Η συζήτηση για το νέο πολιτικό εγχείρημα από τον Αλέξη Τσίπρα έχει προεξοφληθεί και πλέον η κουβέντα περιστρέφεται αποκλειστικά και μόνο για τον χρόνο (πριν ή μετά το καλοκαίρι) που θα γίνουν οι επίσημες ανακοινώσεις (τα «θυρανοίξια του ναού»), η ανάγνωση του «συμβόλου της πίστεως» (η πολιτική διακήρυξη) και φυσικά τα «βαφτίσια» (η αποκάλυψη του ονόματος).
Το ερώτημα δεν αφορά απλώς ένα ακόμη κομματικό σχήμα, αλλά το αν μπορεί να συγκροτηθεί ένας νέος πολιτικός φορέας που να εκφράσει κοινωνικές ανάγκες οι οποίες σήμερα φαίνεται με καθολικό τρόπο να μένουν πολιτικά «άστεγες».
Το ερώτημα λοιπόν είναι πως (με ποια διαδικασία) θα γίνει η μετάβαση από το πολιτικό κώμα που διαπερνά το σύνολο του πολιτικού μας συστήματος, στην δημιουργία πολιτικού κόμματος, που θα μπορέσει να αποσωληνώσει την μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία και να την βγάλει όρθια από την Εντατική.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδέα ενός νέου πολιτικού φορέα γύρω από τον Τσίπρα εμφανίζεται ως πιθανή απάντηση σε δύο ταυτόχρονες κρίσεις: την κρίση εκπροσώπησης της Κεντροαριστεράς και την κρίση ταυτότητας της ελληνικής Αριστεράς.
Το κόμμα που οραματίζονται αρκετοί αναλυτές δεν θα μπορούσε -επ’ ουδενί- να είναι απλώς μια συνέχεια του ΣΥΡΙΖΑ με άλλο όνομα. Θα χρειαζόταν μια νέα πολιτική αφήγηση, που να συνδυάζει κοινωνική δικαιοσύνη, θεσμικό εκσυγχρονισμό και ευρωπαϊκό προσανατολισμό.
Ο ίδιος ο Τσίπρας έχει ήδη βιώσει μια ιδιότυπη πολιτική διαδρομή: από ηγέτης της ριζοσπαστικής Αριστεράς μετατράπηκε σε πρωθυπουργό διαχείρισης μιας δύσκολης μνημονιακής πραγματικότητας.
Η εμπειρία της διακυβέρνησης την περίοδο 2015-2019 –με κορυφαία στιγμή το Ελληνικό δημοψήφισμα του 2015– άφησε βαθιά ίχνη τόσο στον ίδιο όσο και στο πολιτικό σύστημα. Για τους υποστηρικτές του, απέκτησε ωριμότητα και κυβερνητική εμπειρία. Για τους επικριτές του, συμβολίζει τα όρια του αντισυστημικού λόγου όταν έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματικότητα της εξουσίας.
Ένα νέο κόμμα, λοιπόν, θα έπρεπε να απαντήσει σε αυτό το δίλημμα: μπορεί να υπάρξει προοδευτική πολιτική πρόταση χωρίς τις αντιφάσεις που σημάδεψαν την προηγούμενη περίοδο;
Η απάντηση δεν είναι μόνο οργανωτική αλλά κυρίως κοινωνική. Χωρίς ένα νέο κοινωνικό μπλοκ –εργαζόμενους, επισφαλείς νέους, μορφωμένα μεσαία στρώματα– καμία πολιτική ανασύνθεση δεν μπορεί να αποκτήσει δυναμική.
Παράλληλα, το εγχείρημα θα κληθεί να κινηθεί σε έναν ευρύτερο ευρωπαϊκό συσχετισμό. Η ευρωπαϊκή Κεντροαριστερά αναζητά νέες ισορροπίες ανάμεσα στην κοινωνική προστασία και την πράσινη μετάβαση, ανάμεσα στον κρατικό ρόλο και την αγορά. Αν το εγχείρημα Τσίπρα φιλοδοξεί να αποκτήσει στρατηγικό βάθος, θα χρειαστεί να ενταχθεί σε αυτό το ευρωπαϊκό ρεύμα και να μην περιοριστεί σε έναν στενά ελληνικό πολιτικό κύκλο, που οι επεξεργασίες του Ινστιτούτου του και οι δημόσιες τοποθετήσεις του πρώην πρωθυπουργού, βεβαιώνουν για το στρατηγικό βάθος του εγχειρήματος.
Ωστόσο, υπάρχει και μια βαθύτερη πολιτική πρόκληση: η κρίση εμπιστοσύνης των πολιτών προς τα κόμματα. Η αποχή, η δυσπιστία και η διάχυτη αίσθηση ότι «όλοι μοιάζουν ίδιοι» αποτελούν ίσως το μεγαλύτερο εμπόδιο για κάθε νέο εγχείρημα. Ένα κόμμα που θα ήθελε να εμφανιστεί ως νέο θα έπρεπε να δοκιμάσει διαφορετικές μορφές πολιτικής συμμετοχής, περισσότερη δημοκρατία στη λήψη αποφάσεων και ουσιαστική κοινωνική παρουσία, σε όλες τις κοινωνικές εκφάνσεις.
Τελικά, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν ο Αλέξης Τσίπρας μπορεί να ιδρύσει ένα νέο κόμμα. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν υπάρχει κοινωνικός χώρος για μια νέα προοδευτική πολιτική πρόταση στην Ελλάδα. Αν αυτός ο χώρος υπάρξει και οργανωθεί, τότε ένα τέτοιο εγχείρημα θα μπορούσε να αλλάξει τις ισορροπίες του πολιτικού συστήματος. Αν όχι, θα προστεθεί απλώς σε μια μακρά ιστορία κομμάτων που γεννήθηκαν από πολιτικές ανάγκες της στιγμής αλλά δεν κατάφεραν να ριζώσουν βαθιά στην κοινωνία.
Στο πιο πάνω δίλημμα η ταπεινή μας άποψη είναι ότι ο Τσίπρας και το επιτελείο του ανταποκρίνονται στο σύνθημα: «Θέλουμε, ξέρουμε, μπορούμε», ενώ ο κοινωνικός χώρος για την κάλυψη του από το νέο πολιτικό φορέα, όχι απλά υπάρχει αλλά χάσκει ερειπωμένος κι άδειος από την επταετή διακυβέρνηση Μητσοτάκη.
Η μετάβαση από το πολιτικό κώμα στο πολιτικό κόμμα θα γίνει με τα εξής χαρακτηριστικά:
- Κόμμα ιδεών και όχι μόνο εξουσίας (να παράγει πολιτική σκέψη, να διαμορφώνει στρατηγική για την κοινωνία, να έχει ερευνητικά δίκτυα, think tanks και επιστημονική τεκμηρίωση)
- Ανοιχτό κόμμα στην κοινωνία (να συνδέεται με κοινωνικά κινήματα, με επαγγελματικούς και επιστημονικούς φορείς, με την αυτοδιοίκηση, με την νεολαία ).
- Kόμμα δημοκρατικής εσωτερικής λειτουργίας (εσωκομματική δημοκρατία με την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή των μελών στις αποφάσεις και όχι απλή επικύρωση των αποφάσεων της ηγεσίας).
- Κόμμα των μεγάλων αλλαγών (να επεξεργάζεται λύσεις για τις κοινωνικές ανισότητες, για την κλιματική κρίση, για τον ψηφιακό μετασχηματισμό, για το κράτος πρόνοιας και την δημοκρατία στην Ευρώπη).
- Κόμμα συλλογικής ηγεσίας (ισχυρές συλλογικές δομές με θητεία και διαρκή ανανέωση, πολιτικά όργανα παραγωγής πολιτικής και σύνθεση διαφορετικών ρευμάτων σκέψης).
«Πως η ανάγκη γίνεται ιστορία….».
Στο κάτω κάτω της γραφής
“Το «βάθεμα», το «πλάτεμα» και τις άλλες χωματουργικές εργασίες της δημοκρατίας…”.
Κώστας Ζουράρις, πολιτικός επιστήμονας, συγγραφέας, πολιτικός.
