Η αντιπαράθεση Ελλάδας–Τουρκίας για το τουρκολιβυκό μνημόνιο μεταφέρθηκε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, κατά τη διάρκεια της ελληνικής Προεδρίας, αναδεικνύοντας για ακόμη μία φορά τη θεμελιώδη διαφορά των δύο χωρών ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας.
Στην ανοικτή συνεδρίαση της 29ης Οκτωβρίου 2026, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε το τουρκολιβυκό μνημόνιο παράνομο, αυθαίρετο και αντίθετο στις θεμελιώδεις αρχές του Δικαίου της Θάλασσας. Υπογράμμισε ότι η συμφωνία αγνοεί την ύπαρξη και τα δικαιώματα ελληνικών νησιών, όπως η Κρήτη, η Ρόδος, η Κάρπαθος και η Κάσος.
Η τουρκική απάντηση, διά του μόνιμου αντιπροσώπου της στον ΟΗΕ, Αχμέτ Γιλντίζ, υπερασπίστηκε το μνημόνιο του 2019, υποστηρίζοντας ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν είναι δικαστικό όργανο αρμόδιο να οριοθετεί θαλάσσιες ζώνες. Παράλληλα, η Άγκυρα επανάφερε την πρόταση Ερντογάν για Διάσκεψη της Ανατολικής Μεσογείου, επιδιώκοντας να εντάξει στη συζήτηση και την αποκαλούμενη «Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου».
Η ελληνική θέση είναι σαφής: το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος τρίτων κρατών, ούτε να καταργεί τα δικαιώματα που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Η γεωγραφία δεν μπορεί να παρακάμπτεται με διμερείς συμφωνίες μεταξύ κρατών που δεν διαθέτουν αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές στην περιοχή της συγκεκριμένης οριοθέτησης.
Ωστόσο, πίσω από τη δημόσια αντιπαράθεση των νομικών επιχειρημάτων αναδύεται ένα πολύ σοβαρότερο γεωπολιτικό ζήτημα: η Τουρκία επιχειρεί να μετατρέψει μια αμφισβητούμενη και, κατά την ελληνική θέση, νομικά ανυπόστατη συμφωνία σε διαρκές εργαλείο πολιτικής και διπλωματικής πίεσης.
Η Άγκυρα δεν χρειάζεται να εξασφαλίσει τη διεθνή αναγνώριση του μνημονίου για να επιδιώξει την επιβολή του στην πράξη. Της αρκεί να συντηρεί την αμφισβήτηση και να παρεμποδίζει δραστηριότητες ....
Εδώ βρίσκεται και το όριο της ελληνικής διπλωματικής επιχειρηματολογίας.
Η Ελλάδα στηρίζει τις θέσεις της στη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982 (UNCLOS), την οποία έχουν κυρώσει 172 κράτη. Η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος, ενώ ούτε οι ΗΠΑ ούτε το Ισραήλ έχουν κυρώσει τη Σύμβαση. Η Ουάσιγκτον, ωστόσο, αναγνωρίζει ότι σημαντικές διατάξεις της αντανακλούν εθιμικό διεθνές δίκαιο και δεσμεύουν τα κράτη ανεξαρτήτως συμμετοχής τους στη Σύμβαση.
Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ελληνική διπλωματία οφείλει να υπερασπίζεται τη Σύμβαση, αλλά συγχρόνως να τεκμηριώνει τον εθιμικό χαρακτήρα των σχετικών κανόνων. Δεν μπορεί να θεωρεί αυτονόητη την πολιτική υποστήριξη των συμμάχων της. Άλλο η νομική ισχύς ενός επιχειρήματος και άλλο η πολιτική βούληση τρίτων κρατών να το υποστηρίξουν όταν διακυβεύονται δικά τους συμφέροντα. Το Διεθνές Δίκαιο παρέχει το θεσμικό πλαίσιο. Δεν εξασφαλίζει, από μόνο του, την πολιτική εφαρμογή του.
Στο ίδιο γεωπολιτικό περιβάλλον εντάσσεται και η προσπάθεια της Άγκυρας να προσεγγίσει την Αίγυπτο. Μια ενδεχόμενη τουρκοαιγυπτιακή συνεννόηση για τις θαλάσσιες ζώνες θα μπορούσε να μεταβάλει τους περιφερειακούς συσχετισμούς και να περιορίσει τα διπλωματικά περιθώρια της Αθήνας. Δεν πρόκειται για προδιαγεγραμμένη εξέλιξη, αλλά για ενδεχόμενο που επιβάλλει αυξημένη διπλωματική εγρήγορση. Η Αίγυπτος, παρά τη στρατηγική σχέση με την Ελλάδα, δεν έκλεισε τη «πόρτα» στην Τουρκία. Αν ευοδωθεί η συνεννόηση της Τουρκίας με την Αίγυπτο, για τις θαλάσσιες ζώνες της Ανατολικής Μεσογείου, θα πρόκειται για δυσμενή εξέλιξη για Ελλάδα και Κύπρο.
Το καλώδιο Κρήτης–Κύπρου ως πραγματική δοκιμασία
Η αντιπαράθεση αποκτά πλέον και συγκεκριμένη επιχειρησιακή διάσταση με την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου (Great Sea Interconnector – GSI).
Το γαλλικής σημαίας πλοίο Abeille Marengo βρίσκεται στο λιμάνι του Ηρακλείου, εν αναμονή της έκδοσης της ελληνικής NAVTEX, προκειμένου να πραγματοποιήσει τις υποθαλάσσιες έρευνες για την ηλεκτρική διασύνδεση.
Η εκκρεμότητα αυτή δεν είναι απλώς τεχνική. Συνδέεται με την τουρκική αμφισβήτηση των θαλάσσιων δικαιοδοσιών και με την προσπάθεια της Άγκυρας να αποκτήσει λόγο σε δραστηριότητες που αφορούν την ενεργειακή και στρατηγική σύνδεση Ελλάδας και Κύπρου.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στους χειρισμούς της γαλλικής πλευράς. Έχει δημοσιοποιηθεί ότι η Τουρκία θα ενημερωθεί για τις προγραμματισμένες έρευνες. Προσοχή, αν οποιαδήποτε διαδικασία που θα προσέδιδε στην Άγκυρα ρόλο συναίνεσης ή αδειοδότησης θα δημιουργούσε σοβαρό πολιτικό και διπλωματικό προηγούμενο εις βάρος των ελληνικών θέσεων.
Η Γαλλία είναι στρατηγικός σύμμαχος της Ελλάδας. Η συνεργασία των δύο χωρών, όμως, οφείλει να αποτυπώνεται και στην πράξη, ιδιαίτερα όταν διακυβεύονται στρατηγικές υποδομές και κυριαρχικά δικαιώματα. Η αποφυγή ενός επεισοδίου είναι θεμιτή επιδίωξη. Η έμμεση αναγνώριση δικαιωμάτων που η Ελλάδα δεν αποδέχεται είναι εντελώς διαφορετική υπόθεση, βλαπτική για τα ελληνικά συμφέροντα.
Η αξιοπιστία των στρατηγικών συμμαχιών δεν κρίνεται μόνο στις διακηρύξεις, αλλά και στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων προκλήσεων.
Από την επίδειξη ισχύος στην αποτροπή
Υπάρχει, τέλος, μια διάσταση που αφορά τον πυρήνα της ελληνικής εθνικής στρατηγικής.
Η στρατιωτική ισχύς δεν είναι επικοινωνιακό θέαμα. Είναι το πραγματικό αντίβαρο στις απειλές, τα τετελεσμένα και τις διπλωματικές πιέσεις.
Οι εντυπωσιακές στρατιωτικές παρελάσεις και η προβολή των εξοπλιστικών δυνατοτήτων της χώρας έχουν αναμφίβολα συμβολική και επιχειρησιακή αξία. Όμως, η στρατιωτική ισχύς δεν οικοδομείται για τις εξέδρες των επισήμων ούτε εξαντλείται στις τηλεοπτικές εικόνες. Η πραγματική της αξία μετριέται στην αποτρεπτική της αποτελεσματικότητα, στη δυνατότητα να ακυρώνει αναθεωρητικές επιδιώξεις και να μετατρέπει τη διπλωματική θέση της χώρας σε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα.
Αυτό προϋποθέτει ενιαία εθνική στρατηγική, με την άμυνα, τη διπλωματία, τις διεθνείς συμμαχίες και την ενεργειακή πολιτική να λειτουργούν ως αλληλοσυμπληρούμενοι πυλώνες ισχύος.
Γιατί, τελικά, δεν αρκεί να επιδεικνύεις στρατιωτική ισχύ. Πρέπει να διαθέτεις την πολιτική βούληση, τη στρατηγική συνοχή και την επιχειρησιακή ετοιμότητα να την αξιοποιήσεις. Διαφορετικά, οι παρελάσεις εντυπωσιάζουν, αλλά τα τετελεσμένα παραμένουν.
