Μείωση 33,7% καταγράφει η μέση ετήσια παραγωγή ελαιολάδου στην Ελλάδα μεταξύ των δεκαετιών 1995–2005 και 2015–2025, την ώρα που η ισπανική αυξάνεται κατά 34% και η παγκόσμια κατά 21,2%. Στο ίδιο διάστημα, το ελληνικό μερίδιο στην παγκόσμια παραγωγή περιορίζεται από 15,6% σε 8,5%. Σημαντικό παραμένει το βάρος της Μεσσηνίας, η οποία παράγει το 18,3% του ελληνικού ελαιολάδου, σύμφωνα με τη χωριστή ετήσια σειρά της ΕΛΣΤΑΤ για το 2015–2024.
Η σύγκριση αφορά την καταγεγραμμένη παραγωγή και χρειάζεται προσεκτική ερμηνεία. Οι παλαιότερες περίοδοι συμπίπτουν με το καθεστώς ενίσχυσης της παραγωγής ελαιολάδου, για το οποίο οι ευρωπαϊκοί έλεγχοι εντοπίζουν σοβαρές αδυναμίες. Παραμένει προς διερεύνηση κατά πόσο πιθανό πανωγράψιμο για την είσπραξη επιδοτήσεων επηρεάζει και σε τι ποσοστό τις ιστορικές ποσότητες. Επομένως, η καταγραφόμενη μείωση δεν μπορεί να αποδοθεί αυτομάτως και στο σύνολό της σε πραγματική υποχώρηση της παραγωγής.
Η σύγκριση των δεκαετών μέσων όρων όμως αναδεικνύει μια υποχώρηση που ξεπερνά τις διακυμάνσεις μιας καλής ή μιας κακής σοδειάς. Η Ελλάδα παράγει λιγότερο ελαιόλαδο σε μια διεθνή αγορά που μεγαλώνει, ενώ ακόμη μεγαλύτερες απώλειες καταγράφει η Ιταλία, με μείωση της μέσης παραγωγής της κατά 50,2%.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς από τις σειρές του Διεθνούς Συμβουλίου Ελαιοκομίας (IOC), με ενσωμάτωση της νεότερης εκτίμησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2024/2025, η ελληνική παραγωγή υποχωρεί από περίπου 400.300 τόνους ετησίως τη δεκαετία 1995–2005 σε 313.200 τόνους το 2005–2015 και 265.400 τόνους το 2015–2025. Μεταξύ των δύο τελευταίων δεκαετιών η μείωση φτάνει το 15,3%.
Αντίθετα, η μέση παγκόσμια παραγωγή αυξάνεται από περίπου 2,565 εκατ. τόνους σε 2,820 εκατ. και στη συνέχεια σε 3,109 εκατ. τόνους. Η ελληνική παραγωγή ακολουθεί αντίστροφη πορεία, χάνοντας σχεδόν το μισό από το μερίδιο που κατείχε στην παγκόσμια παραγωγή τη δεκαετία 1995–2005.
Κάθε δεκαετία περιλαμβάνει δέκα διαδοχικές ελαιοκομικές περιόδους, χωρίς επικάλυψη. Η τελευταία καλύπτει τις περιόδους από το 2015/2016 έως το 2024/2025, για την οποία τα στοιχεία παραμένουν αναθεωρήσιμα. Οι ποσότητες αφορούν συνολικό ελαιόλαδο, καθώς οι ιστορικές σειρές δεν διαχωρίζουν την παραγωγή εξαιρετικά παρθένου.
Η χρήση δεκαετών μέσων όρων περιορίζει την επίδραση της παρενιαυτοφορίας και των έντονων ετήσιων διακυμάνσεων. Έτσι, προσφέρει ασφαλέστερη εικόνα για την πορεία της παραγωγής από τη σύγκριση δύο μεμονωμένων ετών.
Η Ισπανία διευρύνει την απόσταση
Η ενίσχυση της Ισπανίας μεταβάλλει αισθητά τους συσχετισμούς μεταξύ των τριών παραδοσιακών μεγάλων παραγωγών της Ευρώπης.
Η μέση ισπανική παραγωγή αυξάνεται από 947.100 τόνους τη δεκαετία 1995–2005 σε 1,185 εκατ. τόνους το 2005–2015 και 1,269 εκατ. τόνους το 2015–2025. Στην Ιταλία, η αντίστοιχη παραγωγή μειώνεται από 611.200 σε 454.700 και στη συνέχεια σε 304.600 τόνους.
Χαρακτηριστικό της αλλαγής είναι ότι τη δεκαετία 1995–2005 η Ελλάδα και η Ιταλία παράγουν μαζί περίπου 1,012 εκατ. τόνους ετησίως, ξεπερνώντας την Ισπανία. Την τελευταία δεκαετία η συνδυασμένη παραγωγή τους περιορίζεται περίπου στους 570.000 τόνους. Η ισπανική είναι πλέον υπερδιπλάσια.
Σχεδόν ένα στα πέντε κιλά από τη Μεσσηνία
Στην Ελλάδα, η Μεσσηνία διατηρεί ιδιαίτερα ισχυρή παρουσία. Από τους ετήσιους πίνακες της ΕΛΣΤΑΤ για τα ημερολογιακά έτη 2015–2024 προκύπτει μέση παραγωγή 52.153 τόνων στον νομό, έναντι 285.638 τόνων στο σύνολο της χώρας. Το μεσσηνιακό μερίδιο διαμορφώνεται στο 18,3%, δηλαδή σχεδόν ένα στα πέντε κιλά ελληνικού ελαιολάδου παράγεται στη Μεσσηνία.
Στην Περιφέρεια Πελοποννήσου η μέση ετήσια παραγωγή φτάνει τους 93.588 τόνους, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 32,8% της ελληνικής παραγωγής. Η Μεσσηνία συγκεντρώνει το 55,7% της παραγωγής της Περιφέρειας, στην οποία περιλαμβάνονται επίσης η Λακωνία, η Αργολίδα, η Αρκαδία και η Κορινθία.
Τα τοπικά μερίδια υπολογίζονται αποκλειστικά από την ίδια σειρά της ΕΛΣΤΑΤ. Η συγκεκριμένη καταγραφή αφορά ημερολογιακά έτη και παρουσιάζεται χωριστά από τις διεθνείς ελαιοκομικές περιόδους του IOC. Για τις προηγούμενες δεκαετίες δεν έχει επαληθευτεί πλήρης αντίστοιχη σειρά για τη Μεσσηνία και την Πελοπόννησο, ώστε να υπολογιστεί με την ίδια ασφάλεια η μακροχρόνια μεταβολή τους.
Στα 3,99 ευρώ η μέση τιμή στη Μεσσηνία
Στις τιμές του εξαιρετικά παρθένου ελαιολάδου, οι εβδομαδιαίες καταγραφές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δίνουν μέσο όρο περίπου 3,99 ευρώ το κιλό για την αγορά της Μεσσηνίας κατά τις δέκα περιόδους 2015/2016–2024/2025.
Στην εθνική ελληνική σειρά ο αντίστοιχος μέσος όρος διαμορφώνεται στα 3,89 ευρώ το κιλό, στην Ισπανία στα 3,94 ευρώ και στην Ιταλία στα 5,70 ευρώ. Η ιταλική σειρά εμφανίζει συνεπώς αισθητά υψηλότερη τιμή, παρά τη μεγάλη υποχώρηση της εγχώριας παραγωγής. Οι ελληνικές και ισπανικές τιμές βρίσκονται πολύ πιο κοντά μεταξύ τους.
Οι υπολογισμοί δίνουν ίσο βάρος σε κάθε ελαιοκομική περίοδο και βασίζονται στις διαθέσιμες εβδομαδιαίες παρατηρήσεις. Υπάρχουν ορισμένα κενά καταγραφής, ιδιαίτερα στη Μεσσηνία το 2024/2025, ενώ οι μέσοι όροι δεν σταθμίζονται με τις ποσότητες των συναλλαγών.
Πρόκειται επίσης για ονομαστικές τιμές, χωρίς προσαρμογή στον πληθωρισμό. Επομένως, η εξέλιξή τους δεν αρκεί για να αποτιμηθεί το πραγματικό εισόδημα των παραγωγών. Χρειάζεται να συνεκτιμηθούν οι αποδόσεις των ελαιώνων και οι δαπάνες για καλλιέργεια, συγκομιδή και ελαιοποίηση.
Η εικόνα των παλαιότερων δεκαετιών
Οι ιστορικές σειρές του FAO προσφέρουν μια εικόνα της παραγωγής πριν από το 1995. Στα ημερολογιακά έτη 1975–1984, η μέση ελληνική παραγωγή ανέρχεται περίπου στους 262.400 τόνους και το 1985–1994 στους 304.200 τόνους.
Στην Ιταλία οι αντίστοιχοι μέσοι όροι διαμορφώνονται στους 540.600 και 508.400 τόνους, στην Ισπανία στους 450.800 και 550.200 τόνους και παγκοσμίως σε περίπου 1,674 και 1,788 εκατ. τόνους. Οι παλαιότερες αυτές καταγραφές παρουσιάζονται ως ιστορικό πλαίσιο, λόγω της διαφορετικής χρονικής και στατιστικής βάσης τους.

