Η σύγκριση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ισπανία δεν είναι απλώς μια λυσιτελής άσκηση πολιτικής. Είναι ένας καθρέφτης που αποκαλύπτει δύο διαφορετικές αντιλήψεις για το τι σημαίνει διακυβέρνηση. Από τη μία, η Ελλάδα τουΚυριάκου Μητσοτάκη, από την άλλη η Ισπανία του Πέδρο Σάντσεθ. Και ανάμεσα τους, μια χαώδης απόσταση που δεν μετριέται αποκλειστικά με πολιτικές επιλογές, αλλά κυρίως με πολιτική βούληση.
Στην Ισπανία η κυβέρνηση επέλεξε να παρέμβει ενεργά στην οικονομία με στόχο την προστασία της κοινωνίας. Μειώσεις φόρων, παρεμβάσεις στην αγορά ενέργειας, πολιτικές ενίσχυσης του διαθέσιμου εισοδήματος.
Δεν πρόκειται για «γενναιοδωρία», αλλά για μια στρατηγική που αντιλαμβάνεται ότι η κοινωνική συνοχή είναι προϋπόθεση οικονομικής σταθερότητας.
Οι εγχώριοι κυβερνητικοί επικριτές του Σάντσεθ (διεφθαρμένοι, αθύρματα και επικοινωνιακοί «παπαγάλοι» των υπογείων του Μαξίμου) μιλούν για καταστροφικές δημόσιες δαπάνες, για αύξηση ελλειμμάτων και για αναποτελεσματική πολιτική παροχών.
Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη: οι παρεμβάσεις αυτές λειτούργησαν ως ανάχωμα και δίχτυ κοινωνικής προστασίας, σε μια περίοδο έντονων διεθνών πιέσεων, συγκρατώντας τις κοινωνικές ανισότητες οι οποίες άλλως θα είχαν επεκταθεί προκαλώντας βαθιά τραύματα στο σώμα της ισπανικής κοινωνίας και δημοσιονομικά απέτρεψαν την βαθύτερη και καταστροφική ύφεση.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η κυρίαρχη λογική είναι η διαχείριση και όχι η αλλαγή. Τα μέτρα στήριξης περιορίζονται σε αποσπασματικά επιδόματα - ψίχουλα, χωρίς στρατηγικό βάθος, την ίδια ώρα που η καρτελοποιημένη αγορά σε όλους τους βασικούς τομείς (τρόφιμα, καύσιμα, ενέργεια, στέγη, τράπεζες) απομυζά δισεκατομμύρια υπερκερδών.
Το αφήγημα της «δημοσιονομικής πειθαρχίας» χρησιμοποιείται ως άλλοθι για την απουσία ουσιαστικών παρεμβάσεων. Και όμως, την ίδια στιγμή, δισεκατομμύρια δημόσιων πόρων κατευθύνονται σε επιλογές που ελάχιστα σχετίζονται με την καθημερινότητα των πολιτών.
Η υπόθεση της ΔΕΗ είναι χαρακτηριστική. Η νέα αύξηση μετοχικού κεφαλαίου, με συμμετοχή του Δημοσίου ύψους 1,3 δισ. ευρώ (όπως αποκάλυψε ο Αλέξης Τσίπρας) δεν συνοδεύεται από διασφάλιση του δημόσιου ελέγχου. Αντιθέτως, ενισχύει μια πορεία ιδιωτικοποίησης όπου το ρίσκο κοινωνικοποιείται και τα κέρδη ιδιωτικοποιούνται.
Την ίδια στιγμή, η εταιρεία επεκτείνεται στο εξωτερικό, ενώ στην εσωτερική αγορά οι τιμές ενέργειας παραμένουν υψηλές (αύξηση μεσοσταθμικά κατά 45% μετά το 2019, όταν την περίοδο ΣΥΡΙΖΑ με την επιτροπεία και τα μνημόνια δεν είχαν αυξηθεί τα τιμολόγια ούτε ένα σεντς), επιβαρύνοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η αντίφαση είναι κραυγαλέα: όταν πρόκειται για κοινωνικές δαπάνες, η κυβέρνηση επικαλείται περιορισμούς. Όταν όμως πρόκειται για ενίσχυση εταιρικών σχημάτων, τα περιθώρια διευρύνονται εντυπωσιακά. Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία δύο ταχυτήτων, όπου οι πολίτες καλούνται να προσαρμοστούν, ενώ οι ισχυροί ενισχύονται.
Οι επικριτές του Σάντσεθ τον κατηγορούν επίσης για πληθωριστικές πιέσεις και για προσωρινά μέτρα. Ωστόσο, η εμπειρία δείχνει ότι η απουσία παρέμβασης δεν μειώνει τον πληθωρισμό -απλώς μεταφέρει το βάρος στους πιο αδύναμους. Στην Ελλάδα, η ακρίβεια επιμένει, παρά την περιορισμένη κρατική στήριξη. Αυτό αποκαλύπτει ότι το πρόβλημα δεν είναι η «υπερβολική» παρέμβαση, αλλά η έλλειψή της.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η θεσμική διάσταση. Υποθέσεις όπως αυτή του ΟΠΕΚΕΠΕ, που χαρακτηρίστηκε από ευρωπαϊκές αρχές ως σκάνδαλο διαφθοράς, αναδεικνύουν ένα βαθύτερο πρόβλημα διακυβέρνησης. Δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά, αλλά για ενδείξεις ενός συστήματος που λειτουργεί με όρους πελατειακούς και όχι θεσμικούς, ουσιαστικά για έμμεση δημοκρατική εκτροπή.
Στην Ισπανία, παρά τις αντιφάσεις και τις πολιτικές συγκρούσεις, η κυβέρνηση επιχείρησε να δώσει την εικόνα μιας πολιτείας που παρεμβαίνει, που δοκιμάζει, που αναλαμβάνει ρίσκα με κοινωνικό πρόσημο. Στην Ελλάδα, η εικόνα είναι διαφορετική: μια διοίκηση που αποφεύγει τη σύγκρουση με κατεστημένα συμφέροντα (αντίθετα τα ενισχύει πολλαπλώς) και επιλέγει την ασφάλεια της ακινησίας.
Το βασικό επιχείρημα των «γαλάζιων» επικριτών είναι ότι η πολιτική Σάντσεθ δεν είναι βιώσιμη. Ότι δημιουργεί χρέος, ότι βασίζεται σε παροχές, ότι υπονομεύει τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα. Είναι ένα επιχείρημα που ακούγεται οικείο αφού χρησιμοποιήθηκε και στην Ελλάδα την προηγούμενη δεκαετία -με καταστροφικά αποτελέσματα- για να δικαιολογήσει πολιτικές λιτότητας. Όμως, η εμπειρία δείχνει ότι η μονοδιάστατη προσήλωση στη δημοσιονομική πειθαρχία δεν εγγυάται ούτε ανάπτυξη ούτε κοινωνική ευημερία.
Η ουσία της σύγκρισης δεν είναι να εξιδανικευτεί η Ισπανία. Είναι να αναδειχθεί ότι υπάρχουν εναλλακτικές. Ότι η πολιτική μπορεί να είναι εργαλείο αλλαγής και όχι απλώς διαχείρισης. Ότι η επιλογή ανάμεσα στην κοινωνική προστασία και την οικονομική σταθερότητα δεν είναι αναγκαστικά διλημματική.
Η Ελλάδα δεν στερείται πόρων ούτε δυνατοτήτων. Αυτό που λείπει είναι η βούληση να κατευθυνθούν προς όφελος της κοινωνίας. Και όσο αυτή η βούληση απουσιάζει, ενώ η διαφθορά γιγαντώνεται και προσομοιάζει η κυβέρνηση με μαφιόζικη εγκληματική οργάνωση, η χώρα θα συνεχίσει να ανακυκλώνει τα ίδια αδιέξοδα.
Στο τέλος, η διαφορά δεν είναι τεχνική. Είναι βαθιά πολιτική. Και μέχρι να αλλάξουν οι επιλογές, θα παραμένει και το αποτέλεσμα: μια κοινωνία που πιέζεται και μια οικονομία που δεν υπηρετεί τους πολλούς, αλλά τους πολύ λίγους,που είναιοι εξαιρετικά πλούσιοι.
Στο κάτω κάτω της γραφής
“Αν αυτό που επιθυμείς περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι τα λεφτά, θα πουλιέσαι και θα αγοράζεσαι σε όλη σου τη ζωή”.
Τζελαλαντίν Αλ Ρουμί, Πέρσης ποιητής
