Την πρώτη του δισκογραφική δουλειά, με τίτλο «Πόλη βραδινή», κυκλοφόρησε ο Αντώνης Ανδρουλάκης. Ο δίσκος περιλαμβάνει έξι τραγούδια σε μουσική και στίχους του Γιάννη Μπάκου, με τη συμμετοχή της Μαρίας Κωνσταντινίδη στο ομότιτλο τραγούδι, καθώς και το ορχηστρικό «Κύματα», σε δική του σύνθεση.
Εγγονός του Κρητικού λυράρη Μανώλη Ανδρουλάκη και γιος του ερμηνευτή Νίκου Ανδρουλάκη, ο Αντώνης Ανδρουλάκης μιλά στην «Ε» για τη συνεργασία του με τον Γιάννη Μπάκο, τη συμβολή των μουσικών στην ηχογράφηση και τις οικογενειακές μουσικές καταβολές του. Παράλληλα, αναφέρεται στη σημασία που έχει για τον ίδιο η κυκλοφορία ενός ολοκληρωμένου άλμπουμ στη σημερινή ψηφιακή εποχή.
«Κάθε τραγούδι έχει την αξία του και την ιστορία του. Ενα παραπάνω ίσως ο δίσκος, γιατί διήρκεσε περισσότερο χρονικά και συμπράξανε πολλοί παραπάνω άνθρωποι», λέει χαρακτηριστικά. Ο δίσκος είναι διαθέσιμος σε όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες, ενώ σύντομα αναμένεται να κυκλοφορήσει και σε βινύλιο.
Η «Πόλη βραδινή» γεννήθηκε, όπως λέτε, μέσα από στιγμές, πρόσωπα και σιωπές. Ποια ήταν η πρώτη στιγμή που σας έκανε να αισθανθείτε ότι αυτές οι εμπειρίες μπορούν να γίνουν τραγούδια και τελικά ένας ολόκληρος δίσκος;
Η γνωριμία μου με τον Γιάννη Μπάκο τον δημιουργό του δίσκου, η αισθητική μας ταύτιση για τη μουσική αλλά και τη νυχτερινή περιπλάνηση και μετέπειτα η επιλογή των τραγουδιών, αποτέλεσαν την αφετηρία αυτου του εγχειρήματος. Η ‘’Πόλη βραδινή’’ είναι ένα συναισθηματικό καταφύγιο που κλείνει μέσα του κάτι από εμάς και κάτι από όλα εκείνα που θέλαμε αντί να τα μιλήσουμε, να τα κάνουμε τραγούδια.
Τα έξι τραγούδια έχουν κοινό δημιουργό, τον Γιάννη Μπάκο, ενώ στο ομότιτλο τραγούδι συμμετέχει στιχουργικά και η Μαρία Κωνσταντινίδη. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία και τι ήταν αυτό που σας έκανε να εμπιστευθείτε το συγκεκριμένο υλικό;
Με τον Γιάννη γνωριστήκαμε τις ‘’μεγάλες ώρες’’ που λέμε.. Γνωριστήκαμε στο θρυλικό μπαράκι του Μπάτμαν οπού εργάζομαι ως dj τα τελευταία αρκετά χρόνια.. Πολύ σύντομα λοιπόν, ‘’τσουγκρίσαμε’’ και για τα κοινά μας μουσικά ακούσματα αλλά και για την ενασχόληση μας με τη μουσική. Δεν ήθελε και πολύ λοιπόν για να φτάσω στην ακρόαση των τραγουδιών του αφού πρώτα βέβαια ο Γιάννης ακούγοντας προηγούμενα μου τραγούδια, αποφάσισε να μου εμπιστευτεί τα δικά του…

Τι αναγνωρίσατε ως «δικό σας» στα τραγούδια του Γιάννη Μπάκου πριν ακόμη τα ηχογραφήσετε;
Αυτό που ζητάω πάντα από μία νέα συνεργασία μ’ έναν δημιουργό εφόσον συμφωνήσω να ερμηνεύσω τραγούδια του, είναι να έχω τον χώρο μου στην όλη διαδικασία. Αν συμφωνήσουμε σε αυτό, τότε τα τραγούδια τα νιώθω σαν να τα έχω τραγουδήσει ήδη. Φυσικά εξαιρώ την περίπτωση που πάρω στα χέρια μου ένα τραγούδι που είναι έτοιμο απο πριν και του λείπει μόνο η ερμηνεία. Απο’κει κι έπειτα, τα τραγούδια κι η ευαισθησία του Γιάννη με συγκίνησαν από την πρώτη στιγμή και μ’εναν τρόπο τα έκανα δικά μου. Για μένα τα τραγούδια αυτά και με συντροφιά τους το δικό μου οργανικό, είναι ένα βιωματικό ταξίδι μέσα από ήχους και εικόνες. Μια αυτοεξομολόγηση κι ένας προσωπικός χάρτης. ‘Εχω όμως και την εντύπωση πως κι ο ίδιος ο Γιάννης ήξερε που εμπιστεύτηκε τα τραγούδια του δεδομένου ότι ταιριάξαμε από την πρώτη φορά.
Εσείς υπογράφετε μουσικά το «Κύματα», το μοναδικό οργανικό κομμάτι της δουλειάς. Γιατί επιλέξατε να αφήσετε σε ένα σημείο τη φωνή και τους στίχους στην άκρη και να μιλήσετε μόνο μέσα από τη μουσική;
Τα ‘’Κύματα’’ έχουν φωνή. Απλώς έχουν τη φωνή όλων εκείνων που δεν είναι πια μαζί μας. Είναι μια μελωδία για κάτι που δε μένει πια εδώ, που έχει σπάσει μέσα μας και που έχει μείνει μόνο η γλυκιά ανάμνησή του. Είναι το τέλος του Καλοκαιριού κι η αρχη του Φθινοπώρου. Είναι τα παιδικά μας χρόνια, είναι που ξεχαστήκαμε και μεγαλώσαμε. Δεν ήθελα να το τραγουδήσω, ήθελα να κάνω ησυχία ν΄ακούσω την παύση. Ν΄ακούω μόνο τα κύματα αφού γράφτηκε και στη θάλασσα..
Το «Οδός Βαρβάκη» έχει έναν πολύ συγκεκριμένο, αστικό τίτλο. Πόσο σημαντικοί είναι για εσάς οι πραγματικοί χώροι, οι δρόμοι και οι άνθρωποι της Αθήνας ως πρώτη ύλη για ένα τραγούδι;
Μόνο στους πραγματικούς χώρους μπορεί να γεννηθεί το τραγούδι. Μόνο με αληθινούς ανθρώπους γεννιέται η μυθοπλασία. Μόνο με τις παρέες κάνουμε τον πόνο μας χαρά. Πηγή έμπνευσης για μένα δεν ήταν ποτέ η τσιμεντένια γκρίζα Αθήνα αλλά η ίδια η ‘’πολυχρωμία’’ των ανθρώπων οπου και διαμορφώνουν την πόλη.
Η μουσική του δίσκου ακουμπά σε ένα ευρύ φάσμα ήχων και στηρίζεται σε πολλούς έμπειρους μουσικούς. Πόσο δύσκολο είναι σήμερα να δημιουργηθεί ένας δίσκος με τόσο μεγάλο αριθμό φυσικών οργάνων και μουσικών συνεργατών, σε μια εποχή όπου η παραγωγή έχει γίνει πολύ πιο «ατομική»;
Ατομική για μένα ήταν πάντα μονάχα η στιγμή της ‘’γέννησης’’ μιας μουσικής σύνθεσης ή ενός στίχου. Η παραγωγή μιας ολόκληρης δισκογραφικής δουλειάς δεν θα μπορούσε ποτέ -στον δικό μου κόσμο- να μην είναι αποτέλεσμα συλλογικής δουλειάς χωρίς φυσικά να υποτιμώ την επιλογή κανενός. Προσωπικά όμως και μόνο η συνεργασία και η συναναστροφή μου με τόσο σπουδαίους μουσικούς και πάνω απ’ όλα φίλους, κάνουν το ταξίδι αυτό πιο γλυκό πιο όμορφο και πιο περιπετειώδες αν θέλετε μιας κι αυτό που ζητάω πάντα από εκείνους είναι να βαλουν και τη δική τους πινελιά. Κάτι που πολλές φορές δεν ξέρεις που θα σε πάει κι αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον. Και ναι, δυσκολίες υπάρχουν, ειδικά στους δικούς μας τους καιρούς. Αν όμως δεν φροντίσουμε να συνειδητοποιήσουμε απ’ την αρχή τις όποιες δυσκολίες υπάρχουν, καλύτερα να μην το ξεκινήσουμε.
Έχετε μεγαλώσει έχοντας πολύ ισχυρές μουσικές αναφορές από την οικογένειά σας, καθώς είστε εγγονός του λυράρη Μανώλη Ανδρουλάκη και γιος του Νίκου Ανδρουλάκη. Πόσο δύσκολο είναι να βρεις τη δική σου φωνή όταν έχεις μεγαλώσει μέσα σε μια τόσο έντονη μουσική παράδοση;
Η μουσική αφετηρία και τα πρώτα μας ακούσματα είναι πολύ σημαντικά αλλά και καθοριστικά για τη συνέχεια. Τα εφόδια που πήρα απ’ το σπίτι μου ήταν από μόνα τους σημεία αναφοράς. Από ’κει κι έπειτα η παράδοση είναι για συνεχίζεται και το μόνο που έχουμε να κάνουμε είναι να χαράξουμε τον δικό μας δρόμο. Όπως συνηθίζω να λέω η μουσική κληρονομιά του σπιτιού αποτελεί πηγή έμπνευσης όμως στο τέλος της ημέρας είναι μόνο οι άνθρωποι σου και η οικογένεια σου.
Στο παρελθόν έχετε μιλήσει για την αντίφαση ανάμεσα στην ανάγκη σας να απομακρύνεστε από τη μουσική και στην ανάγκη να επιστρέφετε σε αυτήν. Μετά από έναν ολόκληρο δίσκο, ποια από τις δύο πλευρές σας επικρατεί;
Θα έλεγα πως είμαι άνθρωπος που δεν αναπολεί και δεν στέκεται για πολύ στο παρελθόν και ειδικά στη μουσική. Κάθε τι που κάνω, είτε μιλάμε για στούντιο, είτε για μια ζωντανή εμφάνιση το κοιτάζω σαν μια ‘’αποστολή’’ που έχουμε να φέρουμε σε πέρας και τίποτ’ άλλο. Ειδικά μια δισκογραφική δουλειά, την κοιτάζω σαν μια αποτύπωση μιας συγκεκριμένης χρονολογικής περιόδου της ζωής μου και μέχρι εκεί. Σήμερα που μιλάμε για να σου δώσω να καταλάβεις, ίσως και να μην μπορούσα να ηχογραφήσω την ‘’Πόλη βραδινή’’. Έγινε όταν έπρεπε, ξέρω πως θα με ακολουθεί πάντα, είμαι χαρούμενος με αυτό οπότε τώρα πάμε παρακάτω!
Από το «Να πετάξω μακριά» και το «Στης σκέψης το αμπάρι» μέχρι την «Πόλη βραδινή», τι αισθάνεστε ότι έχει αλλάξει στον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύετε;
Κάθε τραγούδι έχει την αξία του και την ιστορία του. Ένα παραπάνω ίσως ο δίσκος γιατί διήρκησε περισσότερο χρονικά και συμπράξανε πολλοί παραπάνω άνθρωποι. Το πιο σημαντικό και το πιο θεμιτό νομίζω για τον καθένα στη προσωπική του διαδρομή, είναι να γίνεται καλύτερος. Να είναι πιο πειθαρχημένος και πιο συνεπής και όσο περνάει ο καιρός, να αγαπάει όλο και περισσότερο αυτό που κάνει. Άλλωστε ότι κάνουμε είναι πιο πάνω απο μας οπότε όσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε τόσο πιο γρήγορα θα βελτιωθούμε.
Στη σημερινή εποχή, όπου ένα τραγούδι μπορεί να κυκλοφορήσει και να χαθεί μέσα σε λίγες ημέρες στον τεράστιο όγκο νέας μουσικής, τι σημαίνει για εσάς η κυκλοφορία ενός ολοκληρωμένου άλμπουμ;
Νομίζω πως ότι αξίζει δεν χάνεται. Αν αξίζουν πολλά τραγούδια, είτε πρόκειται για μεμονωμένα τραγούδια, είτε δισκογραφική δουλειά, τόσο το καλύτερο. Η διαφορά που υπάρχει μεταξύ των δύο και που τη βλέπω κι εγώ προσωπικά πλέον, είναι αυτό που έχεις κι αυτό που θέλεις να πεις. Μια ολοκληρωμένη δισκογραφική δουλεια δίνει και μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα του δημιουργού. Όλα αυτά όμως κατά τη γνώμη μου δεν έχουν καμιά αξία αν δεν πηγαίνουμε πάντα με τον αυστηρότερο κριτή, τον κόσμο και κυρίως τον χρόνο.
Η «Πόλη βραδινή» κυκλοφόρησε ψηφιακά και αναμένεται σύντομα και σε βινύλιο. Τι σημαίνει για εσάς το να κρατάτε στα χέρια σας έναν δίσκο σε φυσική μορφή, σε μια εποχή που η μουσική έχει γίνει κυρίως άυλη;
Σε καιρούς που η μουσική επικοινωνείτε σχεδόν αποκλειστικά από τις ψηφιακές πλατφόρμες κι όπου ο κίνδυνος να χαθείς μέσα σ΄ αυτή τη θάλασσα πληροφορίας, η ανάγκη να έχεις έναν δίσκο σε φυσική μορφή είναι νομίζω πιο κρίσιμη από ποτέ. Το βινύλιο θα το πάρεις στα χέρια σου, θα το ανοίξεις ευλαβικά, θα το ξεφυλλίσεις, θα διαβασεις τους στίχους, τους συντελεστές, θα δεις φωτογραφίες από την περίοδο των ηχογραφήσεων. Με άλλα λόγια νομίζω πως μόνο η φυσική παρουσία ενός άλμπουμ, μπαίνει στο σπίτι του καθενός και της καθεμιάς.
Αν αφαιρέσουμε για λίγο τον τίτλο, τους συντελεστές και όλα όσα περιβάλλουν έναν δίσκο, τι θα θέλατε να μείνει στον ακροατή αφού ακούσει την “Πόλη βραδινή” μέχρι το τέλος;
Η αποτύπωση της στιγμής όπως είπα και παραπάνω. Η μοναδικότητα του κάθε δίσκου και του κάθε δημιουργού ευρύτερα. Η αγάπη κι η αφοσίωση γι’ αυτό που κάναμε και θα συνεχίσουμε να κάνουμε και το συλλογικό λιθαράκι μας στην τέχνη της μουσικής. Η ‘’Πόλη βραδινή’’ είναι μια μουσική νυχτερινή περιπλάνηση στους δρόμους μιας νοητής πόλης που δεν κοιμάται και που παραμένει αθεράπευτα ρομαντική.
