Σε μια εποχή που η ισότητα των φύλων συχνά θεωρείται δεδομένη, η πραγματικότητα εξακολουθεί δυστυχώς να μας διαψεύδει. Ασφαλώς, η συμμετοχή των γυναικών στην εκπαίδευση, στην εργασία και στη δημόσια ζωή έχει ενισχυθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, πίσω όμως από την πρόοδο αυτή εξακολουθούν να υπάρχουν βαθιές ανισότητες και στερεότυπα που επηρεάζουν καθημερινά τις ζωές μας. Όσο κι αν η Ισότητα διακηρύσσεται ως θεμελιώδης δημοκρατική αρχή, δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε πλήρη κοινωνική πραγματικότητα γι’ αυτό και η συζήτηση για τη θέση της γυναίκας δεν μπορεί να περιορίζεται σε επετειακές αναφορές ή συμβολικές δηλώσεις. Πρόκειται αδιαμφισβήτητα για ένα βαθιά πολιτικό ζήτημα που αφορά τον τρόπο με τον οποίο κατανέμονται οι ευκαιρίες, η εξουσία και οι κοινωνικοί ρόλοι σε μια σύγχρονη κοινωνία.
Η αγορά εργασίας αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πεδία όπου οι ανισότητες παραμένουν εμφανείς. Παρά το υψηλό μορφωτικό επίπεδο και τις επαγγελματικές δεξιότητες των γυναικών, το μισθολογικό χάσμα εξακολουθεί να υφίσταται και η πρόσβαση σε θέσεις ευθύνης παραμένει περιορισμένη. Στην ΕΕ, οι γυναίκες κερδίζουν κατά μέσο όρο περίπου 12% λιγότερα από τους άνδρες, ενώ στην Ελλάδα σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ το χάσμα παρέμεινε στο 13,4% και το 2025. Η ανισότητα αυτή οφείλεται κυρίως σε διαρθρωτικούς παράγοντες όπως η μερική απασχόληση, ο διαχωρισμός της αγοράς εργασίας και οι οικογενειακές υποχρεώσεις, μιας και οι γυναίκες εξακολουθούν να επωμίζονται δυσανάλογο βάρος στην οργάνωση της οικογενειακής ζωής. Η φροντίδα των παιδιών, των ηλικιωμένων και αλλά και του σπιτιού ευρύτερα εξακολουθεί να θεωρείται σε μεγάλο βαθμό γυναικεία ευθύνη. Έτσι, πολλές γυναίκες κάθε μέρα, καλούνται να ανταποκριθούν σε μια «διπλή βάρδια»: να διεκδικούν επαγγελματική καταξίωση στον δημόσιο χώρο και ταυτόχρονα να διαχειρίζονται το μεγαλύτερο μέρος των υποχρεώσεων στον ιδιωτικό.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος της πολιτείας είναι καθοριστικός. Η Γενική Γραμματεία Ισότητας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας υλοποιεί τα τελευταία χρόνια ένα πλέγμα στοχευμένων πολιτικών για την ενίσχυση της ισότητας των φύλων. Πιο συγκεκριμένα, μέσα από το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ισότητα των Φύλων προωθούνται παρεμβάσεις που στοχεύουν στην καταπολέμηση των διακρίσεων, στη στήριξη των γυναικών στην εργασία και στην ενίσχυση της συμμετοχής τους στη δημόσια ζωή. Παράλληλα, σε συνεργασία με τις Περιφέρειες, τους Δήμους, τα Πανεπιστήμια και φορείς όπως το Κέντρο Ερευνών για Θέματα Ισότητας, αναπτύσσονται δράσεις ευαισθητοποίησης, ενημέρωσης και εκπαίδευσης για την αντιμετώπιση των στερεοτύπων φύλου, καθώς και πρωτοβουλίες που προωθούν την ισότιμη συμμετοχή των γυναικών στην οικονομία και στην πολιτική. Η ενσωμάτωση της διάστασης του φύλου στις δημόσιες πολιτικές -από την τοπική αυτοδιοίκηση μέχρι τον σχεδιασμό κοινωνικών προγραμμάτων- αποτελεί βασική προϋπόθεση για ουσιαστική αλλαγή.
Περαιτέρω, ιδιαίτερα σημαντικό είναι το ολοκληρωμένο δίκτυο δομών για την αντιμετώπιση της έμφυλης και ενδοοικογενειακής βίας. Συμβουλευτικά κέντρα σε όλη τη χώρα, ξενώνες φιλοξενίας για τις γυναίκες και τα παιδιά τους, εργαλεία παρέμβασης όπως το panic button καθώς και η τηλεφωνική γραμμή SOS 15900, παρέχουν άμεση υποστήριξη σε γυναίκες που βρίσκονται σε κατάσταση κινδύνου. Οι δομές αυτές αποτελούν ένα κρίσιμο δίχτυ προστασίας, υπενθυμίζοντας μας ότι η έμφυλη βία εξακολουθεί να αποτελεί μια από τις πιο σκληρές μορφές κοινωνικής ανισότητας.
Η 6η Ετήσια Έκθεση για τη Βία κατά των Γυναικών που μόλις δημοσιεύθηκε, συνθέτει μια ολοκληρωμένη εικόνα της εθνικής προσπάθειας για την καταπολέμηση ενός φαινομένου που πλήττει τον πυρήνα της κοινωνικής μας συνοχής. Φέτος, στο επίκεντρο της, η οικονομική διάσταση της έμφυλης βίας -μια υποτιμημένη, υποκαταγεγραμμένη και σχεδόν αόρατη μορφή κακοποίησης που συνήθως παγιώνει την εξάρτηση και εγκλωβίζει τις γυναίκες σε έναν φαύλο κύκλο κοινωνικής απομόνωσης, ευαλωτότητας και εξευτελισμού.
Πέρα από το προσωπικό κόστος, αξίζει να σημειωθεί πως η έμφυλη βία επιφέρει τεράστιο οικονομικό κόστος στην κοινωνία και το κράτος, το οποίο στην ΕΕ εκτιμάται στα 366 δις ευρώ ετησίως. Το κόστος αυτό αφορά δαπάνες της δικαιοσύνης, της υγείας, αλλά και την απώλεια παραγωγικότητας, αναδεικνύοντας την έτσι σε ένα πρόβλημα και με βαθιές οικονομικές προεκτάσεις.
Τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην Έκθεση αποτυπώνουν με σαφήνεια ότι η βία κατά των γυναικών παραμένει μια σκληρή πραγματικότητα και οι νέες μορφές βίας, ιδίως στο ψηφιακό και οικονομικό πεδίο, απαιτούν συνεχή επαγρύπνηση, επένδυση σε πόρους και ανανέωση στρατηγικών.
Ωστόσο, η θεσμική πρόοδος από μόνη της δεν αρκεί. Η ισότητα των φύλων δεν θα επιτευχθεί μόνο με νόμους και προγράμματα. Απαιτεί βαθύτερη κοινωνική μεταβολή, αμφισβήτηση στερεοτύπων και συλλογική ευθύνη. Απαιτεί μια κοινωνία που θα αναγνωρίζει ότι η ισότητα δεν είναι παραχώρηση αλλά θεμελιώδες δημοκρατικό δικαίωμα. Γι’ αυτό και η συζήτηση για την ισότητα των φύλων δεν μπορεί να παραμένει στο περιθώριο της πολιτικής ατζέντας. Χρειάζεται σταθερή πολιτική βούληση, συγκεκριμένες δημόσιες πολιτικές και ενεργή συμμετοχή της κοινωνίας για να μετατραπούν οι αρχές σε πράξη. Γιατί μια κοινωνία που επενδύει στην ισότητα των φύλων δεν ενισχύει μόνο τις γυναίκες. Ενισχύει τη δημοκρατία, τη δικαιοσύνη και το μέλλον όλων μας.
