Δύο πρόσφατα δημοσιεύματα της «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» (στήλη «ο Φιλίστωρ» (13 και 14-03-2026) με παρακίνησαν στην συγγραφή της παρούσης.
Το μεν πρώτο ομιλεί για την κατάπληξη του πληθυσμού της Ρηνανίας «για την άμεση ενέργεια του Χίτλερ να την επαναστρατικοποιήσει» (Μάρτιος 1936), το δε δεύτερο ότι το Συμβούλιο της ΚτΕ «δεν πρόκειται να προβή εις την λήψιν μέτρων οιασδήποτε μορφής» αναφορικά με την από το Γ’ Ράιχ «παραβίαση του καθεστώτος του Ρήνου και την ουσιαστικήν (από τη Γερμανία) καταγγελία της Συνθήκης των Βερσαλλιών».
Το πράγμα καθίσταται έτι εξοργιστικότερο αν αναλογιστούμε ότι ο Χίτλερ είχε δώσει εντολή στις δυνάμεις του να υποχωρήσουν σε περίπτωση γαλλικής εισβολής. Όμως η στρατιωτική ηγεσία της Γαλλίας αρνήθηκε να κινητοποιήσει τον στρατό χωρίς να έχει προηγηθεί μερική επιστράτευση, αίτημα που απορρίφθηκε από τη Γαλλική κυβέρνηση.
Τα γεγονότα αυτά παρουσιάζουν κατά τρόπο ανάγλυφο την παθητική στάση των Δυτικών Δυνάμεων την κρίσιμη δεκαετία του τριάντα, που προηγήθηκε του Β’ Π.Π. Εδώ ανακύπτει το μέγα θέμα του «κατευνασμού» (apaisement), που κυριάρχησε, την περίοδο αυτή, στις ιθύνουσες τάξεις των Δυτικών Δημοκρατιών.
Ο «κατευνασμός» δεν ήταν «απλώς γλυκόλογα με τα οποία επιχείρησαν να καθυστερήσουν την έλευση της κακιάς ώρας. Ήταν μια αισιόδοξη και χριστιανική ελπίδα ότι η ημέρα αυτή δεν θα χρειαζόταν να έρθει ποτέ» (Μ. Τζίλμπερτ – Καθηγητής στην Οξφόρδη).
Οι συμφωνίες του Λοκάρνο (1925) σκοπό είχαν να εισαγάγουν την Ευρώπη σε μια περίοδο ειρήνης, δυνατότητα που ελάχιστοι αμφισβητούσαν τότε. Όμως, ο τεράστιος Ουίνστον Τσώρτσιλ προειδοποίησε ότι «τα Έθνη ίσως να μην συμφωνούσαν σε έναν τόσο εύκολο διακανονισμό των μακροχρόνιων διαφορών τους» και παρόλο ότι τον επέκριναν ως απαισιόδοξο, προειδοποίησε για τους κινδύνους του «σιωπηλού και εντατικού επανεξοπλισμού της Γερμανίας». Και ο μέγας αυτός άνδρας πρόσθετε: «Η Ρωσία αποστερημένη από τις Βαλτικές επαρχίες της, όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο θα αναπολεί τους πολέμους του Μεγάλου Πέτρου.» Από πολιτικής σκοπιάς ο «κατευνασμός» φαινόταν ως η μόνη πολιτική που το βρετανικό και γαλλικό κοινό μπορούσε να αποδεχθεί.
Με εξαίρεση τον Τσώρτσιλ είναι ζήτημα αν υπήρξε έστω και ένας επιφανής πολιτικός, στις δύο αυτές χώρες, πρόθυμος να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου, σε περίπτωση μιας συνεννόησης με τη ναζιστική Γερμανία.
Από ρίγος καταλαμβάνονται σήμερα οι Ευρωπαίοι, αλλά και ολόκληρος ο κόσμος, αναλογιζόμενοι το τι θα επακολουθούσε εάν μετά την πτώση της Γαλλίας (Μάιος 1940) η Βρετανική Αυτοκρατορία συννενοείτο με τη ναζιστική Γερμανία.
Το ολέθριο αυτό ενδεχόμενο απέτρεψε ο Τσώρτσιλ, ως πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου (Μάϊος 1940).
Οι αντιρρήσεις του σε τυχόν συμφωνίες με τη χιτλερική Γερμανία χαρακτηρίζονταν, από τους αντιδρώντες στη πολιτική του, ως ένα ακόμα παράδειγμα ανευθυνότητας. Ωστόσο, αυτός, δεν κουράστηκε να προωθεί την άποψή του ότι η έκταση του επανεξοπλισμού της Γερμανίας θα διευκόλυνε τον Χίτλερ να προελάσει ανεμπόδιστος στην Ευρώπη, όπως και έγινε.
Συμπέρασμα: Ο «κατευνασμός» απέτυχε στην πράξη και ανέδειξε την έλλειψη διορατικότητάς και προβλεπτικότητας εκείνων που διαφέντευαν τις τύχες της γηραιάς ηπείρου.
Γι’ αυτό και η Ιστορία τοποθέτησε τον «γίγαντα του Τσάρτγουελ», κατά τον προσφυή χαρακτηρισμό του Τσώρτσιλ από τη μεγάλη και έγκυρη γαλλική εφημερίδα «Le Monde», εκεί που ανήκει, στο βάθρο των μεγάλων. Κάθε παραλληλισμός με αυτά που συμβαίνουν σήμερα στην Ευρώπη ευπρόσδεκτος.
* Πτυχιούχος του Ινστιτούτου Ανωτάτων Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Στρασβούργου
