Το «πρωτογενές εισόδημα» περιλαμβάνει μισθούς, εισοδήματα αυτοαπασχολουμένων, αγροτικά κέρδη και έσοδα από περιουσία πριν από φόρους και επιδόματα. Το «διαθέσιμο εισόδημα» είναι το ποσό που απομένει μετά τη φορολογία και την αναδιανομή μέσω συντάξεων, επιδομάτων και κοινωνικών παροχών.
Στην Περιφέρεια Πελοποννήσου το πρωτογενές εισόδημα των νοικοκυριών ανήλθε το 2023 σε περίπου 7,85 δισ. μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), ενώ το διαθέσιμο εισόδημα έφτασε τα 7,91 δισ. PPS. Η διαφορά, περίπου 60 εκατ. PPS ή 0,8%, δείχνει ότι τα νοικοκυριά λαμβάνουν συνολικά περισσότερους πόρους από όσους δημιουργεί η ίδια η τοπική οικονομία.
Το στοιχείο αυτό υποδηλώνει ότι μέρος της κατανάλωσης στηρίζεται σε εισοδήματα που δεν προκύπτουν από την παραγωγική δραστηριότητα της Περιφέρειας αλλά από μεταβιβάσεις, κυρίως συντάξεις, δημόσιες δαπάνες και επιδοτήσεις.
ΠΟΙΕΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΕΣ ΠΑΡΑΓΟΥΝ ΚΑΙ ΠΟΙΕΣ ΕΞΑΡΤΩΝΤΑΙ
Η σύγκριση των δύο δεικτών επιτρέπει και μια σαφή διάκριση των περιφερειακών οικονομιών.
Περιφέρειες όπου το πρωτογενές εισόδημα υπερβαίνει το διαθέσιμο λειτουργούν ως παραγωγικά κέντρα. Σε αυτή την κατηγορία ανήκει κυρίως η Αττική, η οποία συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος της επιχειρηματικής δραστηριότητας, των υπηρεσιών υψηλής αξίας και των εταιρικών κερδών της χώρας.
Αντίθετα, στις περισσότερες περιφέρειες το διαθέσιμο εισόδημα είναι υψηλότερο από το πρωτογενές. Σε αυτή την ομάδα εντάσσονται η Πελοπόννησος, η Δυτική Ελλάδα, η Ήπειρος, η Θεσσαλία, το Βόρειο Αιγαίο και η Ανατολική Μακεδονία-Θράκη. Οι περιοχές αυτές διατηρούν την κατανάλωση κυρίως μέσω συντάξεων, δημόσιων μισθών και επιδοτήσεων.
Η διάκριση εξηγεί ένα γνώριμο φαινόμενο. Η αγορά λειτουργεί και η κατανάλωση διατηρείται, όμως οι επενδύσεις και οι αμοιβές εργασίας αυξάνονται με αργούς ρυθμούς, καθώς δεν δημιουργείται αντίστοιχος νέος πλούτος στην τοπική οικονομία.
Η ΑΤΤΙΚΗ
Στην Αττική το πρωτογενές εισόδημα ανήλθε σε περίπου 73,5 δισ. PPS, ενώ το διαθέσιμο εισόδημα διαμορφώθηκε σε 65,6 δισ. PPS. Δηλαδή παράγεται περισσότερος πλούτος από αυτόν που τελικά παραμένει στην περιοχή, γεγονός που συνδέεται με τη μεταφορά φορολογικών πόρων προς τις υπόλοιπες περιφέρειες μέσω του συστήματος αναδιανομής.
Σε εθνικό επίπεδο η Ελλάδα εμφανίζει διαθέσιμο εισόδημα υψηλότερο από το πρωτογενές, σε αντίθεση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο όπου οι δύο δείκτες βρίσκονται κοντά μεταξύ τους. Το στοιχείο αυτό δείχνει μεγαλύτερη εξάρτηση από δημόσιες μεταβιβάσεις σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η ΤΟΠΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
Για την Πελοπόννησο τα στοιχεία περιγράφουν μια οικονομία που διατηρεί την κατανάλωση αλλά δεν δημιουργεί αντίστοιχης έκτασης νέο εισόδημα. Η εικόνα αυτή βοηθά να ερμηνευτεί γιατί η οικονομική δραστηριότητα εμφανίζει σχετική σταθερότητα χωρίς ισχυρή αύξηση μισθών και επενδύσεων, παρά τη βελτίωση ορισμένων δεικτών όπως ο τουρισμός.
Οι αυξημένες αφίξεις επισκεπτών ενισχύουν την κυκλοφορία χρήματος στην αγορά, όμως μεγάλο μέρος της αξίας παραμένει εποχικό και χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Έτσι, η τοπική οικονομία στηρίζεται περισσότερο στην αναδιανομή εισοδήματος παρά στη δημιουργία νέου παραγωγικού πλούτου.
Στον πίνακα οι ελληνικές Περιφέρειες είναι ταξινομημένες με βάση τον πλούτο που αναδιανέμεται,. Με αρνητικό πρόσημο στη διαφορά οι Περιφέρειες που παράγουν περισσότερο από όσο καταναλώνουν και με θετικό εκείνες που μέρος της κατανάλωσης εδράζεται στις μεταβιβάσεις.

