η Ελλάδα θα πραγματοποιούσε πραξικόπημα στην Κύπρο. Ως εκ τούτου, όταν πολιτικοί και στρατιωτικοί κύκλοι στην Αθήνα την περίοδο 1965-1974 σχεδίασαν την πραγματοποίηση 4 πραξικοπημάτων, την άνοιξη του 1965, τον Μάρτιο του 1970, τον Φεβρουάριο του 1972 και τον Ιούλιο του 1974, για την ανατροπή του νόμιμα εκλεγμένου Προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι πράξεις τους δικαιολογημένα χαρακτηρίζονται ως προδοσία. Μάλιστα, όπως αποκαλύπτεται από έγγραφα, η Χούντα είχε συνεργασία με την Τουρκία για την ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Οι ενέργειες αυτές τελικά κατέληξαν στην εισβολή της Τουρκίας και στην κατάληψη του 37% της Κύπρου. Εύλογα, λοιπόν, οι πράξεις αυτές μπορούν να χαρακτηριστούν ως εσχάτη προδοσία και δεν φοβάμαι ότι μπορεί να παρεξηγηθεί.
Στον πρόλογο, περιγράφετε τη στιγμή που το 2006 αναλάβατε την προεδρία της ad hoc Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για τον Φάκελο της Κύπρου. Τι ήταν αυτό που σας σόκαρε περισσότερο: η ευθύνη, οι πολιτικές ισορροπίες ή το βάθος της άγνοιας που υπήρχε;
Η ανάθεση αυτής της σοβαρής ευθύνης χωρίς προηγουμένως να βολιδοσκοπηθώ ή/και να ενημερωθώ για τις ευθύνες που θα αναλάμβανα, αλλά και πού σκοπεύει να καταλήξει αυτή η προσπάθεια, δεν ήταν πράξη πολιτικής δεοντολογίας. Θα έπρεπε να ζητηθεί έστω και τυπικά η συγκατάθεσή μου και όχι να ενημερωθώ από τα ΜΜΕ.
Μιλάτε για ανάγκη αντικειμενικότητας και «βάσανο της κρίσης και αμφισβήτησης». Πώς κρατάτε ισορροπία ανάμεσα στο προσωπικό σας βίωμα και στην ψυχρή ιστορική τεκμηρίωση;
Είναι γεγονός ότι για να κρατηθεί η ισορροπία ανάμεσα στην ψυχρή, ιστορική αντικειμενική τεκμηρίωση και το προσωπικό βίωμα απαιτείται ψυχραιμία και νηφαλιότητα. Η απομάκρυνση από τον υποκειμενισμό και τον συναισθηματισμό ήταν αναγκαία και απαραίτητη προϋπόθεση. Η δε καταγραφή να στηρίζεται περισσότερο σε έγγραφα και τεκμήρια παρά σε καταθέσεις πρωταγωνιστών, όπου δικαιολογημένα σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί λόγω μεγάλης παρέλευσης χρόνου ή/και βιολογικής γήρανσης να μην καταγράφονται τα γεγονότα με απόλυτη αντικειμενικότητα και λεπτομέρεια.
Περιγράφετε ότι ζητήσατε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Κύπρου, πρόσβαση σε κρατικά αρχεία και ειδικό προϋπολογισμό για να δουλέψει η Επιτροπή. Σήμερα, θεωρείτε ότι το κράτος έδωσε τελικά τα εργαλεία που χρειαζόταν η αλήθεια;
Η κυπριακή Πολιτεία έδωσε ό,τι της ζητήθηκε, με συμβολή των πρώην Προέδρων της Δημοκρατίας Τάσσου Παπαδόπουλου και της Βουλής των Αντιπροσώπων Δημήτρη Χριστόφια, οι οποίοι συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στη θετική ολοκλήρωση της έρευνας της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής. Αυτό που δεν συνεργάστηκε σε κανένα επίπεδο ήταν το ελλαδικό κράτος. Η αποφυγή να απαντήσει ακόμα και σε επιστολές των πολιτειακών αξιωματούχων της Κύπρου αποτελούσε το λιγότερο έλλειψη στοιχειώδους σεβασμού σε ένα αδελφικό κράτος.
Όπως αποκαλύπτεται από έγγραφα, η Χούντα είχε συνεργασία με την Τουρκία για την ανατροπή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.
Αναφέρετε εμπόδια και «κλειστές πόρτες» από την επίσημη Ελλάδα ως προς την πρόσβαση σε υλικό και απαντήσεις. Πώς ερμηνεύετε αυτή τη στάση και τι σημαίνει για την ιστορική λογοδοσία;
Μπορεί να έχω τις απόψεις μου για αυτή τη συμπεριφορά, όμως δεν είμαι ο αρμόδιος για να δώσω απάντηση. Αυτό ήταν ή/και είναι ευθύνη των αξιωματούχων της Ελληνικής Δημοκρατίας, πολύ δε περισσότερο όταν στην κατοχή της υπάρχει ιστορικό υλικό που είναι ιδιοκτησίας του κυπριακού κράτους, όπως π.χ. το αρχείο της Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης Άμυνας Κύπρου (ΑΣΔΑΚ), το οποίο μεταφέρθηκε στην Αθήνα τον Ιανουάριο του 1968 με την επιστροφή της Ελληνικής Μεραρχίας. Ένα αρχείο το οποίο περιέχει έγγραφα καθοριστικής ιστορικής σημασίας για τα γεγονότα της περιόδου 1964-1967.
Στο βιβλίο, πόσο ρόλο έπαιξαν οι μαρτυρίες έναντι των εγγράφων; Υπήρξαν καταθέσεις που άλλαξαν ριζικά την εικόνα που είχατε μέχρι τότε;
Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν τα έγγραφα. Οι μαρτυρίες στις περισσότερες περιπτώσεις είχαν συμπληρωματικό ρόλο, περισσότερο επιβεβαίωσης εγγράφων και γεγονότων, δεν επέφεραν ριζική αλλαγή της εικόνας, όμως τη βελτίωσαν με την προσθήκη νέων δεδομένων και περαιτέρω ανάλυσης των γεγονότων.
Στην εισαγωγή, θέτετε σκληρά ερωτήματα για το τι ακριβώς επιδιωκόταν: δολοφονία ή ανατροπή του Μακαρίου, ο ρόλος του Γρίβα, η ίδρυση και δράση της ΕΟΚΑ Β’. Ποιο από αυτά τα ερωτήματα θεωρείτε ότι παραμένει ταμπού στον δημόσιο διάλογο;
Δυστυχώς, η προδοσία του 1974 όχι μόνο αποκλείστηκε σε μεγάλο βαθμό από τον δημόσιο διάλογο, αλλά το τελευταίο χρονικό διάστημα από διάφορους κύκλους επιχειρείται συστηματικά η αλλοίωση των γεγονότων, η ηρωοποίηση των πρωταγωνιστών της προδοσίας και η επίρριψη ευθυνών σε αυτούς που αντιστάθηκαν στην προδοσία για να διαφυλάξουν την κρατική υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας και τη συνταγματική νομιμότητα. Είναι για αυτό τον λόγο που επιβάλλεται, όσο ποτέ, η αποκατάσταση της ιστορικής αυτογνωσίας, όχι για ανάξεση πληγών ή πρόκλησης διχαστικού κλίματος, αλλά για να αποφευχθεί η επανάληψη των ίδιων λαθών, ειδικά σε μια περίοδο όπου ο τουρκικός επεκτατισμός θέτει σε κίνδυνο τη φυσική, εθνική και θρησκευτική επιβίωση του Κυπριακού Ελληνισμού. Αναφορικά με το ερώτημα, είναι προφανές ότι δεν επιδιωκόταν απλώς η δολοφονία του Μακαρίου, αλλά και η πραξικοπηματική ανατροπή του, για να διευκολυνθεί η ολοκλήρωση των συνωμοτικών σχεδίων. Η ίδρυση της ΕΟΚΑ Β’ και η αξιοποίηση του Γρίβα ως αρχηγού της ήταν η αποκορύφωση της συνωμοτικής πορείας, δεδομένου ότι ενέργειες που προηγήθηκαν απέτυχαν, όπως το πραξικόπημα την άνοιξη του 1965, οι προεδρικές εκλογές του 1968, η εκκλησιαστική κρίση, η δολοφονική απόπειρα και η πραγματοποίηση πραξικοπήματος τον Μάρτιο του 1970.
Θίγετε την πιθανότητα ενός ευρύτερου σχεδιασμού, όπου εμπλέκονται ξένα συμφέροντα. Ποιο είναι το ισχυρότερο τεκμήριο που μετακινεί τη συζήτηση από την υπόθεση στη βεβαιότητα;
Ο ρόλος της Βρετανίας από το 1955 ως αντίδραση στην έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ είναι αναμφισβήτητος, καθώς και των ΗΠΑ από το 1964 για τη δήθεν αποτροπή ενίσχυσης των σχέσεων της Κύπρου με τη Σοβιετική Ένωση. Εξάλλου, δεν ήταν τυχαίος ο χαρακτηρισμός, ότι η Κύπρος είναι η «Κούβα της Μεσογείου» και ο Μακάριος ο «Κάστρο της Μεσογείου». Τα τεκμήρια είναι πολλά και σημαντικά και προέρχονται τόσο από έγγραφα, όσο και από δηλώσεις αξιωματούχων.
Από διάφορους κύκλους επιχειρείται συστηματικά η αλλοίωση των γεγονότων, η ηρωοποίηση των πρωταγωνιστών της προδοσίας και η επίρριψη ευθυνών σε αυτούς που αντιστάθηκαν στην προδοσία.
Επιμένετε στα γεωστρατηγικά δεδομένα και στην τουρκική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο. Ποια είναι, κατά τη γνώμη σας, η σταθερά της τουρκικής στρατηγικής από το 1955 έως το 1974;
Η σταθερά της τουρκικής πολιτικής από το 1955 μέχρι σήμερα καθορίζεται από τις εκθέσεις του Νιχάτ Ερίμ, που παραδόθηκαν στην τουρκική κυβέρνηση τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1966 και το σχέδιο «επανάκτησης της Κύπρου» που ετοιμάστηκε τον Μάρτιο του 1957 από το Γραφείο Ειδικού Πολέμου του τουρκικού στρατού. Εν κατακλείδι, σταθερός στρατηγικός στόχος της Τουρκίας είναι η πλήρης ενσωμάτωση της Κύπρου στην τουρκική επικράτεια, ώστε να ελέγχει την Ανατολική Μεσόγειο και να μετατραπεί σε μία μεγάλη περιφερειακή δύναμη με παγκόσμια εμβέλεια.
Αν μπορούσατε να συνοψίσετε σε μία φράση το «μάθημα» που θέλετε να πάρει η Κύπρος σήμερα από αυτή τη «μακρά πορεία», ποιο θα ήταν; Και ποια πολιτική επιλογή του παρόντος θεωρείτε ότι επηρεάζει περισσότερο αυτό το μάθημα;
Να παραδειγματιστούμε από τα λάθη του παρελθόντος και να αποφύγουμε την επανάληψή τους, ώστε να προστατεύσουμε τη φυσική, εθνική και θρησκευτική επιβίωση του Κυπριακού Ελληνισμού από την επεκτατική πολιτική της Τουρκίας. Περισσότερο επηρεάζει την τακτική που ακολουθούμε για δήθεν επίλυση του Κυπριακού. Μια πολιτική, η οποία στην ουσία παραγνωρίζει τους στρατηγικούς στόχους της Τουρκίας και δυστυχώς μετατρέπει το Κυπριακό από ένα διεθνές πρόβλημα εισβολής, συνεχιζόμενης κατοχής και παράνομου εποικισμού σε θέμα δικοινοτικής διευθέτησης και, πολύ χειρότερα, σε πρόβλημα Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) και ανοίγματος οδοφραγμάτων.
Τι ελπίζετε να πάρει ο αναγνώστης από αυτό το βιβλίο ως γνώση, ως προβληματισμό και ως πυξίδα για το σήμερα;
Ελπίδα μου είναι ο αναγνώστης, κυρίως η νέα γενιά, να πληροφορηθεί αντικειμενικά και τεκμηριωμένα πώς και γιατί φτάσαμε στην τραγωδία του 1974. Να συνειδητοποιήσει τα λάθη και τις σκοπιμότητες, ώστε να μη γίνεται θύμα παραπληροφόρησης. Η ιστορική αυτογνωσία είναι αναγκαία και επιβεβλημένη.
