Κυριακή, 05 Ιουλίου 2026 18:55

Ο Μαραμπού

Γράφτηκε από τον

Ο Μαραμπού

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Κατηφορίζοντας την οδό Σκουζέ και περνώντας απέναντι την Ακτή Μιαούλη, λίγο πριν την Ε9, έπεσα πάνω στην προτομή του Νίκου Καββαδία, του Μαραμπού… Μπορεί κάποιος να μπει στην ψυχή ενός ποιητή, διαβάζοντας τα γραφτά του;
Στο περιοδικό Λόγχη που κυκλοφορούσε στο μέτωπο του ελληνοϊταλικού πολέμου, το πεζογράφημα «Στο Άλογό μου» είναι του Νίκου Καββαδία:
«Το να γράψει κανείς σ' έναν άνθρωπο, είναι ίσως εύκολο στους πολλούς. Το να γράψει σ' ένα ζώο, είναι αφάνταστα δύσκολο. Για τούτο φοβάμαι. Δε θα τα καταφέρω.
Τα χέρια μου έχουνε σκληρύνει από τα λουριά σου, κι η ψυχή μου από άλλη αιτία. Όμως πρέπει. Αισθάνομαι την ανάγκη. Γι' αυτό θα σου γράψω.
Στην αρχή δεν με ήθελες. Καταλάβαινες σε μένα τον άπραγο με το αδύνατο χέρι. Είχες δίκιο. Ίσως για πρώτη φορά έβλεπα άλογο από τόσο κοντά. Τ' άλογα που είχα δει στη ζωή μου ήτανε στα τσίρκα, που τα δουλεύανε κοζάκοι, και στις κούρσες, που τα παίζαν οι άνθρωποι. Αυτό με είχε πειράξει. Δεν είστε προορισμένα για τόσο χαμηλές πράξεις. Ας είναι... Αυτό είναι μιαν άλλη ιστορία, καθώς λέει ο Κίπλινγκ, αυτός που τόσο σας είχε αγαπήσει και ιστορήσει.
Το ξέρω πόσο σε κούρασα. Στραβά φορτωμένο ακολούθησες υποταχτικά στις πορείες της νύχτας. Γρήγορα γίναμε φίλοι. Με συνήθισες. Έπαψα πια να σε χάνω μέσα στ' άλλα τα ζώα της Μονάδας μας. Έπαψα να μη σε γνωρίζω.
Αν αρχίσω τα «θυμάσαι» δε θα τελειώσω ποτέ. Λατρεύω τη συντομία! Θα σου θυμίσω μονάχα τρεις νύχτες μας. (Απορώ με τον εαυτό μου απόψε. Τόσο στοργικά δε μίλησα ποτέ σε κανένα).
Θυμάσαι τη νύχτα με τη βροχή; Ανελέητα κι οι δυο μουσκεμένοι, προχωρούσαμε μέσα στη νύχτα. Μόνοι. Σε οδηγούσα ή με οδηγούσες; Κάρφωνα τα νυσταγμένα μου μάτια στο νυχτερινό παραπέτασμα, όπως δεν τα κάρφωσα τότε που αναζητούσα φανάρια στη Βόρειο θάλασσα. Η όσφρησή σου μας έσωσε. Ένας στάβλος μάς έγινε άσυλο. Παραμερίσαμε το σανό κι ανάψαμε μεγάλη φωτιά. Λέω, ανάψαμε. Εσύ μου 'δινες θάρρος. Ξαπλωμένος σ' άκουα να μασάς. Κατόπι σου μίλησα. Ποτέ δε συμφώνησα με τους ανθρώπους όπως τότε με σένα. Κοιμηθήκαμε συζητώντας. Εγώ ξαπλωμένος στο χόρτο. Εσύ όρθιο. Πόσοι άνθρωποι δεν κοιμούνται όρθιοι περπατώντας δίχως να 'χουν τη δική σου νόηση; Ας είναι...
Η δεύτερη νύχτα: Τότε που μπήκαμε μ' άλλους πολλούς μες στη μάχη. Μπορούσε κοντά από 'κεί να κουβαλήσουμε τραυματίες. Ακούσαμε μαζί τον θόρυβο του πολέμου και τον συνηθίσαμε. Πήραμε το παλικάρι με το πληγωμένο πόδι και φύγαμε. Ποτέ μου δε σε είδα πιο προσεχτικό και τόσο αλαφροπάτητο. Είχες ξεχάσει κείνο το νευρικό σου συνήθειο να πηδάς σηκώνοντας το σαμάρι. Τα 'χες όλα νιώσει ίσως πριν από μένα.
Και τώρα, η νύχτα στο βουνό με τη λάσπη: βαρυφορτωμένοι, κατάκοποι προχωρούσαμε. Είν' αφάνταστη η λύπη κι η κακομοιριά που δοκιμάζεις σαν αισθάνεσαι να 'σαι και να βλέπεις ανθρώπους και ζώα και τα πάντα μες στη λάσπη.
Άλογα και μουλάρια πεσμένα μάς κόψανε το δρόμο. Εμείς προχωρούσαμε. Άξαφνα έπεσες. Πέσαμε θέλω να πω. Με τα δυο σου πόδια σπασμένα, με το κεφάλι χωμένο στις λάσπες. Θυμάσαι πόσο προσπάθησα. Δεν το κατόρθωσα. Πρέπει να νιώσεις καλά πως δε φταίω. Ποτέ δεν προσπάθησα τόσο. Έμεινα δίπλα σου ολόκληρη νύχτα. Πιο πέρα από μας ένας Ιταλός σκοτωμένος. Πάνω μας η    Μεγάλη Άρκτος, το Βόρειο Στέμμα, ο Αστερισμός του Ωρίωνα ψιχάλιζαν φως.
Δεν είδα ποτέ πώς πεθαίνουν οι άνθρωποι. Γύρισα πάντα τα μάτια μου από το θάνατο. Μα φαντάζομαι...
Παύω. Φοβάμαι μήπως πω λόγο μεγάλο.
Φυλάω ακόμη το ξυστρί και τη βούρτσα σου. Κι όταν κάποτε κι αυτά θα τα παραδώσω, θα σε φυλάξω στη μνήμη μου.
Οι κάλοι των χεριών μου από τα λουριά σου μου είναι τόσο αγαπητοί, όσο εκείνοι που κάποτε απόχτησα στις θαλασσινές μου πορείες. Θα σου ξαναγράψω!...
Κούδεσι, Μάρτης 1941»
Το χωριό Κούδεσι βρίσκεται στα βουνά πάνω από τη Χιμάρα. Με την κατάρρευση του μετώπου, ο Καββαδίας επέστρεψε πεζός στην Αθήνα.
Ο Νίκος Καββαδίας, ήταν γιος του μεγαλεμπόρου Χαρίλαου Καββαδία από την Κεφαλονιά. Γεννήθηκε στο Νικόλσκ Ουσουρίσκι (Nikolsk-Ussuriysky), μια επαρχιακή πόλη της Μαντζουρίας κοντά στο Βλαδιβοστόκ, το 1910. Ήταν ο Κόλιας τους. Εκεί γεννήθηκαν και δύο από τ΄ αδέλφια του, η Τζένια (Ευγενία) και ο Μήτιας (Δημήτρης). Ο πατέρας του ήταν μεγαλέμπορος στην τσαρική Ρωσία. Είχε παντρευτεί τη Δωροθέα Αγγελάτου της οικογένειας εφοπλιστών της Κεφαλονιάς. Το 1914 μετά το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου η οικογένεια Καββαδία γύρισε στην Κεφαλονιά και το 1921, όλοι μαζί, εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά. Εκεί ο Κόλιας, τελείωσε τη γαλλική σχολή του Saint Paul. Κι ενώ γράφτηκε στην Ιατρική Σχολή, ο θάνατος του πατέρα του τον ανάγκασε, σε ηλικία 19 ετών, να μπαρκάρει μαζί με τον μικρότερο αδελφό του Αργύρη.    Μέχρι το 1936, ακολούθησε ναυτική καριέρα.
Ο ποιητής Νίκος Καββαδίας ανήκει στη γενιά του 30. Είχε ξεκινήσει να δημοσιεύει ποιήματά του από το 1928. Το 1932 δημοσίευσε τις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του στην εφημερίδα «Πειραϊκόν Βήμα». Τον Ιούνιο του 1933 κυκλοφόρησε την πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Μαραμπού», που έγινε συνώνυμός του.
Μετά τον πόλεμο, ο χαρακτηρισμένος «ανενεργός κομμουνιστής» μπαρκάρησε ξανά. Αρκετές φορές ταξίδεψε στο ίδιο πλοίο με τον Γιώργο Σεφέρη. Το 1947 εκδόθηκε η δεύτερη ποιητική συλλογή του, το «Πούσι». Συνέχισε να ταξιδεύει και να γράφει. Ήταν ο ποιητής της θάλασσας και των ναυτικών.
Η μελοποίηση του έργου του, κυρίως από τον Θάνο Μικρούτσικο, βοήθησε πολύ στη μεγάλη αναγνώριση, που όμως ήρθε μετά τον θάνατό του, τον Φεβρουάριο του 1975.

(Φωτογραφία: Η προτομή του Ν. Καββαδία στην Ακτή Μιαούλη, στον Πειραιά. Έργο του Γλύπτη Άγγελου Βλάσση)