Και αυτή η επιλογή είναι ο άνθρωπος που πονάει, να απευθυνθεί στο Ιατρείο Πόνου του Νοσοκομείου και στα άλλα περίπου 50 Ιατρεία Πόνου που λειτουργούν σε νοσοκομεία της πατρίδας μας, για να λάβει τη φροντίδα και τη θεραπεία, να αντιμετωπίσει τον πόνο, που μπορεί επιπλέον να του προκαλεί μοναξιά και απομόνωση.
Οπως μας ενημερώνει η κ. Μάλλιου, το Ιατρείο Πόνου στο Νοσοκομείο Καλαμάτας άρχισε να λειτουργεί το 2017 και μας εξηγεί ότι “τα Ιατρεία Πόνου δημιουργήθηκαν από την ανάγκη να αντιμετωπίσουμε τον πόνο σαν ένα ιδιαίτερο σύμπτωμα των ασθενών και να τον αντιμετωπίσουμε ολιστικά, σε συνδυασμό με άλλες ειδικότητες βλέποντας όλο τον ασθενή. Γι’ αυτό τα Ιατρεία Πόνου υπάρχουν μέσα στα νοσοκομεία”.
Τα Ιατρεία Πόνου βρίσκονται κατά βάση κάτω από την εποπτεία των αναισθησιολόγων, διότι είναι η ειδικότητα που έχει συνάφεια με την αντιμετώπιση του πόνου.
Το Ιατρείο Πόνου στο Νοσοκομείο Καλαμάτας λειτουργεί μία φορά την εβδομάδα, κάθε Παρασκευή. “Αν κάποιος πάρει τηλέφωνο στο Νοσοκομείο θα μάθει πώς μπορεί να κλείσει ραντεβού”, αναφέρει η κ. Μάλλιου και παρατηρεί: “Δυστυχώς, οι ανάγκες είναι πολύ παραπάνω απ’ αυτό που εμείς μπορούμε να δώσουμε. Δηλαδή και 2 φορές την εβδομάδα να δούλευε, πάλι θα υπήρχε μεγάλη αναμονή. Η αναμονή για ραντεβού είναι γύρω στους 2 μήνες”.
Οι πόνοι που αντιμετωπίζονται, είναι κατά βάση μυοσκελετικοί, στη μέση, στα γόνατα, στους ώμους. Είναι οι νευροπαθητικοί πόνοι, δηλαδή οι πόνοι από έναν έρπη ζωστήρα, μεθερπητική νευραλγία, ινομυαλγία, ρευματοειδείς αρθρίτιδες, κεφαλαλγία διαφόρων αιτιολογιών και οι καρκινοπαθείς, οι οποίοι δυστυχώς είναι και αρκετοί και αντιμετωπίζονται σε συνεργασία με την ογκολόγο.
Οσον αφορά τον πόνο και τις κινήσεις για την αντιμετώπισή του, η κ. Μάλλιου σημειώνει ότι “ο πόνος είναι ένα σύμπτωμα, με το οποίο ο οργανισμός μας μάς βάζει σε ένα alert, μας λέει ότι κάτι συμβαίνει. Το πρώτο που θα κάνουμε, είναι να αναλύσουμε το σύμπτωμα. Να προσπαθήσουμε να διαγνώσουμε γιατί υπάρχει αυτός ο πόνος. Θα χρειαστούμε και τη βοήθεια άλλων γιατρών, θα χρειαστεί να παραπέμψουμε τον ασθενή σε μια άλλη ειδικότητα, έναν ενδοκρινολόγο, ρευματολόγο, ορθοπαιδικό, νευρολόγο για να μπορέσουμε να δώσουμε τη διάγνωση του πόνου. Το δεύτερο είναι να καταλάβουμε τον χαρακτήρα του πόνου. Ανάλογα με την ασθένεια και με τη δομή που πονάει, πονάμε διαφορετικά. Αν είναι οξύς, μας οδηγεί σε άλλη θεραπεία και σε άλλη διάγνωση. Αν αυτός ο πόνος είναι χρόνιος, αθεράπευτος οξύς, χρειάζεται μια άλλη αντιμετώπιση. Θα καθίσουμε και θα μιλήσουμε με τον ασθενή, για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τον πόνο του”.
Για τη μορφή, τις ψυχολογικές και τις επιπτώσεις του πόνου στη ζωή του ασθενούς, παρατηρεί: “Ο πόνος είναι ένα υποκειμενικό συναίσθημα, δεν μπορείς να δεις τον πόνο ενός ανθρώπου. Δηλαδή, λες ένας άνθρωπος έχει πυρετό. Θα βάλεις το θερμόμετρο και θα μετρήσεις τον πυρετό του. Ομως, ο πόνος είναι ένα συναίσθημα που είναι δύσκολο να καθοριστεί, να περιγραφεί. Δημιουργεί καταρχάς μια μεγάλη μοναξιά. Αν έχουμε έναν άνθρωπο που πονάει για πολύ καιρό και δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τον πόνο του, νοσεί από άγχος, νοσεί συναισθηματικά, νοσεί από μοναξιά. Οδηγείται σε κατάθλιψη, σε ανορεξία, σε αϋπνία και όλο αυτό το πράγμα κάνει έναν φαύλο κύκλο. Οσο περισσότερο πονάς, τόσο περισσότερο φοβάσαι, τόσο λιγότερο τρως, τόσο λιγότερο κοιμάσαι. Και όσο λιγότερο κοιμάσαι, δεν τρως καλά και φοβάσαι, τόσο περισσότερο πονάς”.
Επισημαίνει επίσης η κ. Μάλλιου ότι “αυτό που πρώτα ακούμε από τους ασθενείς μας, όταν αρχίζουν να μιλάμε για τον πόνο τους, είναι η ευχαρίστησή τους ότι κάποιος ασχολείται με τον πόνο τους. Οτι μοιράστηκαν αυτή τη μοναξιά τους”.
Η θεραπεία στο Ιατρείο Πόνου είναι συνδυαστική και με φάρμακα και με επεμβατικές τεχνικές και με βελονισμό. “Και λίαν συντόμως, περιμένουμε, έχει ανοίξει ο δρόμος να εφαρμόσουμε μια καινούργια τεχνική που λέγεται νευροδιάλυση, δηλαδή θα πλησιάσουμε με μία ειδική συσκευή το νεύρο εκεί ακριβώς που πονάει και θα αποκλείουμε το νεύρο για μεγαλύτερο διάστημα από το αισθητικό νεύρο”, αναφέρει η κ. Μάλλιου.
Το Ιατρείο Πόνου στο Νοσοκομείο Καλαμάτας έχει 35 με 40 ασθενείς τον μήνα. Από το 2017 μέχρι το 2023 είχαν περάσει 1.000 ασθενείς. Η λειτουργία του Ιατρείου μια φορά την εβδομάδα δεν φθάνει και συχνά οι γιατροί βλέπουν τους ασθενείς και κάποιες άλλες μέρες, όταν κάνουν μια επεμβατική πράξη και πρέπει να παρακολουθήσουν τον ασθενή.
Καταλήγοντας, η κ. Μάλλιου επισημαίνει πως “το μήνυμα είναι ότι η κοινωνία έχει φθάσει στη γνώση να αναγνωρίζει ότι ο πόνος χρειάζεται ειδική θεραπεία. Δεν είναι απαραίτητο πάσχοντας από μία ασθένεια, να διατηρήσουμε και τον πόνο. Μπορούμε πλέον σήμερα να μην έχουμε τον πόνο. Ακόμα και ο καρκίνος δεν πρέπει να πονάει. Εχουμε τα φάρμακα, έχουμε τη γνώση για να μην πονάει ένας ασθενής με καρκίνο. Οι άνθρωποι που πονούν δεν πρέπει να απογοητεύονται και να πιστεύουν ότι δεν θα μπορέσει να θεραπευτεί αυτός ο πόνος. Θα πρέπει να ψάξουν να βρουν τους ανάλογους ανθρώπους, να βρουν τα Ιατρεία Πόνου, για να προσπαθήσουν να τον αντιμετωπίσουν”.
Το αίτημα των αναισθησιολόγων είναι τα Ιατρεία Πόνου να ενταχθούν στα οργανογράμματα των νοσοκομείων. “Το παλιό οργανόγραμμα δεν είχε Ιατρείο Πόνου. Ζητάμε καινούργιο που να έχει Ιατρείο, να έχει και δική του χρηματοδότηση και να υπάρχει μία υπόσταση του Ιατρείου. Αυτό συμβαίνει σε όλη την Ελλάδα, ακόμα και σε μεγάλα Ιατρεία Πόνου στην Αθήνα”, παρατηρεί η κ. Μάλλιου. Επισημαίνει, ωστόσο, πως “όλα τα χρόνια από το 2017 μέχρι και σήμερα σε ό,τι έχουμε ζητήσει για το Ιατρείο Πόνου, μας έχουν βοηθήσει αφάνταστα οι διοικήσεις. Και γι’ αυτό έχουμε καταφέρει να έχουμε δει τόσους ασθενείς και να το διατηρούμε”.

Ο ΧΡΟΝΙΟΣ ΝΕΥΡΟΠΑΘΗΤΙΚΟΣ ΠΟΝΟΣ
Για τον χρόνιο νευροπαθητικό πόνο μας ενημερώνει η αναισθησιολόγος Χαρίκλεια Κουτούση.
Μας εξηγεί ότι “όλη αυτή η δομή στο χρόνιο νευροπαθητικό πόνο νοσεί, με αποτέλεσμα ένας ασθενής να πονάει από κάποιες κινήσεις, από τις οποίες ένας άλλος άνθρωπος δεν θα πονούσε. Δηλαδή, ένας άνθρωπος που πάσχει από ένα νευροπαθητικό πόνο, λόγω του ότι έχει περάσει έναν έρπη ζωστήρα και πάσχει από τη μεθερπητική νευραλγία, μπορεί να περνάει ο αέρας πάνω από το δέρμα του και αυτό να του προκαλέσει πόνο σαν να του έχεις βάλει ένα πυρακτωμένο σίδερο στις πλευρές του. Ο νευροπαθητικός πόνος έχει πολύ μεγάλη σημασία, γιατί υπάρχουν ασθενείς που ταλαιπωρούνται από αυτόν τον χρόνιο πόνο, διότι πιστεύουν ότι ο πόνος βρίσκεται μέσα στο κεφάλι τους”.
Παρατηρεί ακόμα ότι “επειδή είναι ένας πόνος που συνεχίζει για πολύ μεγάλο διάστημα και οι ασθενείς υποφέρουν τα μέγιστα με κατάθλιψη, αϋπνία, θα πρέπει οπωσδήποτε να απευθυνθούν σε Ιατρεία Πόνου, για να μπορέσουν να βρουν την αντιμετώπιση του πόνου τους. Αντιμετωπίζεται αυτός ο πόνος, υπάρχει πλέον η γνώση και όσο προχωράμε τόσο μεγαλύτερη γνώση κατακτάται”.
Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΜΕ ΒΕΛΟΝΙΣΜΟ
Στη θεραπεία με βελονισμό αναφέρεται η αναισθησιολόγος Χριστίνα Βέργη. Επισημαίνει πως “ο βελονισμός είναι μία συμπληρωματική θεραπεία, πάρα πολύ ασφαλής και αποτελεσματική. Με βάση την ελληνική νομοθεσία πρέπει να την εφαρμόζουν μόνο οι γιατροί”. Κι εξηγεί ότι “αντιμετωπίζουμε ουσιαστικά τους ασθενείς που έχουν και χρόνιο και οξύ πόνο, με τη διείσδυση βελονών σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος, που τα ονομάζουμε ενεργειακά κανάλια, με σκοπό να επανέλθει ο οργανισμός σε μια ισορροπία, σε μία ομοιόσταση.
Τέλος σημειώνει ότι “έχουμε πάρα πολλούς ασθενείς που έχουν θεραπευτεί κατά κύριο λόγο με τον βελονισμό. Εχουν έρθει σε μας, γιατί δεν έχουν βρει θεραπεία με κάποια άλλα συμβατικά φάρμακα. Είναι μία θεραπεία που τη συνιστούμε σε πάρα πολλές παθήσεις, καθώς δεν έχει καμία παρενέργεια. Το σημαντικό είναι ότι οι ασθενείς παίρνουν ικανοποίηση, γιατί μειώνεται και η ένταση του πόνου και η συχνότητα που βλέπουμε στις ημικρανίες. Γενικά είναι και πιο ήρεμοι. Είναι μία μέθοδος που ουσιαστικά συμβάλει στην ευεξία του ασθενούς”.
