Σάββατο, 28 Μαρτίου 2026 10:08

Πέτρος Γκάτζιας: «Γράφω όποτε μπορώ, είναι κάτι που με ανακουφίζει»

Γράφτηκε από την

Πέτρος Γκάτζιας: «Γράφω όποτε μπορώ, είναι κάτι που με ανακουφίζει»

Με αφορμή το νέo μυθιστόρημα «Ψεύτικος ήλιος», εκδόσεις «Οδός Πανός», συναντήσαμε τον Πέτρο Γκάτζια, δημοσιογράφο και συγγραφέα. Από το 2005 έως σήμερα έχει εκδώσει έξι βιβλία και στο diastixo.gr διατηρεί τη στήλη StoryTeller, όπου αφηγείται μικρές, άγνωστες ιστορίες από τη ζωή συγγραφέων και ανθρώπων της τέχνης.

Το τελευταίο του μυθιστόρημα γεννήθηκε από ένα τηλεγράφημα του Αθηναϊκού Πρακτορείου Ειδήσεων σχετικά με την οικογενή αϋπνία. Οπως εξηγεί ο ίδιος μιλώντας στην Ε: «Σχεδόν από την πρώτη στιγμή ένιωσα ότι υπήρχε μια ιστορία να ειπωθεί, αν και τότε δεν γνώριζα τους ήρωες και δεν τους είχα καν συναντήσει. Χρειάστηκαν χρόνια, πολλές αλλαγές και γραφές, μέχρι να πάρουν σάρκα και οστά. Στην αρχή έδινα μεγαλύτερη βαρύτητα στην ασθένεια, όμως σύντομα κατάλαβα ότι αυτό που κινεί πραγματικά τους ήρωες είναι η ανάγκη για ζωή, και έτσι διαμορφώθηκε τελικά η ιστορία». Ως συγγραφέας και δημοσιογράφος, σχολιάζει επίσης τις αναγνωστικές συνήθειες των νέων σήμερα: «Εχω την αίσθηση ότι οι νέοι διαβάζουν, με την έννοια ότι είναι πολύ ενημερωμένοι για όσα τους ενδιαφέρουν, αλλά δεν τους ενδιαφέρει τόσο η λογοτεχνία. Από την άλλη, είναι καλό που διαβάζουν έστω κι έτσι. Στην εποχή μας, πολλοί επιλέγουν τα ηλεκτρονικά αναγνώσματα -είναι πιο εύκολο, καθώς το κινητό ή το τάμπλετ το έχει κανείς συνέχεια μαζί του. Εμένα, όμως, όπως και σε άλλους «προϊστορικούς», μου αρέσει η μυρωδιά του χαρτιού, το εξώφυλλο. Σε τελευταία ανάλυση, πιστεύω πως πάντοτε θα επιστρέφουμε στο βιβλίο».

 

Συνέντευξη στην Κωνσταντίνα Δρακουλάκου

 

Η αφορμή για τον «Ψεύτικο ήλιο» ήταν ένα τηλεγράφημα του ΑΠΕ σχετικά με την οικογενή αϋπνία. Πότε συνειδητοποιήσατε ότι πίσω από αυτή την είδηση υπήρχε μια αφήγηση που άξιζε να γίνει μυθιστόρημα;

Σχεδόν από την πρώτη στιγμή, μόνο που ακόμη δεν γνώριζα τους ήρωες, δεν τους είχα καν συναντήσει. Επρεπε να περάσουν αρκετά χρόνια, πολλές αλλαγές και πολλές γραφές μέχρι να πάρουν σάρκα και οστά. Δεν γνώριζα ότι υπάρχουν άνθρωποι που υποφέρουν από κάτι τέτοιο και στην αρχή είχα δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στην ασθένεια, κατάλαβα όμως στην πορεία πως η ανάγκη για ζωή είναι αυτή που θα πρέπει να κινεί τους ήρωες, και έτσι έγινε τελικά.

 

Τι ενέπνευσε τον τίτλο του βιβλίου σας;

Ο τίτλος προέρχεται από την τελευταία φράση του βιβλίου, όπου όλα πια έχουν τελειώσει, αλλά ταυτόχρονα υπάρχει μια αμφιβολία και μια αισιοδοξία για το μέλλον. Η λέξη «ψεύτικος» έχει πολλές αλληγορικές σημασίες. Ο καθένας μπορεί να επιλέξει αυτή που θέλει. Η δική μου επιλογή, η δική μου εκδοχή θεωρώ ότι κάνει έναν απολογισμό, ενώ ταυτόχρονα κοιτάζει το μέλλον.

 

Το ζευγάρι φαίνεται να μετατρέπει τον φόβο του θανάτου σε κινητήρια δύναμη για να ζήσει τη ζωή και τον έρωτα. Υπάρχει μια έντονη ανάγκη για εμπειρίες και δράση. Πιστεύετε ότι η αίσθηση του χρόνου που χάνεται καθοδηγεί τις ανθρώπινες αποφάσεις;

Σαφέστατα. Ξέρετε, οι άνθρωποι έχουμε την τάση να θέλουμε να κάνουμε πολλά πράγματα, όταν νιώθουμε ότι δεν έχουμε πολύ χρόνο. Στην προκειμένη περίπτωση είναι η Σιλβάνα εκείνη που παρακινεί τον Δάνο για να κάνουν πράγματα μαζί. Πρόκειται για μια ηρωίδα πολύ πιο τραγική από εκείνον, καθώς έχει βιώσει πολύ περισσότερους θανάτους στην οικογένειά της. Είναι επόμενο να μη νιώθει καλά, όμως έχει τη δύναμη να σταθεί στα πόδια της και να κάνει σχέδια και γι’ αυτό έχει ανάγκη τον Δάνο, ο οποίος όμως είναι πιο αδύναμος και την ακολουθεί.

 

Η ιστορία σας πλέκει πραγματικά γεγονότα με στοιχεία φαντασίας. Πώς καταφέρατε να κρατήσετε την ισορροπία ανάμεσα στην αλήθεια και τη φαντασία;

Αυτό το παιχνίδι πάντοτε μου άρεσε. Σε όλα τα βιβλία μου υπάρχει αυτό. Η αφορμή για μια ιστορία είναι κάτι που συνέβη πραγματικά, ένα πρόσωπο που είδα, μια κίνηση, μια φράση. Δεν θα μπορούσα να γράψω όμως ένα αμιγώς ιστορικό μυθιστόρημα, γιατί ο στόχος μου είναι να αφηγηθώ αυτό που συμβαίνει στους ανθρώπους, όλα τ’ άλλα είναι απλώς ένα περίγραμμα.

 

Υπάρχουν σημεία στο βιβλίο όπου η αφήγηση γίνεται έντονα φιλοσοφική. Πώς αποφασίζετε πότε θα χρησιμοποιήσετε αφηγηματικό σχολιασμό και πότε τη δράση των χαρακτήρων;

Δεν κάνω κάτι παραπάνω από το να παραθέσω τις σκέψεις μου, όπως θα έκανε και αυτός που διαβάζει μια ιστορία. Έχει απορίες, έχω απορίες και προσπαθώ να τις λύσω μαζί του. Άρα δεν αποφασίζω για κάτι, απλώς προκύπτει.

 

Ως συγγραφέας και δημοσιογράφος, πώς βλέπετε τη σχέση των νέων με το βιβλίο σήμερα; Με τόσες επιλογές ψυχαγωγίας και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ποιες τάσεις παρατηρείτε στις αναγνωστικές συνήθειες του κοινού;

Εχω την αίσθηση ότι οι νέοι διαβάζουν, με την έννοια ότι είναι πολύ ενημερωμένοι γι’ αυτά που τους ενδιαφέρουν, όμως δεν τους ενδιαφέρει τόσο η λογοτεχνία. Από την άλλη, είναι καλό που διαβάζουν έστω κι έτσι. Είναι σαφές πως στην εποχή μας όλο και περισσότεροι επιλέγουν τα ηλεκτρονικά αναγνώσματα – ίσως είναι πιο εύκολο, με την έννοια ότι το κινητό ή το τάμπλετ το έχει κανείς συνέχεια μαζί του. Εμένα βέβαια –όπως και σε άλλους «προϊστορικούς»- μου αρέσει η μυρωδιά του χαρτιού, το εξώφυλλο. Σε τελευταία ανάλυση, πιστεύω πως πάντοτε θα επιστρέφουμε στο βιβλίο.

 

Μία ευχή σας για την ελληνική λογοτεχνία;

Να πάρουμε πρώτα εμείς στα σοβαρά τους εαυτούς μας, για να μας πάρουν και οι άλλοι. Η ελληνική λογοτεχνία, κάθε περίοδο και εποχή, έχει διαμαντάκια που αξίζουν παγκόσμιας προσοχής. Στο χέρι μας είναι να προχωρήσουμε και να μη μηρυκάζουμε την, κατά τ’ άλλα σημαντική όσο και υπέροχη, Γενιά του ’30.

 

Ως πνεύμα συγγραφικά ανήσυχο, έχετε ήδη σκεφτεί ή ξεκινήσει και το επόμενο μυθιστόρημα;

Κοιτάξτε, πάντοτε γράφω. Δεν ξέρω πού θα καταλήξει αυτό που γράφω κάθε φορά –άλλωστε, αυτή είναι και η μαγεία του ταξιδιού– όμως γράφω, όποτε μπορώ, πολύ ή λίγο, δεν έχει σημασία. Είναι κάτι που με ανακουφίζει.