Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2026 19:23

ΟΗΕ: Η Ελλάδα προσηλωμένη στο Διεθνές Δίκαιο, ενώ η Τουρκία δοκιμάζει τα όριά του

Γράφτηκε από την

ΟΗΕ: Η Ελλάδα προσηλωμένη στο Διεθνές Δίκαιο, ενώ η Τουρκία δοκιμάζει τα όριά του

Του Χρήστου Καπούτση

Από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε στο επίκεντρο το Διεθνές Δίκαιο, τη θαλάσσια ασφάλεια και την ανάγκη ενίσχυσης της πολυμέρειας, αναδεικνύοντας τον ρόλο της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο. Όμως, από το ίδιο βήμα, , η τουρκική παρουσία στη Νέα Υόρκη ανέδειξε μια διαφορετική ατζέντα: ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν ζήτησε διεθνή αναγνώριση του ψευδοκράτους στην Κύπρο, ενώ η Άγκυρα επανέφερε τις απαιτήσεις περί αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών.

Η Ελλάδα, από το βήμα του ΟΗΕ, εμμένει ότι, οι διμερείς διαφορές και η οριοθέτηση των  θαλάσσιων ζωνών, πρέπει να επιλύονται αποκλειστικά μέσα στο πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου και όχι με απειλές ή μονομερείς ενέργειες. Το μήνυμα αφορά ευθέως και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις: διάλογος ναι, αλλά όχι διάλογος έξω από το διεθνές νομικό πλαίσιο.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η αναφορά του Πρωθυπουργού στη θαλάσσια ασφάλεια, από τον Ορμούζ,  την Ερυθρά Θάλασσα, την Ανατολική Μεσόγειο,  έως τον Ινδο-Ειρηνικό. Η Ελλάδα, ως μεγάλη ναυτιλιακή δύναμη και χώρα σε στρατηγικό γεωγραφικό σταυροδρόμι, επιδιώκει να θωρακίσει τα εθνικά και οικονομικά της συμφέροντα απέναντι στους αυξανόμενους γεωπολιτικούς και γεωενεργειακούς κινδύνους, που απειλούν τις θαλάσσιες οδούς, τις εφοδιαστικές αλυσίδες και την ενεργειακή ασφάλεια.

Στο Κυπριακό, η ελληνική θέση παραμένει συνδεδεμένη με τα ψηφίσματα του ΟΗΕ και την επανένωση της Κύπρου.

Λίγες ώρες νωρίτερα,  από το βήμα του ΟΗΕ, ο  Ταγίπ Ερντογάν επανέφερε με ιδιαίτερη ένταση την τουρκική θέση για το Κυπριακό, ζητώντας από τη διεθνή κοινότητα να αναγνωρίσει το ψευδοκράτος της κατεχόμενης Κύπρου και να αναπτύξει μαζί του πολιτικές, διπλωματικές και οικονομικές σχέσεις! Η τουρκική αυτή απαίτηση βρίσκεται σε ευθεία αντίθεση με το πλαίσιο των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ και προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην ελληνική αναφορά,  ότι το Κυπριακό αποτελεί δοκιμασία για την αξιοπιστία και το κύρος του Διεθνούς Οργανισμού.

Παράλληλα, κατά τη διάρκεια της τουρκικής ναυτικής άσκησης «Θαλασσόλυκος»  ο Τούρκος υφυπουργός Άμυνας και εκπρόσωπος του υπουργείου, υποναύαρχος ΖεκίΑκτούρκ, επανέφερε την απαίτηση για αποστρατιωτικοποίηση των ελληνικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου, επικαλούμενος τη Λωζάννη και τη Συνθήκη των Παρισίων. Η χρονική σύμπτωση έχει τη δική της γεωπολιτική σημασία: ενώ η Αθήνα μιλά στον ΟΗΕ για το δικαίωμα αυτοάμυνας και την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου, η Άγκυρα επαναφέρει στο πεδίο μια αξίωση που συνδέεται άμεσα με την αμυντική οργάνωση των ελληνικών νησιών.

Από το βήμα του ΟΗΕ, η Ελλάδα διεκδίκησε ρόλο κράτους-κόμβου ασφάλειας και σταθερότητας, με επίκεντρο τη θάλασσα, την Ανατολική Μεσόγειο και το Διεθνές Δίκαιο. Ρόλος που αποκτά ιδιαίτερο γεωπολιτικό βάρος ενόψει της ελληνικής Προεδρίας του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Συμπερασματικά τεκμαίρεται ότι:  Η Ελλάδα προσήλθε   στον ΟΗΕ με το Διεθνές Δίκαιο ως θεσμικό όπλο και την Ανατολική Μεσόγειο ως πεδίο ευθύνης. Η Τουρκία,  επιχειρεί να μετατρέψει τις μονομερείς διεκδικήσεις της σε διεθνή πολιτική κανονικότητα. Όμως η διπλωματία δεν είναι διαγωνισμός δηλώσεων,  είναι δοκιμασία αντοχής των κανόνων. Και το πραγματικό διακύβευμα είναι, αν το Διεθνές Δίκαιο εξακολουθεί να είναι ρυθμιστής των διμερών σχέσεων. Και όπως εύστοχα επισημαίνει ο Υπουργός ΕξωτερικώνΓ. Γεραπετρίτης, χωρίς κανόνες και αρχές η διεθνής κοινότητα μετατρέπεται σε «ζούγκλα»,  εξέλιξη ιδιαίτερα επικίνδυνη για τα μικρά και μεσαία κράτη, των οποίων η ασφάλεια συνδέεται άμεσα με την ισχύ του Διεθνούς Δικαίου.

Η Ιστορία δεν αλλάζει με ένα tweet.

Η Τουρκία επανέφερε στο προσκήνιο την Άλωση της Τριπολιτσάς, που έγινε στις 23 Σεπτεμβρίου 1821. Και με αφορμή την 205η επέτειο, ο Τούρκος Πρόεδρος Ταγίπ Ερντογάν μεσωtweet υποστήριξε  ότι η Τουρκία «δεν ξέχασε και δεν θα ξεχάσει» τη σφαγή χιλιάδων μουσουλμάνων Τούρκων, Αλβανών και Εβραίων από τους Έλληνες.

Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών απάντησε άμεσα και έκανε λόγο για «συστηματική διαστρέβλωση και εργαλειοποίηση της Ιστορίας». Και υπογράμμισε,  ότι η ιστορική μνήμη δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής.

Η απάντηση της Ελληνικής Κυβέρνησης  ήταν σαφής: η Ιστορία δεν παραγράφεται, δεν παραχαράσσεται και δεν διαγράφεται με αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η Τριπολιτσά,  ήταν το σημαντικότερο διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της οθωμανικής Πελοποννήσου.

Η κατάληψή της, υπό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, αποτέλεσε στρατηγική επιτυχία των Ελλήνων επαναστατών και κομβικό γεγονός για την εξέλιξη του Αγώνα.

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά.

Μετά την Άλωση σημειώθηκαν μαζικές σφαγές μουσουλμάνων και Εβραίων κατοίκων. Είναι ιστορικά τεκμηριωμένο και ομολογημένο και από τον πρωταγωνιστή Θ. Κολοκοτρώνη. «Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη», γράφει ο Γέρος του Μωριά,  στα απομνημονεύματά του.  Και η αναγνώριση αυτής της τραγωδίας δεν χρειάζεται ούτε αποσιώπηση ούτε εξωραϊσμό. Δεν ακυρώνει, όμως, το βασικό ιστορικό γεγονός: το 1821 ήταν εξέγερση, ο επικός εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας ενός υπόδουλου για 400 χρόνια λαού εναντίον μιας αυτοκρατορικής εξουσίας. Και  μέσα σε έναν ένοπλο αγώνα, είχε και τις σκοτεινές του σελίδες.

Η Ελληνική Επανάσταση δεν χρειάζεται αγιογραφία.

Οι σκοτεινές σελίδες της δεν την ακυρώνουν.

Η μνήμη των θυμάτων, ασφαλώς και  αξίζει σεβασμό. Όλων των θυμάτων.

Αλλά ιστορική μνήμη σημαίνει να θυμόμαστε τα πάντα. Όχι να επιλέγουμε ό,τι εξυπηρετεί τη σημερινή πολιτική αφήγηση.

Η Τριπολιτσά υπήρξε και τραγωδία και ιστορική καμπή.

Η Ιστορία μπορεί να ενοχλεί, μπορεί να αμφισβητείται, μπορεί ακόμη και να εργαλειοποιείται. Ένα, όμως, δεν μπορεί να κάνει: να αλλάξει με ένα tweet , επειδή το αποφάσισε μια πολιτική εξουσία ,  ακόμη κι αν αυτή εκφράζεται με την επίσημη ιδιότητα «Η Αυτού Εξοχότης ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Τουρκίας»...

Γιατί η Ιστορία δεν διδάσκει όταν την επιλέγουμε. Διδάσκει όταν αντέχουμε να τη θυμόμαστε ολόκληρη.

Η Ιστορία γράφεται με γεγονότα, μαρτυρίες και τεκμήρια. Όχι με tweets. Γιατί η μνήμη μπορεί να εργαλειοποιηθεί,  η Ιστορία, όμως, δεν υπακούει σε εντολές πολιτικής επικαιρότητας.