Κυριακή, 14 Ιουνίου 2026 09:30

Εισοδηματική καθίζηση στην Περιφέρεια Πελοποννήσου: Στοιχεία σοκ από μελέτη του ΙΟΒΕ

Γράφτηκε από τον

Εισοδηματική καθίζηση στην Περιφέρεια Πελοποννήσου: Στοιχεία σοκ από μελέτη του ΙΟΒΕ

Η εικόνα της Περιφέρειας Πελοποννήσου πίσω από τις βιτρίνες της ανάπτυξης σοκάρει. Ενώ οι επίσημοι δείκτες του κατά κεφαλήν ΑΕΠ στην Αθήνα ευημερούν, η καθημερινή πραγματικότητα στην Πελοπόννησο αποτυπώνει μια βαθιά εισοδηματική καθίζηση και μια κοινωνία που βρίσκεται σταθερά μεταξύ των μεγάλων «χαμένων» της χώρας.

Τα στοιχεία-σοκ της τελευταίας μελέτης του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) για την περίοδο 2015–2025 γκρεμίζουν κάθε αυταπάτη. Η Πελοπόννησος, μαζί με τη Θεσσαλία, καταγράφει έναν από τους χαμηλότερους δείκτες διαθέσιμου εισοδήματος σε ολόκληρη την επικράτεια. Με βάση τον εθνικό μέσο όρο (Ελλάδα = 100), ο σχετικός δείκτης για την Πελοπόννησο κατρακυλά στο 82, την ώρα που η Αττική πετάει στο 115 και η Κρήτη στο 111. Αυτό το χαώδες χάσμα των 33 μονάδων από την πρωτεύουσα είναι η απόδειξη μιας Περιφέρειας που στερείται ποιοτικών θέσεων εργασίας, στηρίζεται σε κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας και βλέπει τους κατοίκους της να εγκλωβίζονται στην υστέρηση. Ακόμη και το γεγονός ότι η Πελοπόννησος εμφανίζει χαμηλότερο εσωτερικό δείκτη ανισότητας σε σχέση με την Αθήνα κρύβει μια τραγική ειρωνεία: δεν υπάρχει τοπική ευημερία, απλώς η φτώχεια και η οικονομική στενότητα είναι ευρύτερα και πιο ομοιόμορφα μοιρασμένες στον πληθυσμό της.

Σε πανελλαδικό επίπεδο, η στατιστική μείωση των γενικών δεικτών ανισότητας κρύβει πίσω της έντονες ασυμμετρίες. Η ανάκαμψη των τελευταίων ετών ευνόησε σχεδόν αποκλειστικά τα εργαζόμενα νοικοκυριά, τα οποία είδαν τις αποδοχές τους να αυξάνονται λόγω της ανόδου των μισθών, ενώ τα νοικοκυριά που εξαρτώνται από κοινωνικές μεταβιβάσεις, όπως τα επιδόματα και οι συντάξεις, έμειναν καθηλωμένα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να διευρυνθεί η ψαλίδα μεταξύ εργαζομένων και ανέργων, με το μέσο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων νοικοκυρίων να πλησιάζει τις 13.000 ευρώ το 2025, τη στιγμή που τα άνεργα νοικοκυριά έμειναν καθηλωμένα γύρω στις 9.000 ευρώ.
Η οικονομική αυτή πίεση αποτυπώνεται ανάγλυφα στις υποκειμενικές αντιλήψεις των πολιτών. Σχεδόν επτά στα δέκα ελληνικά νοικοκυριά δηλώνουν ότι αντιμετωπίζουν δυσκολία ή μεγάλη δυσκολία να τα βγάλουν πέρα, ένα ποσοστό που αγγίζει το 70% και αποκλίνει δραματικά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος κινείται μόλις στο 19%. Αυτό το παράδοξο εξηγείται από το γεγονός ότι οι κλασικοί εισοδηματικοί δείκτες αδυνατούν να αποτυπώσουν το σωρευτικό βάρος από την εκτίναξη του κόστους στέγασης και ενέργειας, καθώς και τις μεγάλες ανισότητες στην πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες υγείας, εκπαίδευσης και φροντίδας.

Η ελληνική αγορά εργασίας αναπαράγει την ανισότητα μέσω των δομικών της ιδιαιτεροτήτων, οι οποίες είναι εξαιρετικά έντονες στην Περιφέρεια Πελοποννήσου. Η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό αυτοαπασχόλησης στην Ευρώπη, καθώς αφορά περίπου το ένα τέταρτο του εργατικού δυναμικού. Αυτή η μορφή απασχόλησης στερείται θεσμικής προστασίας, παρουσιάζει τη μεγαλύτερη εισοδηματική πόλωση και συνδέεται άμεσα με την ανεπίσημη οικονομία, η οποία πλήττει καίρια τις γυναίκες και τις μη αστικές περιοχές. Την ίδια στιγμή, η μακροχρόνια ανεργία συνεχίζει να ξεπερνά το 50% του συνολικού άνεργου πληθυσμού, οδηγώντας σε σταδιακή απαξίωση δεξιοτήτων και μόνιμο αποκλεισμό. Οι ανισότητες αυτές συμπληρώνονται από το επίμονο έμφυλο εισοδηματικό χάσμα και τον έντονο αποκλεισμό των νέων ηλικίας 16 έως 24 ετών, οι οποίοι καταγράφουν σταθερά τα υψηλότερα ποσοστά κινδύνου φτώχειας.

Εξετάζοντας την εσωτερική διανομή του πλούτου, η μελέτη του ΙΟΒΕ εισάγει μια κρίσιμη διαπίστωση: η οικονομική ανάπτυξη και η ισότητα δεν συμβαδίζουν πάντα. Η Αττική, παρά το γεγονός ότι διαθέτει το υψηλότερο μέσο εισόδημα, καταγράφει παράλληλα έναν από τους υψηλότερους δείκτες εσωτερικής ανισότητας Gini, που αγγίζει το 0,31, γεγονός που σημαίνει ότι ο παραγόμενος πλούτος συγκεντρώνεται σε λίγα χέρια. Στον αντίποδα, η Περιφέρεια Πελοποννήσου εμφανίζει χαμηλότερο εσωτερικό συντελεστή ανισότητας, ο οποίος όμως οφείλεται αποκλειστικά στη γενικευμένα χαμηλή εισοδηματική βάση. Με απλά λόγια, η χαμηλή ανισότητα στην Πελοπόννησο σημαίνει ότι δεν υπάρχει επαρκής πλούτος για να διανεμηθεί άνισα. Η οικονομική στενότητα και η υστέρηση είναι ευρύτερα και πιο ομοιόμορφα μοιρασμένες στον πληθυσμό της.

Η εισοδηματική αυτή καθίζηση διασταυρώνεται με τις ευρύτερες δομικές ελλείψεις του κοινωνικού κράτους, εντείνοντας το αδιέξοδο. Στον τομέα της υγείας, αν και η χώρα διαθέτει σύστημα καθολικής κάλυψης, οι πολίτες αναγκάζονται να καταβάλουν μερικά από τα υψηλότερα ποσοστά ιδιωτικών δαπανών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στην επαρχία, η άνιση γεωγραφική κατανομή του ιατρικού προσωπικού και η υποβάθμιση της δημόσιας πρωτοβάθμιας φροντίδας αναγκάζουν τα ευάλωτα νοικοκυριά να περιορίζουν τις αναγκαίες ιατρικές επισκέψεις ή να ξοδεύουν δυσανάλογο μέρος του εισοδήματός τους. Παράλληλα, η μακροχρόνια φροντίδα ηλικιωμένων παραμένει σχεδόν ανύπαρκτη ως δημόσια δομή, μετακυλίοντας όλο το οικονομικό και χρονικό βάρος στις οικογένειες και κυρίως στις γυναίκες, γεγονός που τις καθηλώνει εκτός αγοράς εργασίας.

Οι στεγαστικές συνθήκες αποτελούν έναν ακόμη δυναμικό τομέα δημιουργίας ανισοτήτων. Η παραδοσιακή ιδιοκατοίκηση στην ελληνική περιφέρεια λειτούργησε ιστορικά ως ένα ανεπίσημο δίχτυ ασφαλείας, όμως το απόθεμα αυτό διαβρώνεται σταδιακά, καθώς καταγράφεται επιταχυνόμενη πτώση των ποσοστών ιδιοκατοίκησης στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα. Από το 2021 και μετά, η ενεργειακή κρίση και η ακρίβεια οδήγησαν σχεδόν το 80% των νοικοκυρών που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας σε μόνιμες καθυστερήσεις πληρωμής λογαριασμών κοινής ωφέλειας, καθιστώντας την αδυναμία επαρκούς θέρμανσης της κατοικίας ένα από τα πιο έντονα διαρθρωτικά προβλήματα των χαμηλών εισοδηματικών στρωμάτων στην επαρχία.

Την ίδια ώρα, το εκπαιδευτικό σύστημα τείνει να αναπαράγει τις υπάρχουσες ανισότητες αντί να λειτουργεί ως μοχλός κοινωνικής ανέλιξης. Παρά τη διευρυμένη πρόσβαση στα πανεπιστήμια, ο ευρύς θεσμός της ιδιωτικής παραπαιδείας, που κρίνεται απαράβατος για την είσοδο σε σχολές υψηλής ζήτησης, μετατρέπει την οικονομική δυνατότητα της οικογένειας σε εκπαιδευτικό προνόμιο, περιορίζοντας δραματικά την κοινωνική κινητικότητα για τα παιδιά των ασθενέστερων περιφερειακών στρωμάτων.

Τα συμπεράσματα της έκθεσης του ΙΟΒΕ ξεκαθαρίζουν ότι η απλή οικονομική μεγέθυνση της χώρας δεν πρόκειται να επιφέρει αυτόματα την περιφερειακή σύγκλιση, ούτε θα σβήσει τις ανισότητες. Για περιφέρειες με έντονα προβλήματα εισοδηματικής υστέρησης, όπως η Πελοπόννησος, απαιτείται ριζική στροφή της πολιτικής. Οι παρεμβάσεις δεν πρέπει να εξαντλούνται σε πρόσκαιρα επιδόματα, καθώς η επίδραση των επιδομάτων στους δείκτες ανισότητας στην Ελλάδα παραμένει από τις χαμηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είναι αναγκαίο να αναπτυχθούν στοχευμένα περιφερειακά προγράμματα που θα ενισχύσουν την ίδια την παραγωγική βάση της τοπικής οικονομίας, θα προσφέρουν κίνητρα για τη μεγέθυνση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και θα δημιουργούν σταθερές, ποιοτικές και μόνιμες θέσεις μισθωτής εργασίας. Μόνο μέσα από τη θεσμική θωράκιση της εργασίας και την ουσιαστική αναβάθμιση των δημόσιων υποδομών υγείας, παιδείας και στέγασης μπορεί να ανακοπεί η σωρευτική φτωχοποίηση της ελληνικής περιφέρειας.