Στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, παράλληλα με τον αρχικό ξεσηκωμό στην Πελοπόννησο, υπήρξε πληθώρα επαναστατικών κινήσεων σε όλη την ελληνική χερσόνησο. Στη Μακεδονία, που ήταν κι αυτή μέρος της οθωμανικής αυτοκρατορίας, την προεπαναστατική περίοδο, πόλεις και περιοχές με ελληνική πληθυσμιακή υπεροχή ήταν η Νιάουστα (Νάουσα), το Μοναστήρι (σήμερα Bitola), οι Σέρρες, το Μελένικο (σήμερα Melnik) και βέβαια η Χαλκιδική. Ελληνικός πληθυσμός υπήρχε βέβαια και σε άλλες πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, η Κοζάνη, η Κατερίνη, τα Γιανιτσά, η Σιάτιστα κλπ. Τα δύο ισχυρά οικονομικά κέντρα της Μακεδονίας, σταυροδρόμια των εμπορικών δρόμων από την Ανατολή για την κεντρική Ευρώπη, ήταν η Θεσσαλονίκη και οι Σέρρες. Η εξέγερση σε αυτά ήταν κύριος στόχος για τη Φιλική Εταιρεία. Μια τέτοια εξέλιξη δεν ήταν εύκολη, αφού εκεί υπήρχαν ισχυρές φρουρές και η μικρή απόστασή τους από την έδρα της οθωμανικής διοίκησης την έκανε ακόμα δυσκολότερη.
Στις αρχές Μαΐου 1821, έγινε η πρώτη προσπάθεια για ελληνική εξέγερση στις Σέρρες. Όμως αυτή καταπνίγηκε στο αίμα από ισχυρές τουρκικές δυνάμεις, μόλις λίγες ημέρες αργότερα, στις 8 Μαΐου 1821. Και οι εξεγέρσεις του Εμμανουήλ Παπά στη Χαλκιδική και του Ζαφειράκη Θεοδοσίου στη Νάουσα το 1822 είχαν κατασταλεί από τους Τούρκους. Την ίδια τύχη είχε αργότερα, το 1878 και η επανάσταση στο Λιτόχωρο.
Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, μόνιμη επιδίωξη ήταν η απελευθέρωση των υπόδουλων Ελλήνων που βρίσκονταν υπό οθωμανική κατοχή. Κάτι τέτοιο δεν ήταν όμως εύκολο αφού οι γεωπολιτικές συνθήκες δεν το επέτρεπαν και χρειαζόταν να γίνει σοβαρή προετοιμασία για την οργάνωσή του απαιτούμενου αγώνα. Πολιτικά το ελληνικό κράτος πίστευε ότι αν διατηρούσε φιλικές και συμμαχικές σχέσεις με την ομόδοξη Ρωσία θα έδινε λύση στο «Μακεδονικό». Όμως, σε όλες τις διεθνείς κρίσεις, όπως στον τουρκο-αιγυπτιακό πόλεμο (1839–41), στον πόλεμο της Κριμαίας και στην Κρητική Επανάσταση, στις αντίστοιχες επαναστατικές κινήσεις των ετών 1839-1840, 1854 και 1867 δεν υπήρξε υποστήριξη κι αυτές καταπνίγηκαν. Η Μακεδονία παρέμενε υπόδουλη και πολυεθνική. Ελληνικά, σλαβικά και τουρκικά ήταν οι γλώσσες που μιλιούνταν εκεί και αντιπροσώπευαν αντίστοιχους πληθυσμούς. Ο «Μακεδονικός Αγώνας» αποσκοπούσε στον επηρεασμό των σλαβόφωνων για να ταχθούν υπέρ της Ελλάδας ή της Βουλγαρίας. Οι σλαβόφωνοι μιλούσαν και ελληνικά ή και τουρκικά. Με μέσο πίεσης τη θρησκεία, αυτοί θα έπρεπε να διαλέξουν αν θα εντάσσονταν στην ελληνική ή τη βουλγαρική πλευρά. Σύμφωνα τις οδηγίες και τις επιδιώξεις της βουλγαρικής Εξαρχίας, που επέτρεπε και τη δημιουργία επισκοπικών περιφερειών, αν οι Ορθόδοξοι μιας περιοχής ήθελαν να υπόκεινται σε αυτήν, τότε αυτοί αφού γίνονταν «εξαρχικοί», απολάμβαναν προνόμια και έπαυαν οι διώξεις τους. Ακριβώς αυτή η επιδίωξη στα χωριά της Μακεδονίας, ήταν η αιτία για τους διωγμούς των ομόθρησκων λαών, Ελλήνων και Σέρβων, που για να γλυτώσουν θα έπρεπε να δηλώσουν ότι είναι «εξαρχικοί».
Η τρομοκρατική δράση της Βουλγαρίας την περιοχή της Μακεδονίας, διεθνοποίησε το ζήτημα και μετά τη Συνθήκη του Βερολίνου το 1878, η περιοχή μπήκε υπό διεθνή επιτροπεία της Γαλλίας, της Ρωσίας και της Αυστρίας. Αντίστοιχες στρατιωτικές μονάδες ανέλαβαν, παράλληλα με τους Οθωμανούς, καθήκοντα διοίκησης και επιτήρησης. Όμως παράλληλα με τους Βούλγαρους, οι Αυστριακοί και οι Γάλλοι, με δήθεν «ενωτικές» ιεραποστολές, εποφθαλμιούσαν τη Θεσσαλονίκη. Οι Ρώσοι υποστήριζαν τις βουλγαρικές επιδιώξεις. Οι Τούρκοι, αδυνατούσαν να επέμβουν σε όλο αυτό το πολυεθνικό παζλ και κυρίως στην ένοπλη ελληνο-βουλγαρική διαμάχη. Οι Άγγλοι, απέρριπταν το ενδεχόμενο μιας ελληνο-βουλγαρικής συνεργασίας, αφού κάτι τέτοιο θα ενίσχυε τη Ρωσία.
Το 1893 ιδρύθηκε στη Θεσσαλονίκη μια οργάνωση, η Εσωτερική Μακεδονο-Αδριανουπολιτική Επαναστατική Οργάνωση (ΕΜΑΕΟ - VMRO) με επίσημο σκοπό την απελευθέρωση των χριστιανικών πληθυσμών από τον οθωμανικό ζυγό. Αυτή η οργάνωση όμως ήταν στην πραγματικότητα, μια βουλγαρική εθνικιστική οργάνωση, που είχε ως στόχο της την απόσχιση της Μακεδονίας από την Οθωμανική αυτοκρατορία. Απώτερος στόχος ήταν ο εκβουλγαρισμός και η ένωση της Μακεδονίας με τη Βουλγαρία. Σε αυτή την προσπάθεια, φυσικά, βρήκαν αντίθετους τους Έλληνες του πνεύματος, ιερείς, δασκάλους και άλλες προσωπικότητες. Οι κομιτατζήδες όμως προχώρησαν σε βασανισμούς και εκτελέσεις. Τα πράγματα έγιναν σκληρότερα το 1902 και 1903 κατά την περίοδο της προετοιμασίας από την ΕΜΑΕΟ της σλαβομακεδονικής εθνικιστικής εξέγερσης του Ίλιντεν.
Οι προκλητικές ενέργειες των Βούλγαρων στη Μακεδονία και μετά τις εκκλήσεις του μητροπολίτη Καστοριάς Γερμανού, αφύπνισαν συνειδήσεις στην Ελλάδα. Στην Αθήνα, το 1904, ο Δημήτριος Καλαποθάκης, δημοσιογράφος, συγγραφέας και ιδρυτής της εφημερίδας «Εμπρός», για ν΄ανακοπεί ο εκβουλγαρισμός της Μακεδονίας ίδρυσε το Μακεδονικό Κομιτάτο που εφοδίαζε τους Έλληνες Μακεδονομάχους. Στους κύριους οργανωτές του Μακεδονικού Αγώνα ήταν κι ο Στέφανος Δραγούμης, μαζί με τον γιο του, Ίωνα Δραγούμη και τον γαμπρό του Παύλο Μελά. Ο καθένας από αυτούς έμελλε να έχει τον ρόλο του στην ιστορία. Ο Στέφανος Δραγούμης καταγόταν από μακεδονική οικογένεια από το Βογατσικό της Καστοριάς. Κι ενώ σοβούσε αυτή η ένοπλη σύγκρουση κυρίως ελληνικών και βουλγαρικών ομάδων, έφτασαν στη Μακεδονία λίγα, μικρά, ένοπλα τμήματα που κατά κύριο λόγο αποτελούνταν από Κρήτες και Μανιάτες εθελοντές. Εκεί συγκρούστηκαν με τους κομιτατζήδες. Ο όρος «κομιτατζήδες» αφορούσε τους «εξαρχικούς», ελληνικής καταγωγής, αυτούς που μεταστράφηκαν και υπηρετούσαν τους σκοπούς της Βουλγαρίας. Έτσι ξεχώριζαν από τους γνήσιους Βούλγαρους.
Η επίσημη εμπλοκή του ελληνικού κράτους στο «Μακεδονικό Ζήτημα» έγινε τον Ιανουάριο του 1904, μετά τη συνάντηση του διαδόχου του θρόνου, Κωνσταντίνου Α' με τον Μακεδόνα οπλαρχηγό Κώττα Χρήστου. Τότε τα εθελοντικά σώματα των Μακεδονομάχων πολλαπλασιάστηκαν, κυρίως μετά τον θάνατο στη Σιάτιστα, του Παύλου Μελά. Όμως το κίνημα των Νεότουρκων, το 1908, έπαυσε τις συγκρούσεις που επαναλήφθηκαν στους Βαλκανικούς πολέμους του 1912-1913.
(Στη φωτογραφία: Δημήτριος Καλαποθάκης)
