Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2026 20:31

Για ποιον πολεμάς, παιδί μου;* - Ένα ερώτημα που επιστρέφει από κάθε μέτωπο της εποχής μας

Γράφτηκε από την

Για ποιον πολεμάς, παιδί μου;* - Ένα ερώτημα που επιστρέφει από κάθε μέτωπο της εποχής μας

 

Του Γιώργου Καραμπάτου, Εκτελεστικού Διευθυντή, Πολιτιστικού Οργανισμού «Δρόμοι της Ελιάς»

π. Προέδρου Επιμελητηρίου Μεσσηνίας

Σε κάθε εποχή πολέμου υπάρχει μια ερώτηση που δεν καταγράφεται στις επίσημες δηλώσεις, δεν περιλαμβάνεται στα στρατιωτικά δόγματα και δεν αναλύεται στα τηλεοπτικά πάνελ. Είναι μια ερώτηση απλή, σχεδόν μητρική, αλλά βαθιά πολιτική:

 

«Για ποιον πολεμάς, παιδί μου;»

Σήμερα, η ερώτηση αυτή διαπερνά ταυτόχρονα πολλά μέτωπα. Από τη Μέση Ανατολή μέχρι την Ουκρανία, από τη Γάζα και την Δυτική Όχθη μέχρι τον Λίβανο, χιλιάδες νέοι άνθρωποι καλούνται να βρεθούν στην πρώτη γραμμή μιας σύγκρουσης που δεν σχεδίασαν και σπάνια κατανοούν πλήρως.

Οι σύγχρονοι πόλεμοι δεν είναι μόνο στρατιωτικές συγκρούσεις. Είναι αποτέλεσμα σύνθετων γεωπολιτικών σχεδιασμών, ενεργειακών ανταγωνισμών, οικονομικών συμφερόντων και στρατηγικών επιδιώξεων. Πίσω από έννοιες όπως «ασφάλεια» και «σταθερότητα» συχνά κρύβονται επιλογές εξουσίας που δεν σχετίζονται με τις πραγματικές ανάγκες των κοινωνιών.

Και όμως, στο πεδίο της μάχης δεν βρίσκεται αυτός που αποφασίζει.
Βρίσκεται ο νέος άνθρωπος. Το παιδί μιας οικογένειας. Ένας πολίτης που μέχρι χθες είχε μια καθημερινότητα, μια προοπτική, μια ζωή που τώρα αναστέλλεται ή χάνεται.

Ποια «πατρίδα» υπηρετεί όταν πολεμά μακριά από αυτήν;
Ποια «ελευθερία» υπερασπίζεται όταν οι αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην του;
Ποια «ασφάλεια» οικοδομείται πάνω σε ερείπια, εκτοπισμούς και ανθρώπινες απώλειες;

Η μεγάλη αντίφαση της εποχής μας είναι προφανής, οι λαοί, σχεδόν παντού, δεν έχουν ουσιαστικά τίποτα να χωρίσουν. Οι ανάγκες είναι κοινές - εργασία, αξιοπρέπεια, ειρήνη, προοπτική για τα παιδιά. Και όμως, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι οδηγούνται σε συγκρούσεις που αναπαράγουν τον κύκλο της βίας.

Η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι πόλεμοι δεν τελειώνουν με την παύση των όπλων. Αφήνουν πίσω τους κοινωνίες τραυματισμένες, οικονομίες διαλυμένες και μια νέα γενιά που μεγαλώνει μέσα στην καχυποψία και τον φόβο. Κάθε σύγκρουση γίνεται ο σπόρος της επόμενης.

Και τότε, το ερώτημα επανέρχεται.

 

Για ποιον πολεμάς;

Η απάντηση, όσο δύσκολη κι αν είναι, δεν μπορεί να αποφεύγεται επ’ άπειρον. Γιατί αν ειπωθεί με ειλικρίνεια, ίσως αποκαλύψει μια άβολη αλήθεια, ότι πολλοί πόλεμοι δεν διεξάγονται για τους λαούς, αλλά παρά τη θέλησή τους.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ευθύνη δεν περιορίζεται σε όσους βρίσκονται στο μέτωπο. Επεκτείνεται στις κοινωνίες, στους θεσμούς, στις πολιτικές ηγεσίες. Η αποδοχή του πολέμου ως «αναπόφευκτου» αποτελεί στην πραγματικότητα αποδοχή της αποτυχίας της πολιτικής.

Η ειρήνη δεν είναι ουτοπία. Είναι επιλογή. Απαιτεί προσήλωση στο διεθνές δίκαιο, ενίσχυση της διπλωματίας, υπεράσπιση των θεσμών και, κυρίως, ενεργή στάση των πολιτών απέναντι στη λογική της βίας.

Αλλά πριν από όλα αυτά, απαιτεί το θάρρος να τεθεί η ερώτηση.

Όχι ως σύνθημα, αλλά ως στάση ζωής.

 

«Για ποιον πολεμάς, παιδί μου;»

Ίσως, μέσα σε αυτή την ερώτηση να κρύβεται η αρχή μιας άλλης πολιτικής αντίληψης. Μιας αντίληψης που δεν θα μετρά την ισχύ με όρους στρατιωτικής υπεροχής, αλλά με όρους ανθρώπινης αξίας, δικαιοσύνης και ειρήνης.

Γιατί αν δεν την απαντήσουμε σήμερα, θα συνεχίσουμε να τη συναντάμε μπροστά μας - σε κάθε νέο πόλεμο, σε κάθε νέα γενιά, σε κάθε δισεκατομμύριο που επενδύεται στον πόλεμο και όχι στη ζωή.

 

* (Τίτλος δανεισμένος από άρθρο του Κώστα Δεληγιάννη, «ΘΑΡΡΟΣ», 18 Μαρτίου, σελ. 2)