Πολλοί από αυτούς μπορούν να στελεχώσουν με αξιώσεις μια μεγάλη ιδιωτική επιχείρηση και, με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης, να σταθούν σε οποιοδήποτε πάνελ, ενισχύοντας το δημόσιο προφίλ τους. Η διαπίστωση αφορά τόσο τα στελέχη της κεντρικής πολιτικής σκηνής όσο και τους αιρετούς της αυτοδιοίκησης, στους οποίους αξίζει να σταθούμε ιδιαίτερα.
Αρκετοί παλαιότεροι αυτοδιοικητικοί δεν διέθεταν ούτε τα τυπικά προσόντα που απαιτούνταν για μια διευθυντική θέση στο Δημόσιο. Αγνοούσαν τις ξένες γλώσσες και τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Είχαν όμως δύο σημαντικά πλεονεκτήματα. Τη στενή σύνδεση με την τοπική κοινωνία και την πολιτική εμπειρία που αποκτούσαν μέσα από τα μαζικά κόμματα. Γνώριζαν τις κοινωνικές ανάγκες, τις ιδιαιτερότητες της δημόσιας διοίκησης και τα περιθώρια αποτελεσματικής λειτουργίας της.
Ανάλογη ήταν η κατάσταση και στις αυτοδιοικητικές υπηρεσίες. Οι υπάλληλοι διέθεταν λιγότερα τυπικά προσόντα από τους σημερινούς συναδέλφους τους. Παρ' όλα αυτά, η συνεργασία του πολιτικού προσωπικού με τον διοικητικό μηχανισμό μπορούσε να αποδώσει εξαιρετικά αποτελέσματα, εφόσον υπήρχε κοινή αντίληψη για τις ανάγκες της κοινωνίας.
Σήμερα, παρά τη συσσώρευση πτυχίων και δεξιοτήτων, η αποτελεσματικότητα συχνά υπολείπεται των προσδοκιών. Οι πολύχρονες σπουδές και η επαγγελματική διαδρομή μέσα σε κλειστά περιβάλλοντα φαίνεται ότι απομακρύνουν αρκετούς νέους πολιτικούς από την κοινωνική πραγματικότητα. Δημιουργείται έτσι ένας μικρόκοσμος ακαδημαϊκής και διοικητικής ελίτ, που δυσκολεύεται να κατανοήσει τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών. Αντιθέτως, αντιλαμβάνεται άριστα τις προϋποθέσεις διατήρησης της εξουσίας.
Παράλληλα, η συνεργασία των αιρετών με τις υπηρεσίες γίνεται συχνά δυσκολότερη. Πολιτικοί και διοικητικοί μηχανισμοί επιδιώκουν πρωτίστως τη διατήρηση και την ενίσχυση της θέσης τους. Η θεσμική αυτοσυντήρηση αποκτά προτεραιότητα έναντι του δημόσιου συμφέροντος, περιορίζοντας την αποτελεσματικότητα ενός συστήματος που διαθέτει περισσότερη γνώση από ποτέ.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επικοινωνία αναδεικνύεται σε κυρίαρχη πολιτική δραστηριότητα. Οι αυτοδιοικητικοί μετατρέπονται σε επαγγελματίες πανελίστες και πρωταγωνιστές των κοινωνικών δικτύων. Εκεί πράγματι διαπρέπουν. Στην παραγωγή ουσιαστικού έργου, όμως, οι επιδόσεις τους συχνά απογοητεύουν. Το χειρότερο είναι ότι το χάσμα ανάμεσα στους αιρετούς και την εκλογική τους βάση διευρύνεται. Και το πολιτικό κενό καταλαμβάνουν σταδιακά αντισυστημικές φωνές, που αξιοποιούν την πεποίθηση ολοένα περισσότερων πολιτών ότι οι επαγγελματίες της επικοινωνίας ενδιαφέρονται κυρίως για την επανεκλογή τους.
Το πρόβλημα επιτείνεται από την αποδυνάμωση της πολιτικής αντιπαράθεσης μέσα στα αυτοδιοικητικά συμβούλια. Οι συνεδριάσεις αντιμετωπίζονται συχνά ως τυπική διαδικασία επικύρωσης ειλημμένων αποφάσεων. Ελάχιστοι αιρετοί φαίνεται να θεωρούν πλέον τα δημοτικά και τα περιφερειακά συμβούλια ναούς της δημοκρατίας. Οι περισσότεροι προτιμούν τα τηλεοπτικά πάνελ και τα κοινωνικά δίκτυα για να εκθέτουν τις απόψεις τους, αποφεύγοντας την ουσιαστική αντιπαράθεση και τον δημόσιο έλεγχο των επιλογών τους.
