Σάββατο, 06 Ιουνίου 2026 11:30

Αντί-γνωμος: Ψυχραιμία ή Όραμα;

Γράφτηκε από την

Αντί-γνωμος: Ψυχραιμία ή Όραμα;

 
 
Γράφει ο Θύμιος Γεωργόπουλος
Οι συνεχείς παραινέσεις περί «ψυχραιμίας» απέναντι στις δημοσκοπήσεις ακούγονται εύλογες. Πράγματι, η πολιτική ιστορία είναι γεμάτη από παραδείγματα κομμάτων και σχηματισμών που εμφανίστηκαν ξαφνικά, κατέγραψαν εντυπωσιακές επιδόσεις και στη συνέχεια εξαφανίστηκαν με την ίδια ταχύτητα.
 
Το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο. Πρόκειται συνήθως για πολιτικές κατασκευές χωρίς βαθιές κοινωνικές ρίζες, χωρίς ιστορική αναφορά και χωρίς ένα συνεκτικό σχέδιο για τη χώρα. Συγκέντρωσαν διαμαρτυρόμενους ψηφοφόρους διαφορετικών προελεύσεων, αλλά αδυνατούσαν να μετατρέψουν αυτή τη συγκυριακή συσπείρωση σε μόνιμο πολιτικό ρεύμα.
Η περίπτωση του εγχειρήματος της ΕΛΑΣ είναι η περίπτωση του πολιτικού φορέα που φιλοδοξεί να εκφράσει τον ευρύτερο προοδευτικό χώρο και να ανασυνθέσει την κατακερματισμένη αντιπολίτευση. Εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια ευκαιριακή πολιτική φούσκα ούτε με μια ακόμη διάσπαση που προσθέτει ένα κομμάτι στο ήδη διαλυμένο παζλ της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς.
Αντίθετα, η δυναμική προκύπτει ακριβώς από την ανάγκη υπέρβασης της πολυδιάσπασης, της πολιτικής αδράνειας και της αδυναμίας των υφιστάμενων κομμάτων να πείσουν ότι μπορούν να αποτελέσουν αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
 
Εν ολίγοις η Ελληνικά Αριστερή Συμπαράταξη (ΕΛΑΣ) είναι η αναγκαίαέκφραση του πολιτικού κενού που γέννησε η άκρατη πολυδιάσπαση των Προοδευτικών και Αριστερών κομμάτων και που -ως γνωστόν- η πολιτική απεχθάνεται το κενό.
 
Όσοι σπεύδουν να εξηγήσουν κάθε θετική δημοσκοπική ένδειξη ως πρόσκαιρο πυροτέχνημα μοιάζουν περισσότερο να εκφράζουν την αγωνία τους παρά να κάνουν ψύχραιη πολιτική ανάλυση. Γιατί βλέπουν ότι ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας αναζητά διέξοδο. Βλέπουν ότι πολίτες οι οποίοι προέρχονται από διαφορετικές πολιτικές διαδρομές αρχίζουν να συναντιούνται ξανά γύρω από έναν κοινό στόχο: να υπάρξει πραγματική προοδευτική εναλλακτική απέναντι στη συντηρητική κυριαρχία. Βλέπουν τον προοδευτικό κόσμο ο οποίος πρόσκαιρα και ελλείψει εναλλακτικής συντάχθηκαν προσωρινά μαζί τους, τώρα τους γυρνούν την πλάτη.
Αυτό το κοινό δεν είναι άμορφο ούτε ιδεολογικά ουδέτερο. Δεν είναι ένα τυχαίο άθροισμα αγανακτισμένων πολιτών. Είναι άνθρωποι που μπορεί να διαφώνησαν στο παρελθόν μεταξύ τους, να είχαν ενστάσεις, να άσκησαν σκληρή κριτική σε πρόσωπα και επιλογές, αλλά μοιράζονται μια βασική πολιτική πεποίθηση: ότι η χώρα χρειάζεται αλλαγή πορείας και ότι αυτή η αλλαγή δεν θα προκύψει από τη διαιώνιση της σημερινής κατάστασης.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, δεν βρίσκεται στους πολιτικούς αντιπάλους. Αυτοί κάνουν τη δουλειά τους. Το πραγματικό πρόβλημα βρίσκεται σε εκείνους που εμφανίζονται ως μέλη ή φίλοι ενός χώρου, αλλά λειτουργούν ως δούρειοι ίπποι μέσα σε αυτόν. Σε εκείνους που κάθε φορά που διαμορφώνεται μια προοπτική ανασύνθεσης και νίκης, σπεύδουν να την υπονομεύσουν. Όχι επειδή έχουν κάποια βαθιά πολιτική διαφωνία, αλλά επειδή φοβούνται ότι σε ένα νέο πολιτικό σκηνικό δεν θα κατέχουν τη θέση που θεωρούν ότι τους αξίζει.
Πρόκειται για μια παλιά και γνώριμη παθογένεια. Στελέχη που επένδυσαν περισσότερο στην προσωπική τους διαδρομή παρά στη συλλογική υπόθεση. Πρόσωπα που αντιμετώπισαν τα κόμματα ως μηχανισμούς επαγγελματικής αποκατάστασης και όχι ως εργαλεία κοινωνικής αλλαγής. Άνθρωποι που, όταν αντιλαμβάνονται ότι χάνουν την επιρροή τους, δεν διστάζουν να γίνουν οι πιο χρήσιμοι σύμμαχοι της Δεξιάς. Άλλοτε με τη σιωπή τους, άλλοτε με τη διαρκή εσωστρέφεια και άλλοτε με δημόσιες παρεμβάσεις που αντικειμενικά εξυπηρετούν τον πολιτικό αντίπαλο.
Η ιστορία έχει δείξει ότι καμία παράταξη δεν ηττήθηκε μόνο από τους αντιπάλους της. Οι μεγαλύτερες ήττες ήρθαν όταν η προσωπική φιλοδοξία μπήκε πάνω από το συλλογικό συμφέρον. Όταν κάποιοι προτίμησαν να δουν τον χώρο τους μικρό και ελεγχόμενο παρά μεγάλο και νικηφόρο. Όταν επέλεξαν να είναι οι πρώτοι σε ένα πολιτικό χωριό αντί να συμβάλουν στη δημιουργία μιας μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας.
Η επιτυχία ή η αποτυχία ενός νέου εγχειρήματος δεν θα κριθεί από τις πρώτες δημοσκοπήσεις. Θα κριθεί από το πρόγραμμα, από τα πρόσωπα, από τη δημοκρατική του λειτουργία και από την ικανότητά του να εμπνεύσει ξανά πολίτες που έχουν απομακρυνθεί από την πολιτική. Θα κριθεί από το αν μπορεί να κινητοποιήσει τη νέα γενιά, να δώσει απαντήσεις στα προβλήματα της καθημερινότητας και να δημιουργήσει μια πειστική προοπτική διακυβέρνησης.
Όσοι, λοιπόν, σπεύδουν να προεξοφλήσουν την αποτυχία του, ίσως θα έπρεπε πρώτα να αναρωτηθούν γιατί η κοινωνία αναζητά κάτι καινούργιο. Και όσοι μέσα στον προοδευτικό χώρο λειτουργούν ως τροχοπέδη για να διασώσουν προσωπικά προνόμια, ας γνωρίζουν ότι η κοινωνία πλέον τους αναγνωρίζει. Οι πολίτες μπορεί να συγχωρούν τα λάθη. Δυσκολότερα συγχωρούν την ιδιοτέλεια.
Η ελπίδα δεν αρκεί για να νικήσει. Είναι όμως η απαραίτητη αφετηρία κάθε μεγάλης πολιτικής αλλαγής. Και όσοι συσπειρώνονται γύρω από ένα σχέδιο ανασύνθεσης δεν μοιάζουν με περαστικούς ταξιδιώτες. Μοιάζουν περισσότερο με ανθρώπους που αποφάσισαν ότι η αναμονή τελείωσε και ότι ήρθε η ώρα να δώσουν ξανά τη μάχη για μια διαφορετική πολιτική πλειοψηφία. Αυτό είναι το πρώτο εφαλτήριο. Τα μεγαλύτερα άλματα έρχονται μετά.
 
Η ψυχραιμία δεν χάνεται από τις δημοσκοπήσεις, αλλά από την απουσία πολιτικού οράματος.
 
Στο κάτω κάτω της γραφής
 
“Όραμα χωρίς δράση είναι απλά ένα όνειρο. Δράση χωρίς όραμα είναι εφιάλτης”.
Νέλσον Μαντέλα, Νοτιοαφρικάνος πολιτικός και αγωνιστής