Σάββατο, 25 Ιουλίου 2026 11:11

Αντί-γνωμος - ΣΥΡΙΖΑ: αποφθέγματα και αλληγορίες

Γράφτηκε από την

Αντί-γνωμος - ΣΥΡΙΖΑ: αποφθέγματα και αλληγορίες

 

Γράφει ο Θύμιος Γεωργόπουλος

Η ελληνική πολιτική είχε πάντοτε μια αδυναμία στις τραγωδίες. Μόνο που, τα τελευταία χρόνια, οι τραγωδίες παίζονται ως φάρσες. Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ένα κόμμα που στο πρόσφατο παρελθόν εμφανίστηκε ως ο φορέας της «νέας εποχής» και της ανατροπής του μεταπολιτευτικού συστήματος, καταλήγει να θυμίζει εκείνον τον επιβάτη που επιμένει να ψάχνει το εισιτήριό του ενώ το πλοίο έχει προ πολλού αναχωρήσει από το λιμάνι.

Η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα δεν ήταν απλώς η επανεμφάνιση ενός πρώην προέδρου της Αριστεράς και ενός πρώην πρωθυπουργού. Ήταν ένα ανελέητο πολιτικό τεστ-DNA.

Και τα αποτελέσματα ήταν αμείλικτα. Αποδείχθηκε ότι το εκλογικό σώμα δεν εγκατέλειψε μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ· εγκατέλειψε έναν οργανισμό που, χωρίς τον φυσικό του ηγέτη, απογυμνώθηκε από ταυτότητα, αφήγημα και κυρίως λόγο ύπαρξης.

Ο Αντρέ Μαλρώ είχε γράψει πως «ο άνθρωπος δεν είναι αυτό που νομίζει, αλλά αυτό που κρύβει». Το ίδιο ισχύει και για τα κόμματα.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έκρυβε επί χρόνια μια αλήθεια που σήμερα εμφανίζεται γυμνή: δεν εξελίχθηκε ποτέ σε θεσμό. Παρέμεινε ένας συνασπισμός προσωπικοτήτων, τάσεων και μικρών φέουδων, που τους ένωνε περισσότερο η εξουσία παρά η κοινή στρατηγική.

Οι ίδιοι άνθρωποι που επί χρόνια υποστήριζαν ότι «κανείς δεν είναι αναντικατάστατος», τώρα αποδεικνύουν καθημερινά ότι θεωρούν αναντικατάστατο ακριβώς εκείνον που εγκατέλειψαν ή αμφισβήτησαν από την αρχή και πολέμησαν με σφοδρότητα.

Στην πολιτική, η ειρωνεία είναι ο πιο συνεπής σχολιαστής.

Οι βουλευτές εγκαταλείπουν το κόμμα όχι επειδή άλλαξαν ιδεολογία. Άλλαξαν GPS. Δεν ακολουθούν πλέον πολιτική πυξίδα αλλά δημοσκοπικό δορυφόρο. Εκεί όπου εμφανίζεται πιθανότητα πολιτικής επιβίωσης, σχηματίζεται αμέσως ουρά.

Αν υπήρχε εφαρμογή στο κινητό που να δείχνει προς τα πού μετακινούνται οι ψηφοφόροι, αρκετοί θα την είχαν ήδη ορίσει ως αρχική οθόνη.

Ο Όσκαρ Ουάιλντ παρατηρούσε ότι «ο κυνικός γνωρίζει την τιμή των πάντων και την αξία κανενός».

Στη σημερινή ελληνική πολιτική σκηνή μοιάζει να συμβαίνει κάτι πολύ χειρότερο. Πολλοί γνωρίζουν μόνο το ποσοστό των πάντων και ξεχνούν εντελώς τις ιδέες. Οι δημοσκοπήσεις δεν λειτουργούν πλέον ως εργαλείο μέτρησης της κοινής γνώμης. Λειτουργούν ως χρηματιστήριο πολιτικών μεταγραφών.

Την ίδια ώρα, στο ΠΑΣΟΚ παρακολουθούν το έργο με την αμηχανία εκείνου που περίμενε να πρωταγωνιστήσει στην παράσταση και ξαφνικά διαπιστώνει ότι έγινε κομπάρσος.

Η περίφημη στρατηγική της «πρώτης θέσης έστω και με μια ψήφο διαφορά» μοιάζει να μετατρέπεται σε αγώνα δρόμου για να μη χαθεί ακόμα και η Τρίτη θέση. Είναι εντυπωσιακό πώς ένα κόμμα μπορεί να χάσει τη δυναμική του όχι επειδή έκανε κάποιο μεγάλο λάθος, αλλά επειδή κάποιος άλλος επέστρεψε.

Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι αυτό που δεν συζητείται αρκετά. Η ελληνική κοινωνία δείχνει να μην ψηφίζει πλέον οργανώσεις αλλά πρόσωπα. Τα κόμματα έχουν καταντήσει εταιρικά λογότυπα. Η πραγματική «μάρκα» είναι ο αρχηγός. Αν αλλάξει το πρόσωπο, αλλάζει και η εκλογική αγορά.

Ο Μαξ Βέμπερ είχε επισημάνει ότι η χαρισματική ηγεσία μπορεί να μεταμορφώσει την πολιτική πραγματικότητα. Στην Ελλάδα, συχνά τη μονοπωλεί κιόλας.

Η εκλογή της Ρένας Δούρου (από όσους συμπληρώνουν δύο τραπέζια για Μπιρίμπα) η αδυναμία του Παύλου Πολάκη να κυριαρχήσει ακόμα και τώρα και οι περίτεχνες κατασκευές περί συλλογικής ηγεσίας θυμίζουν ορχήστρα που συνεχίζει να κουρδίζει τα όργανα αφού έχει τελειώσει η συναυλία. Δεν λείπουν μόνο οι μουσικοί. Έχει, από ώρα, εγκαταλείψει το χώρο και το κοινό.

Υπάρχει όμως και μια βαθύτερη ειρωνεία. Για χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ οικοδόμησε την πολιτική του ταυτότητα πάνω στην κριτική του παλαιού δικομματισμού. Σήμερα απειλείται να γίνει ο ίδιος ιστορικό υποσημείωμα, όπως τόσα κόμματα που κάποτε θεωρούνταν αιώνια, αφού η πολιτική ως γνωστόν δεν έχει μονιμότητα. Έχει μόνο ημερομηνία λήξης που ωστόσο σπάνια αναγράφεται στη συσκευασία.

Ο Ηράκλειτος έγραφε ότι «τα πάντα ρει». Στην ελληνική πολιτική τα πάντα ρει με ταχύτητα χειμάρρου.

Οι ψηφοφόροι δεν διστάζουν πλέον να εγκαταλείψουν κόμματα που μέχρι χθες θεωρούσαν δικά τους. Οι κομματικές ταυτότητες έχουν γίνει ανακυκλώσιμες και οι βεβαιότητες έχουν μικρότερη διάρκεια ακόμη και από τις προεκλογικές υποσχέσεις.

Αν η εικόνα αυτή παγιωθεί, τότε ο μεγάλος αντίπαλος του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν θα είναι ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε ό,τι απέμεινε από τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αποκλειστικά και μόνο -ως πρόσωπο- ο Αλέξης Τσίπρας.

Αυτό από μόνο του συνιστά πολιτικό παράδοξο: ένας πρώην αρχηγός επιστρέφει όχι για να αναστήσει το κόμμα του, που εξαϋλώθηκε χωρίς αυτόν, αλλά για να το αντικαταστήσει, όπως πριν από 52 χρόνια έπραξαν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Και όσοι παραμένουν στα χαρακώματα του παλιού ΣΥΡΙΖΑ; Αξίζουν ίσως τον σεβασμό της επιμονής τους, αλλά η πολιτική δεν ανταμείβει τη νοσταλγία. Το δράμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ότι χάνει στελέχη ή ποσοστά. Είναι ότι κινδυνεύει να χάσει τη θέση του στην ιστορία, πριν ακόμη προλάβει να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του.

Σκληρό; Ίσως. Αλλά η πολιτική είναι συχνά πιο σκληρή από τη λογοτεχνία.

Στο κάτω κάτω της γραφής

“Έτσι τελειώνει ο κόσμος. Όχι μ’ έναν πάταγο, αλλά μ’ έναν λυγμό”.

Τόμας Στερνς Έλιοτ, Άγγλος ποιητής