Κυριακή, 02 Αυγούστου 2026 19:53

Ο πόλεμος των υποδομών: Ελλάδα και Κύπρος στο επίκεντρο της νέας γεωπολιτικής αντιπαράθεσης

Γράφτηκε από την

Ο πόλεμος των υποδομών: Ελλάδα και Κύπρος στο επίκεντρο της νέας γεωπολιτικής αντιπαράθεσης

Του Χρήστου Καπούτση

Η πρόσφατη κλιμάκωση της ρητορικής της Τεχεράνης απέναντι στην Ευρώπη, δεν αποτελεί ένα ακόμη επεισόδιο της κρίσης στη Μέση Ανατολή. Είναι η πολιτική απάντηση του Ιράν σε μια πραγματικότητα που το ίδιο θεωρεί πλέον ενιαίο μέτωπο: τις ευρωπαϊκές κυρώσεις κατά των Φρουρών της Επανάστασης, τον χαρακτηρισμό τους ως τρομοκρατικής οργάνωσης από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη συνεχή στρατιωτική, οικονομική και πολιτική στήριξη των Βρυξελλών προς την Ουκρανία στον πόλεμο κατά της Ρωσίας. Στην αντίληψη της Τεχεράνης, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι πλέον ουδέτερος διπλωματικός παράγοντας, αλλά ενεργός γεωπολιτικός αντίπαλος.
Καταλυτικό σημείο καμπής αποτέλεσε, κατά την αντίληψη της Τεχεράνης, το ουκρανικό πλήγμα εναντίον στόχου ιρανικών συμφερόντων στην περιοχή της Κασπίας, το οποίο η ιρανική πλευρά απέδωσε στη χρήση δυτικών οπλικών συστημάτων που έχουν παρασχεθεί στην Ουκρανία. Η Τεχεράνη δεν αντιμετώπισε το περιστατικό ως μεμονωμένη ουκρανική ενέργεια, αλλά ως επιχείρηση ενταγμένη στη συνολική στρατηγική στήριξη της Δύσης προς το Κίεβο.Σύμφωνα με ουκρανικές εκτιμήσεις, ο στόχος συνδεόταν με τη μεταφορά στρατιωτικού υλικού στο πλαίσιο της στρατιωτικής συνεργασίας Ρωσίας–Ιράν, στοιχείο που η Τεχεράνη δεν αποδέχεται.

Η Ελλάδα δεν έχει κατονομαστεί επισήμως ως άμεσος στρατιωτικός στόχος. Ωστόσο, η αναβάθμιση της Αλεξανδρούπολης σε κρίσιμο ενεργειακό και διαμετακομιστικό κόμβο του ΝΑΤΟ έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον ιρανικών μέσων ενημέρωσης που πρόσκεινται στους Φρουρούς της Επανάστασης. Οι αναφορές τους παρουσιάζουν την πόλη ως βασικό κρίκο της δυτικής στρατηγικής υποστήριξης προς την Ουκρανία και της ευρωπαϊκής ενεργειακής απεξάρτησης από τη Ρωσία. Δεν υπάρχει επίσημη ανακοίνωση της Τεχεράνης που να χαρακτηρίζει την Αλεξανδρούπολη στόχο, όμως, η συνεχής προβολή της στρατηγικής της σημασίας αποτελεί ένδειξη ότι έχει ήδη εισέλθει στον γεωπολιτικό χάρτη των ιρανικών εκτιμήσεων.
Η εξέλιξη αυτή αναδεικνύει μια βαθύτερη μεταβολή στη φύση των σύγχρονων συγκρούσεων. Για πρώτη φορά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, οι ενεργειακοί κόμβοι, οι λιμένες, οι σταθμοί υγροποιημένου φυσικού αερίου, τα υποθαλάσσια δίκτυα και οι εφοδιαστικές αλυσίδες αποκτούν στρατηγική βαρύτητα ισότιμη με τις αεροπορικές και ναυτικές βάσεις.
Η Αλεξανδρούπολη, η Σούδα, το Σουέζ, τα Στενά του Ορμούζκαι το Στενό Μπαμπ ελ-Μαντέμπ στην Υεμένη και το Κέρας της Αφρικής που αποτελούν τα πιο κρίσιμα γεωενεργειακά σημεία του πλανήτη. Από αυτά τα στενά περάσματα εξαρτάται η παγκόσμια ενεργειακή σταθερότητα, καθώς συνδέουν τα κοιτάσματα της Μέσης Ανατολής με τις αγορές της Ασίας, της Ευρώπης και της Αμερικής.

Το ανησυχητικό στοιχείο δεν είναι μόνο η πιθανότητα ενός νέου πολέμου. Είναι η σταδιακή ενοποίηση των πολεμικών θεάτρων: Βαλτική, Ουκρανία, Μαύρη Θάλασσα, Αιγαίο, Ανατολική Μεσόγειος, Σουέζ, Ερυθρά Θάλασσα και Περσικός Κόλπος. Μια κρίση σε οποιοδήποτε σημείο αυτής της αλυσίδας μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτές στρατιωτικές, ενεργειακές και οικονομικές επιπτώσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη.
Η μεγαλύτερη απειλή ίσως δεν είναι οι πύραυλοι, αλλά η εργαλειοποίηση της ενέργειας, των θαλάσσιων οδών και των εφοδιαστικών αλυσίδων. Εμπλοκή στα Στενά, θα αρκούσε για να εκτινάξει το ενεργειακό κόστος, να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό και να οδηγήσει σε νέα παγκόσμια ύφεση, πλήττοντας κυρίως τις οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγόμενη ενέργεια, όπως η ελληνική.

Η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία, χωρίς να αποτελούν εμπόλεμα μέρη με τη νομική έννοια, εντάσσονται πλέον αντικειμενικά στο γεωστρατηγικό περιβάλλον της σύγκρουσης. Η στρατηγική τους θέση, οι στρατιωτικές διευκολύνσεις που παρέχουν στους συμμάχους τους και ο ρόλος των κρίσιμων ενεργειακών υποδομών τους, έχουν ως αποτέλεσμα να αξιολογούνται από την Τεχεράνη όχι μόνο ως κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και ως τμήμα της ευρύτερης δυτικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας.

Σύμφωνα με το ιρανικό πρακτορείο IRNA, ο Υπουργός Εξωτερικών του Ιράν Αμπάς Αραγτσί ζήτησε από την Κυπριακή Δημοκρατία να διασφαλίσει ότι οι ξένες στρατιωτικές βάσεις στην Κύπρο δεν θα χρησιμοποιηθούν σε επιχειρήσεις κατά του Ιράν.Η παρέμβαση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Δεν συνιστά απλώς μια διπλωματική σύσταση προς τη Λευκωσία. Αποτελεί έμμεση προειδοποίηση ότι κάθε στρατιωτική υποδομή που χρησιμοποιείται για επιχειρήσεις κατά του Ιράν παύει, κατά την αντίληψη της Τεχεράνης, να θεωρείται ουδέτερη.

Το Κυπριακό στο επίκεντρο της νέας γεωπολιτικής εξίσωσης

Ο Γ.Γ. του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, μετά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Κύπρο, ανακοίνωσε την πρόθεσή του να συγκαλέσει νέα άτυπη διευρυμένη συνάντηση "5+1" (οι δύο κοινότητες, Ελλάδα, Τουρκία, Ηνωμένο Βασίλειο και ΟΗΕ), αφού προηγηθεί κατάλληλη προετοιμασία σε τρία επίπεδα: μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης (ΜΟΕ), μεθοδολογία και ουσία των συνομιλιών.
Καμία από τις εμπλεκόμενες πλευρές δεν απέρριψε την πρόταση. Αντιθέτως, υπάρχει καταρχήν συναίνεση να πραγματοποιηθεί η συνάντηση, όταν ο Γενικός Γραμματέας κρίνει ότι έχουν ωριμάσει οι προϋποθέσεις.
Η Αθήνα χαιρέτισε τη νέα πρωτοβουλία του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, για τη διατήρηση της διπλωματικής διαδικασίας. Ωστόσο, η τουρκική πλευρά εξακολουθεί να επαναλαμβάνει ως προϋπόθεση τη διεθνή αναγνώριση της λεγόμενης «κυριαρχικής ισότητας» και του κατοχικού καθεστώτος στα κατεχόμενα, θέση που απέχει από το πλαίσιο των σχετικών αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, οι οποίες προβλέπουν λύση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας και δεν αναγνωρίζουν το αποσχιστικό μόρφωμα που δημιουργήθηκε μετά την τουρκική εισβολή του 1974.
Παράλληλα, η τουρκική στρατηγική επιδιώκει να διευρύνει την ατζέντα των συνομιλιών, συνδέοντας το Κυπριακό με ζητήματα που αφορούν την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών στην Ανατολική Μεσόγειο, τις αεροπορικές αρμοδιότητες του FIR Λευκωσίας, τις ενεργειακές διασυνδέσεις και τις υποδομές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται και οι αντιδράσεις της Άγκυρας απέναντι σε έργα ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου, τα οποία η Τουρκία αντιμετωπίζει όχι ως απλά τεχνικά ή οικονομικά έργα, αλλά ως κινήσεις με γεωπολιτικές και κυριαρχικές προεκτάσεις.
Οι εξελίξεις αυτές αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα εξαιτίας της διαρκούς αστάθειας στη Μέση Ανατολή, της έντασης στην Ερυθρά Θάλασσα και της αυξανόμενης σημασίας των ενεργειακών και εμπορικών διαδρόμων που συνδέουν την Ευρώπη με την Ανατολική Μεσόγειο και τον Ινδο-Ειρηνικό. Η Κύπρος, το Καστελλόριζο , η Κρήτη και το νοτιοανατολικό άκρο του ελληνικού θαλάσσιου χώρου δεν αποτελούν πλέον μόνο σημεία εθνικού ενδιαφέροντος, αλλά μετατρέπονται σε κρίσιμους κόμβους μιας ευρύτερης γεωοικονομικής και γεωστρατηγικής αντιπαράθεσης, στην οποία συγκλίνουν συμφέροντα περιφερειακών και παγκόσμιων δυνάμεων.