Με αφορμή τη «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, σε σκηνοθεσία Θέμη Μουμουλίδη, που παρουσιάστηκε με επιτυχία στο Ανοιχτό Θέατρο Καλαμάτας, κάποιες σκόρπιες σκέψεις. Για ένα έργο που γράφτηκε πριν από 2.500 χρόνια, αλλά εξακολουθεί να μιλά με εκπληκτική δύναμη για τον άνθρωπο, την εξουσία, την ελευθερία, την αγάπη και τη σύγκρουση ανάμεσα στον νόμο και τη συνείδηση.
Η Αντιγόνη του Σοφοκλή δεν είναι απλώς μια τραγωδία για την ανυπακοή στην εξουσία. Είναι μια συγκλονιστική αναμέτρηση δύο δικαίων που αδυνατούν να συνυπάρξουν: του νόμου της Πολιτείας και ενός βαθύτερου, άγραφου νόμου που ο άνθρωπος αισθάνεται ότι προϋπάρχει της Πολιτείας.
Εδώ βρίσκεται και η διαχρονική δύναμη του έργου. Η Αντιγόνη δεν παρουσιάζεται ως μια εύκολη ηρωίδα που «νικά» τον Κρέοντα. Δικαιώνεται ηθικά, αλλά συντρίβεται τραγικά. Και ο Κρέων, μολονότι διαθέτει την εξουσία, δεν είναι πραγματικά ο νικητής. Νικητής είναι η ίδια η τραγωδία, γιατί οδηγεί τον άνθρωπο στη γνώση.
Ο Χορός λέει: «Φρονεῖν γὰρ ὡς τὸ πρῶτον εὐτυχίας
ἀκρότατον…» Δηλαδή : η φρόνηση, η σωστή κρίση, είναι το πρώτο και μεγαλύτερο αγαθό.
Και όμως, ο Σοφοκλής δεν καταδικάζει τον άνθρωπο επειδή σφάλλει. Τον κρίνει από το τι κάνει όταν αντιλαμβάνεται το σφάλμα του. Εδώ ακριβώς παρεμβαίνει ο Τειρεσίας, με μια από τις πιο σύγχρονες, θα έλεγε κανείς, αλήθειες της τραγωδίας: «Τα σφάλματα είναι ανθρώπινα. Ο άνθρωπος σφάλλει. Δεν είναι όμως ούτε απερίσκεπτος ούτε άτυχος, όταν επανορθώνει και δεν μένει αμετακίνητος στο λάθος του. Το πείσμα λογίζεται για ανοησία».
Και πάνω απ’ όλα μας θυμίζει, με τα λόγια της ίδιας της Αντιγόνης: «οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν», δηλαδη, «Δεν γεννήθηκα για να μισώ, αλλά για να αγαπώ».
Το συγκλονιστικό εδώ είναι το «ἔφυν» (γεννήθηκα), είμαι πλασμένη από τη φύση μου. Η Αντιγόνη δεν λέει απλώς «επιλέγω να αγαπώ». Λέει κάτι πολύ βαθύτερο: η αγάπη είναι η ίδια η φύση του ανθρώπου, ενώ το μίσος είναι παρέκκλιση από αυτήν.
Και ακόμη «βαθύτερα», ο Σοφοκλής υψώνει έναν από τους συγκλονιστικότερους ύμνους στον Έρωτα της παγκόσμιας δραματουργίας: «Ἔρως ἀνίκατε μάχαν» — Έρωτα, ακατανίκητε στη μάχη. Εδώ βρίσκεται η κορύφωση ολόκληρης της τραγωδίας. Ο Έρωτας δεν είναι απλώς συναίσθημα. Είναι δύναμη κοσμική, ακαταμάχητη, που υπερβαίνει ανθρώπους, θεούς, κοινωνικούς κανόνες και σύνορα. Και η συγκλονιστική κατάληξη: «ὁ δ’ ἔχων μέμηνεν» - «Κι εκείνος που σε έχει μέσα του, έχει τρελαθεί.»!
Ο Σοφοκλής, όμως, δεν ακυρώνει την αγάπη για την πατρίδα και την πόλη. Η πόλις είναι θεμελιώδης αξία για τον αρχαίο Έλληνα. Αλλά μας προειδοποιεί: η αγάπη για την πόλη δεν μπορεί να μετατραπεί σε άλλοθι αυθαιρεσίας...
Και τελικά, πάνω από τους νόμους, την εξουσία, την αντίσταση και τον Έρωτα, μένει ο Ανθρωπος.
«Πολλὰ τὰ δεινὰ κοὐδὲν ἀνθρώπου δεινότερον πέλει». Πολλά είναι τα φοβερά, μα τίποτα δεν υπάρχει πιο φοβερό απ' τον άνθρωπο. Ή "Πολλά ‘ναι τα θάματα, πιο θάμ’ απ’τον άνθρωπο, τίποτα"! «... Ένας τον άλλο δίδαξε λαλιά, τη σκέψη, σαν το πνεύμα των ανέμων, την όρεξη να ζει σε πολιτείες, πώς να γλιτώνει το χαλάζι μες στ᾽ αγιάζι, την άγρια δαρτή βροχή μέσα στον κάμπο, ο πολυμήχανος, αμήχανος δε θ᾽ αντικρύσει τα μελλούμενα, από το Θάνατο μόνο να ξεφύγει δεν μπορεί, μόλο που βρήκε ψάχνοντας και γιατρειές σ᾽ αγιάτρευτες αρρώστιες. ...»
