Γνώρισα τον Ράμφο, διαβάζοντας βιβλία του και παρακολουθώντας διαλέξεις του, κάπου στις αρχές της τρίτης χιλιετίας. Ήταν μία αποκάλυψη! Έχοντας ανέβει στην Αθήνα από την Καλαμάτα για σπουδές, πάσχιζα απεγνωσμένα να χτίσω εαυτό. Δίδασκε τότε ό,τι ακριβώς ποθούσε να ακούσει η ψυχή μου. Έτυχε να συμπέσουν χρονικά οι εσωτερικότερές μου ανάγκες με τη δική του ρηξιακή μετατόπιση στον δυτικόφιλο εκσυγχρονισμό. Μέγιστο στοίχημα του ανθρώπου είναι η αναγνώριση και η καλλιέργεια της ατομικής του μοναδικότητας. Η επιδίωξη της εξατομίκευσης, η αποτίναξη της τυραννίας του το τι «θα πει ο κόσμος», δεν είναι ντροπή, είναι αρετή. Η προηγούμενη κίνησή του από τον επαναστατικό μαρξισμό στην Ελληνορθοδοξία δεν ήταν ιδιαιτέρως υπολογίσιμη, αφού έχουμε να κάνουμε με αλληλοαρδευόμενες παραδόσεις, με συγκοινωνούντα δοχεία. Όπως αρεσκόταν να υποστηρίζει «η Αριστερά είναι η εμπροσθοφυλακή της Παράδοσης». Ήταν ακριβώς η έξοδός του από τη νεότερη εθνική ιδεολογία, τον εθνικολαϊκισμό, που τον κατέστησε διανοούμενο πρώτης γραμμής.
Πεπεισμένος τότε από τον Καστοριάδη για τη «φαντασιακή θέσμιση της κοινωνίας» μεταπήδησα με μεγάλη ευκολία στην πολιτισμική ερμηνευτική του Ράμφου. Υποψιαζόμουν ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά δεν είναι μόνο εγωισμοί και συμφέροντα, αλλά και, κυρίως, αξίες και νοοτροπίες. Ο έρωτάς μου για την πολιτισμική ανθρωπολογία, εννοώντας κατ’ ουσίαν τις θρησκευτικές πίστεις ενός λαού, ήρθε και έδεσε με τις τοτινές ρηξικέλευθες έρευνες του Ράμφου στον νεότερο ελληνικό ψυχισμό. Ο ίδιος θα αναγνωρίσει επανειλημμένα τις οφειλές του στην επιστήμη της Ανθρωπολογίας. Είναι αυτή που θα τον βοηθήσει να κατέβει από την υψηλή θεωρία των μοναχών για να προσγειωθεί στον ταπεινό βίο των χωρικών. Αν οι μοναχοί όμως είναι τόσο μπροστά γιατί οι χωρικοί μένουν τόσο πίσω; Κάτι πάει στραβά στη μετάφραση ή είναι λάθος το ίδιο το μήνυμα; Ή και τα δύο; Όπως και να ’χει, η Ορθοδοξία αναδεικνυόταν σταδιακά στον κομβικότερο παράγοντα διαμόρφωσης της ελληνικής κοσμοθέασης. Σε μια περίοδο απότομης υποχώρησης του θρησκεύεσθαι και δαιμονοποίησής του ως σκοταδιστικού, ο Ράμφος επέμενε αταλάντευτα ότι καλογερικά κείμενα όπως το Γεροντικό και η Φιλοκαλία αποτελούν ανεκτίμητα ερμηνευτικά κοιτάσματα για τη συμπεριφορά των σύγχρονων Ελλήνων.
Είχαν περάσει άλλωστε αρκετά χρόνια από τότε που επιδιδόταν σε βαριές ταξικές αναλύσεις, αιχμάλωτος του νεανικού του επαναστατισμού. Το πρόβλημα της Ελλάδας, έλεγε τώρα, δεν μπορούσε στα σοβαρά να εξαντληθεί στην ισχύ 2-3 χιλιάδων πάμπλουτων οικογενειών. Είναι πολύ πιο βαθύ, και θα έπρεπε επιτέλους να αρχίσουμε έστω να υποψιαζόμαστε αυτό το βάθος. Τον άνθρωπο δεν τον κρίνουν τα χρήματά του αλλά τα μυαλά του. Εφιστούσε την προσοχή μας στις κοινές εκείνες αντιλήψεις που φέρνουν πλούσιους και φτωχούς, αριστερούς και δεξιούς, πιστούς και άθρησκους, πολύ κοντά, που τέμνουν δηλαδή τις Ελληνίδες και τους Έλληνες οριζόντια. Άυλα πολιτισμικά στοιχεία αποτελούσαν τα αξιοζήλευτα ερευνητικά του εργαλεία: θρησκευτικές δοξασίες, χρονικές αισθήσεις, όνειρα.
Πώς μπορεί να εξηγηθεί, αναρωτιόταν τώρα ο Ράμφος, ότι η πλειονότητα ίσως των συμπολιτών μας, ανεξαρτήτως πάντα της κοινωνικοστρωματικής τους θέσης, θεωρούν τον εαυτό τους θύμα, το Κράτος εχθρό, την ελευθερία επικίνδυνη, την ανισότητα άδικη, τη νεολαία ασεβή, τα γηρατειά τιμημένα, την εργασία δουλεία, τον τίμιο ταλαίπωρο, τα λεφτά βρώμικα, την οικογένεια αγία, την παρέα λατρεία, την τεχνολογία διαβολική, τη διαφορετικότητα πρόβλημα, την αλλαγή φόβητρο, τον λαό αθώο, τους αγώνες δίκαιους, τους πολιτικούς κλέφτες, τους αστυνομικούς μπάτσους, τους ομόφυλους πούστ…, τις γυναίκες πουτ…, τον Αριστερό καλό, τον Δεξιό κακό, την πρόοδο καλή, τη συντήρηση κακή, τον φασισμό κακό, τον κομουνισμό καλό, τον Θεό Μέγα Προστάτη, το μέλλον εφιαλτικό, το παρελθόν ειδυλλιακό, τη ζωή ρημάδα;
Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε προνομιούχους που το παίζουν φτωχαδάκια; Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε την ανθεκτικότητα του κομουνισμού και του αναρχισμού στη χώρα μας; Αποτελούν τα εν λόγω επαναστατικά κινήματα εκκοσμικευμένα παραπαίδια του χριστιανισμού; Αποτελούν δηλαδή περιπτώσεις κοσμικών θρησκειών χωρίς Θεό; Είναι οι Δεξιοί η παραδοσιοκρατική πτέρυγα του χριστιανισμού (Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια); Είναι οι Αριστεροί η χιλιαστική-εσχατολογική πτέρυγα (ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός εδώ και τώρα, ακόμα και με τη βία αν χρειαστεί);
Η θρησκεία, πίστευε ακράδαντα ο Ράμφος, η Ορθοδοξία στην περίπτωσή μας, είναι ένα σοβαρό και απαράκαμπτο σκέλος της απάντησης σε τέτοιου τύπου ερωτήματα. Σε ποια Ορθοδοξία όμως αναφερόμαστε; Μάλλον εδώ εννοούμε ακριβέστερα την Ελληνορθοδοξία, με έμφαση δηλαδή στο πρώτο συνθετικό. Αυτό το περίεργο υβρίδιο στο οποίο ο παγανισμός –το αρχαϊκό, προχριστιανικό στοιχείο– διαθέτει ισχυρή βάση. Ώρες ώρες διαισθάνομαι ότι η Ορθοδοξία είναι ο χριστιανισμός εκείνος που δεν πιστεύει στον εαυτό του, που δεν πιστεύει στην κοσμομεταμορφωτική του δυναμική, που νομίζει ότι είναι μια ακόμα θρησκεία ανάμεσα στις άλλες, που δεν έχει αποκαθαρθεί επαρκώς από το παγανιστικό στοιχείο, που δεν έχει μεταρρυθμιστεί.
Ίσως, το πρόβλημά μας να μην συνίσταται εν τέλει μόνο σε μια «ματαιωμένη Αναγέννηση» στον ύστερο μεσαίωνα, αλλά πρωταρχικότερα σε έναν «ματαιωμένο εκχριστιανισμό» στην ύστερη αρχαιότητα. Αν ο χριστιανισμός αποτέλεσε τη βασιλική οδό για την είσοδο στον νεότερο κόσμο, το πρόβλημά μας δεν είναι τόσο ότι δεν περάσαμε Αναγέννηση και Διαφωτισμό, όσο ότι δεν περάσαμε Θρησκευτική Μεταρρύθμιση ή μάλλον Παπική Επανάσταση. Μήπως τελικά, αυστηρά μιλώντας, εμείς οι Έλληνες «ουδέποτε υπήρξαμε χριστιανοί»; Μήπως, σύμφωνα με το ιερόσυλο αυτό σκεπτικό, ένας «αφυπνισμένος» αριστερός (η αδικία μπορεί και πρέπει να καταπολεμάται σε κάθε εκδήλωσή της) είναι πιο χριστιανός από έναν «(εφ)ησυχασμένο» Ορθόδοξο (έχει ο Θεός);
Οι θρησκείες, ισχυριζόταν ο σπουδαίος διανοητής, δεν είναι αστείο πράγμα. Είναι αυτές που έχουν αναλάβει να δώσουν τις απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής. Χρειάζεται να ειπωθεί κάτι γλαφυρότερο προκειμένου να εκτιμηθεί η βαρύνουσα και πανταχού παρούσα επιδραστικότητά τους; Οι θρησκείες έχουν προκαθορίσει εδώ και χιλιετίες τα μεγα-νοήματα για εμάς. Δεν μπορούν να παρακαμφθούν ελαφρά τη καρδία. «Ο Θεός πέθανε» αλλά τα ίχνη του είναι παντού. Έργο μας η κριτική επανερμηνεία των θρησκευτικών ή ευρύτερα μεταφυσικών μας επινοήσεων προκειμένου να μας υπηρετούν και όχι να τις υπηρετούμε. Να μην μένουμε δηλαδή παθητικοί υποδοχείς των παλαιότερων επινοήσεών μας, αλλά να τις αναβαπτίζουμε στο φως των εκάστοτε νεότερων εξευγενισμένων επιθυμιών μας.
Ο Ράμφος διάβαζε πάρα πολύ, και όσο διάβαζε άλλαζε. Έβρισκε τα κενά κάθε παράδοσης και, διανοίγοντάς τα, μεταφερόταν σε κάποιο ξέφωτο, και πάλι από την αρχή. Δεν είναι και λίγες οι στροφές του. Συνοπτικά, και πρόχειρα, η διανοητική του περιπέτεια είχε πέντε σταθμούς: μαρξισμός, πλατωνισμός, ορθοδοξισμός, φιλελευθερισμός, συντηρητισμός. Ως εν μέρει έστω «ομοιόστροφός» του, δεν θα μπορούσα βεβαίως να τον ψέξω. Σε μια χώρα που το να μην αλλάζεις γνώμη αποτελεί πηγή αυτάρεσκης περηφάνειας (π.χ. κάποτε αριστερός, πάντοτε αριστερός), τρέφω μια ιδιαίτερη συμπάθεια για τους απανταχού αποστάτες. Αν είμαστε με το άτομο, θα πρέπει να είμαστε και με την απεριόριστη διανοητική του ελευθερία, έως τον θάνατο. Όποιος δεν συλλογάται αναστοχαστικά, δεν συλλογάται ελεύθερα. Αυτό όμως για το οποίο θα μπορούσα να τον επιπλήξω ήταν ότι δεν αυτοπιστωνόταν τις αλλαγές του, σαν να ένιωθε άβολα. Ποτέ δεν το κατάλαβα.
Αν η θρησκευτική ανάλυση αποτέλεσε αρχικά μια ερμηνευτική αποκάλυψη, σιγά σιγά μετατρεπόταν σε βραχνά. Η υπερεστίαση του Ράμφου στη βαθιά ψυχική υποδομή των Ελλήνων τον έκανε κατά βάση απαισιόδοξο για τη μελλοντική τους πορεία. Η καταληκτική του απόφανση συμπυκνωνόταν μέσες άκρες σε ένα «Έλληνα, δεν θα γίνεις ευρωπαίος ποτέ». Τελικά, ο Ελληνισμός «υπάρχει σαν μοίρα»; Πίστευε ότι κάτω από τις επιφανειακές τρικυμίες, ο βυθός παρέμενε μακάριος στην αταραξία του. Όταν αναφερόμουν, για παράδειγμα, στα πρόσφατα κινήματα για την καταπολέμηση της σεξουαλικής παρενόχλησης με προέτρεπε να μην ενθουσιάζομαι: «Περίμενε να τους δεις όλους αυτούς όταν τριανταρίσουν».
Δεν ήταν όμως όλα τόσο μαύρα. Η χώρα μας, παρ’ όλες τις τρανταχτές και πανθομολογούμενες αγκυλώσεις της, άλλαζε και αλλάζει αδιανόητα. Όσοι είναι τουλάχιστον πενήντα ετών και έχουν προλάβει την παλαιά Ελλάδα, δεν μπορεί να μην το βλέπουν. Τι σχέση έχουν τα σύγχρονα μοντέλα οικογένειας ή τα σύγχρονα δημόσια σχολεία με τα αντίστοιχα των μόλις προηγούμενων δεκαετιών; Καμία! Ναι, υπάρχουν στοιχεία αποσάθρωσης, ακόμα και κατάρρευσης, αλλά ούτε για αστείο δεν θα ήθελα να ζούσα ούτε καν χθες. Παρόλα τα διαζύγια, παρ’ όλη την αμορφωσιά, η νεολαία είναι καλύτερη από εμάς, πλουσιότερη σε ευαισθησίες! Οι όποιοι δράστες αναφέρονται επιτέλους ως «φερόμενοι δράστες». Ποτέ ξανά το τεκμήριο αθωότητας δεν ήταν τόσο απαιτητό και σεβαστό. Οι υπό δικαστική διερεύνηση πολιτικοί δεν είναι, όπως παλιά, αυτόματα «κλέφτες», δεν είναι καν «κατηγορούμενοι», είναι «ελεγχόμενοι». Υποτιμητικά σχόλια εναντίον των γυναικών στον δημόσιο χώρο αναγνωρίζονται άμεσα και καταδικάζονται χωρίς περιστροφές. Τα κοινωνικά και επικοινωνιακά ήθη εξευγενίζονται σε συγκινητικό βαθμό. Για ποια τοξικότητα μιλάμε;
Μια ομάδα αξιόλογων μελετητών άρχισε τα τελευταία χρόνια να παραδέχεται ότι η Ελλάδα είναι μια ιστορία επιτυχίας, μια χώρα εν τέλει νεοτερική, παρόλες τις παραδοξότητές της. Οι ερμηνευτικές οπτικές ανακαινίζονται. Η Ελλάδα λογίζεται πλέον ως χώρα «παραδόξως νεοτερική», αν και, σε μεγάλο βαθμό, εξ αντανακλάσεως των ευρωπαϊκών επιρροών. Οι αριστεροδεξιές μεμψίμοιρες αποτιμήσεις παλαιότερων εποχών (η Ελλάδα προτεκτοράτο, η Ελλάδα μπανανία, η Ελλάδα πέθανε) αναθεωρούνται. Η χώρα μας άλλαζε συγκλονιστικά, για να αναφερθούμε μόνο στην πιο πρόσφατη ιστορία, ήδη από την κοσμοϊστορική δεκαετία του ’60. Μια δεκαετία ωστόσο που ο Ράμφος ταύτιζε προσφάτως μονοσήμαντα, και άδικα, με την ανορίωτη απελευθέρωση της επιθυμίας. Τι να πούμε για τη δεκαετία του ’80! Τη δεκαετία, σίγουρα, του μεγάλου λαϊκισμού, αλλά και, πολύ σπουδαιότερα, των καινοφανών αιτημάτων της μεσοστρωματικής ατομικής αυτοπραγμάτωσης. Όποιος εμμένει στην ελεεινολογία του πασοκικού λαϊκισμού χάνει τη μεγάλη παράλληλη ανορθωτική εικόνα.
Για να πάμε και ακόμα πιο πίσω, η Ελλάδα άλλαζε ήδη από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα με την εισδοχή των νεοτερικών ιδεολογιών (κομουνισμός, σοσιαλισμός, φιλελευθερισμός). Άλλαζε ήδη από τα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα με τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό. Άλλαζε ακόμα και μέσα στο Βυζάντιο με τις αλλεπάλληλες Αναγεννήσεις. Και προφανώς άλλαζε μέσα στην αρχαιότητα με τα αλλεπάλληλα επικά επεισόδια της «ανακάλυψης του πνεύματος». Η υπόθεση μιας συνεχώς προοδεύουσας Ελλάδας είναι υποστηρίξιμη. Τέλος, είμαστε αρκετά τυχεροί και προνομιούχοι για να ζούμε στα δημοκρατικότερα, τα ειρηνικότερα, τα πλουσιότερα και, το κυριότερο, τα πιο φιλελεύθερά μας χρόνια: τα μεταπολιτευτικά, τα «καλύτερά μας χρόνια». Χρειαζόμουν απεγνωσμένα μια ανάλυση που να τιμά την αλλαγή, και δεν την έβρισκα στον μικρό μου θεό.
Τα πράγματα έγιναν ακόμα πιο άβολα μετά τη νομοθεσία για τον γάμο των ομοφύλων. Αν η επίσκεψη του Ράμφου στο Πρίνστον τον έστρεψε στον φιλελευθερισμό, η ψήφιση του νόμου για την ισότητα στον γάμο τον έστρεψε στον συντηρητισμό. Η σφοδρή του εναντίωση (συζητήσιμη προφανώς) σηματοδοτεί την τελευταία του μεγάλη στροφή, αναστροφή για την ακρίβεια. Η απογοήτευσή του ήταν τέτοια που παρέσυρε στο διάβα της όλα τα έως πρόσφατα προσφιλή του ζητήματα, αυτά ακριβώς που με τόσο διανοητικό μόχθο και «ξύλο» είχε κατακτήσει: Δύση, φιλελευθερισμός, δικαιώματα. Και κάπου εκεί άρχισε το ξήλωμα του εκσυγχρονιστικού τρόπου σκέψης. Η Δύση διέρχεται σοβαρή κρίση, αν δεν παρακμάζει κιόλας. Ο δικαιωματιστικός φιλελευθερισμός είναι ο νέος ολοκληρωτισμός. Τα δικαιώματα εναντιώνονται στη Δικαιοσύνη! Τα πλέον πρόσφατα κύματα δικαιωματισμού δεν αποτελούν θεμιτή προέκταση των προηγουμένων, αλλά τραγική τους παρεκτροπή. Οι απαξιωτικές αναφορές σε «γουοκισμό» (αφυπνισμό) και λοατκισμό πλήθαιναν. Οι εκτιμήσεις μας απέκλιναν ολοένα και περισσότερο.
Εδώ, θα περιοριστώ μόνο στο αγαπημένο, κοινό μας πεδίο αναζήτησης, τη θρησκεία. Οι λατρεμένοι του (έως τότε) Διαμαρτυρόμενοι, πρωτοδιδάσκαλοι της ευθύνης, είχαν καταστεί πια παράγοντας γενικευμένης αποσταθεροποίησης. Η αέναη διεκδίκηση δικαιωμάτων δεν έκανε τίποτα άλλο από το να παροξύνει τον εγωισμό και να οδηγεί στο χάος. Αυτοί που μέχρι χθες ήταν αξιομίμητο πρότυπο εξέπεσαν σε τρομακτικό φόβητρο. Οι Διαμαρτυρόμενοι σε τελική ανάλυση το παράκαναν. Γείωσαν επικίνδυνα το θρησκευτικό στοιχείο: «χαμός στο ίσωμα». Εκεί, που μέχρι τελείως πρόσφατα, ο Ράμφος θεωρούσε ότι οι Διαμαρτυρόμενοι εσωτερίκευσαν αυτόνομα την ηθική καθιστώντας την καθημερινό κεκτημένο, τώρα τους κατηγορούσε ότι την εγκλώβισαν στην απομεταφυσικοποιημένη πρακτική της.
Σε αυτές τις συνθήκες, τις σημερινές, και πάντα σύμφωνα με τον Ράμφο, η Ορθοδοξία αναδεικνύεται περίλαμπρα ως αυτό που ανέκαθεν ήταν: η πνευματική αριστοκρατία της χριστιανοσύνης. Ως τέτοια, μπορεί να αναλάβει εκ νέου σωστικό ρόλο για τη Δύση! Η ανάλυσή του συνέκλινε, σοκαριστικά πλέον για εμένα, με την αντίστοιχη, τη διά βίου ασάλευτη και αμετάστροφη, του άλλου μεγάλου, του αείμνηστου Γιανναρά, όπως βεβαίως και με την ακριβώς προηγούμενη δική του, τη νεοορθόδοξη. Ίσως τώρα, «εκεί ψηλά», ο Γιανναράς να επιπλήττει «σταλεγακικά» τον Ράμφο: «Σ’ τα ’λεγα, Στέλιο μου, δεν σ’ τα ’λεγα; Αν κάνεις την παραμικρή παραχώρηση στην έννοια των δικαιωμάτων, είναι σαν να ανοίγεις τις πύλες της κολάσεως. Μην τσιμπάς, φίλε. Θα εκτεθείς και θα το μετανιώσεις. Το “ασάλευτο παρόν” θα επιβιώσει του “επιταχυντικού μέλλοντος”. Κάτσε και θα δεις».
Βλέπω τα πράγματα αλλιώς. Μένω πιστός, προσώρας έστω, στις προηγούμενες αναλύσεις του, τις φιλελεύθερες, που τόσο με ενέπνευσαν και τόσο συνεχίζουν να με εμπνέουν. Η Ορθοδοξία έχει κρατημένο μεν το όνομα, αλλά δεν έχει τη χάρη. Ωραία λόγια, υψιπετείς θεολογίες, αλλά από πράξη τίποτα. Παραμένει εκτός κόσμου, τον κοιτά δύσπιστα και συγκαταβατικά, είναι μη μου άπτου. Είναι πράγματι αριστοκρατική, αλλά με μια καθαρά αρνητική έννοια. Οι Διαμαρτυρόμενοι, ούτε αυτόματα, ούτε ανέφελα, μπήκαν τουλάχιστον στο παιχνίδι της αλλαγής του κόσμου. Έμπλεξαν με τα πίτουρα και, ναι, τους τρώνε οι κότες, αλλά δεν σταματούν να προχωρούν και να αναθεωρούν. Τα χέρια τους δεν είναι «βρώμικα», είναι απλώς δουλεμένα.
Οι φιλελεύθεροι Διαμαρτυρόμενοι γεννούν το ένα ζήτημα μετά το άλλο. Δεν τους προλαβαίνουμε καν: δικαιώματα της γυναίκας, δικαιώματα της νεολαίας, δικαιώματα του παιδιού, δικαιώματα της τρίτης ηλικίας (αντι-ηλικισμός), δικαιώματα των σεξουαλικών μειονοτήτων (λοάκτι), δικαιώματα των ψυχασθενών, δικαιώματα των ζώων και της φύσης (αντιειδισμός), δικαιώματα των μικρών εθνών (αντι-αποικιοποίηση), ενδοοικογενειακή κακοποίηση, γυναικοκτονίες, σωματική θετικότητα, αντι-εκφοβισμός, αντικαπνιστικοί νόμοι, απαγόρευση πρόσβασης των εφήβων στα κοινωνικά δίκτυα, ευθανασία. Εμβαθύνουν και διευρύνουν συνεχώς το πεδίο του ηθικού πράττειν, βελτιώνοντας τον πραγματικό κόσμο με χειροπιαστό τρόπο.
Στις ζωές μας, υπάρχουν κάποια γεγονότα που λειτουργούν αποκαλυπτικά, που μας ανοίγουν τα μάτια. Για τον Ράμφο, ένα τέτοιο γεγονός ήταν ο γάμος των ομοφύλων. Η πολυαγαπημένη του «διεύρυνση του πεδίου των δυνατοτήτων» είχε γίνει πλέον εφιάλτης. Ανησυχούσε ότι άνοιγε διάπλατα ο δρόμος για τον μετανθρωπισμό. Το χριστιανικό «έσχατο» (η έφοδος στον Ουρανό) επιβάλλεται να συγκρατηθεί από το αρχαιοελληνικό «μέτρο» (η ζωή είναι τραγική, ό,τι ανεβαίνει κατεβαίνει). Η «Αθήνα» είναι μήπως τελικά προτιμότερη από την «Ιερουσαλήμ»; Ας σκεφτούμε την τελευταία αυτή διαθήκη του εξαιρετικού μας συγγραφέα ως προτροπή για μια κάποια επιβράδυνση.
Αν και η Ελλάδα διαθέτει μια υπερτρισχιλιετή ιστορία υψηλού πολιτισμού, δεν διαθέτει ακόμη, από ό,τι γνωρίζω, μια περιεκτική μελέτη επικεντρωμένη στην πολιτισμική της ιστορία. Δεν διαθέτουμε δηλαδή μια συνθετική μελέτη της ιστορίας των νοοτροπιών μας σε ολόκληρο το ιστορικό μας εύρος. Όταν αυτή επιτέλους γραφτεί, ερωτήματα, ενοράσεις και προτάσεις της ραμφικής ερμηνευτικής θα διακρίνονται σε περίοπτη θέση. Αντίο Δάσκαλε!
