Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2026 09:13

Εκδηλώσεις στο Ανω Ψάρι για την Μεσσηνιακή Επανάσταση του 1834

Γράφτηκε από τον

Εκδηλώσεις στο Ανω Ψάρι για την Μεσσηνιακή Επανάσταση του 1834

 

Εκδηλώσεις για την 192η επέτειο της Μεσσηνιακής Επανάστασης του 1834 και απόδοση τιμών στους πρωταγωνιστές της Γιαννάκη Γκρίτζαλη και Μητροπέτροβα, πραγματοποιήθηκαν στο Άνω Ψάρι το Σάββατο το πρωί.

Στον ιερό ναό του Αγίου Δημητρίου τελέστηκε επιμνημόσυνη δέηση από το Μητροπολίτη Τριφυλίας και Ολυμπίας κ. Χρυσόστομο, μετά το πέρας της οποίας μετέβησαν όλοι στο σπίτι του Γιαννάκη Γκρίτζαλη όπου κατατέθηκαν στεφάνια, από τη Βουλή, από το βουλευτή Μεσσηνίας Περικλή Μαντά, από το  ΑΤ Οιχαλίας τον Παναγιώτη Παχή, τον αντιδήμαρχο Οιχαλίας Αντώνη Χιώτη, τον πρόεδρο της ΤΚ Ψαρίου Γρηγόρη Δημητρόπουλο, τον εκπρόσωπο της Ομοσπονδίας Συλλόγων χωριών ορεινής Μεσσηνίας «Ο Επικούρειος Απόλλων» Αθανάσιο Καραμπάτσο, τον πρόεδρο της Ομοσπονδίας Συλλόγων Συνδέσμων Τριφυλίας Παναγιώτη Λούτο, τον πρόεδρο του Προοδευτικού Συλλόγου Ψαραίων Τριφυλίας Διονύσιο Αθανασόπουλο, τον  εκπρόσωπο του Πολιτιστικού και Εξωραϊστικού Συλλόγου Ψαραίων Μεσσηνίας «Το Μετσίκι» Γεώργιο Τσούτσια και τον εκπρόσωπο του Συλλόγου Μητροπέτροβας Γεώργιο Κατσιώλη.

Στη συνέχεια τηρήθηκε ενός λεπτού σιγή και όλοι μαζί έψαλλαν τον εθνικό ύμνο.

Οι εκδηλώσεις συνεχίστηκαν στην προαύλιο χώρο του ιερού ναού όπου έγινε ομιλία από την πτυχιούχο του τμήματος Ιστορίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και ηθοποιό Αμαλία Νίνου η οποία μεταξύ άλλων τόνισε ότι η  Μεσσηνιακή Επανάσταση είναι η πρώτη κοινωνικοπολιτική εξέγερση που καταγράφεται στην χώρα και παρ ‘ότι θα καταπνιγεί, θα θέσει τον θεμέλιο λίθο της δημοκρατίας και θα οδηγήσει στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και την κατοχύρωση του Συντάγματος. Αναφέρθηκε στο κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε στα ιστορικά γεγονότα που συνέβησαν και στάθηκε στο ρόλο και τη δύναμη των γυναικών υπογραμμίζοντας ότι η ιστορία δεν τις αναφέρει εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις.

Στη συνέχεια μαθητές του Δημοτικού Σχολείου Δωρίου απάγγειλαν ποιήματα και παρουσιάστηκαν παραδοσιακοί χοροί από  το Σύλλογο Γυναικών Δωρίου και το χορευτικό τμήμα «Οι Δωριείς».

Στις εκδηλώσεις μεταξύ άλλων παραβρέθηκαν και οι Περιφερειακοί Σύμβουλοι Επικεφαλείς Παρατάξεων Μανώλης Μάκαρης και Νίκος Κουτουμάνος καθώς και η πολιτευτής της Νέας Δημοκρατίας Πέγκυ Νίκα.

 

 

Η Ομιλία της Αμαλία Νίνου

 

 

Μνήσθητί μου, Κύριε!

Σας ευχαριστώ από καρδιάς για την πρόσκληση.

Ο Μητροπέτροβας και ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης είναι δύο μορφές που χαράχτηκαν στην μνήμη των ανθρώπων αυτού του τόπου, όχι μόνο για την γενναιότητα που επέδειξαν στο πεδίο μάχης, αλλά και για την γενναιότητα της σκέψης τους. Για την ακλόνητη πίστη τους στην ελευθερία. Ο Μητροπέτροβας ήταν ήδη μεγάλος σε ηλικία όταν ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση και για αυτό θεωρείται ότι υπήρξε πατρική φιγούρα για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, τον οποίο υποστήριξε με όλα του τα μέσα κατά τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα και για τον οποίο ήταν πρόθυμος να χάσει τη ζωή του κατά την Μεσσηνιακή Επανάσταση. Ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης, φίλος και συμπολεμιστής του Κολοκοτρώνη επίσης, πολέμησε στην πολιορκία της Τριπολιτσάς και έκτοτε έγινε αρχηγός των Ντρέδων και ο νεότερος χιλίαρχος της ελληνικής ιστορίας.

Το 1821, ο κλεφτοπόλεμος που έγινε σύρραξη και καταγράφηκε ως η πλέον επιτυχημένη επανάσταση του αιώνα, έγινε για την αποτίναξη του Οθωμανικού ζυγού, για την δημιουργία ενός αυτόνομου κράτους και για να μπορούν οι πολίτες του νέου αυτού κράτους να αποκαλούνται «ελεύθεροι». Για την ελευθερία και την αξιοπρέπεια θα ξεσηκωθεί και πάλι η Μεσσηνία τον Ιούλιο του 1834. Η Μεσσηνιακή Επανάσταση είναι η πρώτη κοινωνικοπολιτική εξέγερση που καταγράφεται στην χώρα και παρ ‘ότι θα καταπνιγεί, θα θέσει τον θεμέλιο λίθο της δημοκρατίας και θα οδηγήσει στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου και την κατοχύρωση του Συντάγματος.

 

Το ιστορικο-κοινωνικό πλαίσιο:

Το 1827, έναν χρόνο μετά το αιματοβαμμένο Μεσολόγγι, κατοχυρώνεται στην Τροιζήνα το πιο φιλελεύθερο Σύνταγμα της Δύσης: το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος». Το κείμενο αυτό, εκτός από την πρωτοποριακή διασφάλιση των ατομικών ελευθεριών, υπαγόρευε την διάκριση των εξουσιών και την ανεξαρτησία της Δικαστικής Αρχής. Λίγο πριν την άφιξη του νεαρού Όθωνα και της τρόικας της Αντιβασιλείας του, ψηφίζεται ένα ακόμα πιο εκσυγχρονισμένο Σύνταγμα, που επικράτησε να ονομάζεται «Ηγεμονικόν». Ο Λουδοβίκος ο Α’ της Βαυβαρίας ωστόσο, ο πατέρας του Όθωνα, θα θέσει ως όρο, προκειμένου να στείλει τον γιο του ως «Βασιλέα της Ελλάδος», την απόσυρση οποιουδήποτε Συντάγματος. Με αυτόν τον τρόπο θεωρούσε ότι ο νεαρός βασιλιάς θα έχει την μεγαλύτερη πιθανότητα να διοικήσει αποτελεσματικότερα.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 δολοφονείται ο κυβερνήτης της Ελλάδος, Ιωάννης Καποδίστριας.

Από το ’31 έως και την έλευση του Όθωνα στις 25 Ιανουαρίου 1833, το κράτος εποπτεύουν οι Διοικητικές Επιτροπές. Μεταξύ των μελών τους είναι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Ιωάννης Κωλέττης. Η χώρα βρίσκεται διαρκώς σε εμφυλιακές συγκρούσεις.

Από το 1833 έως το 1835 ο Όθωνας είναι ανήλικος και την εξουσία κατέχει η τριμελής αντιβασιλεία. Εκτός από τους αντιβασιλείς, υπάρχουν τρία κόμματα: το Αγγλικό που ήταν το πιο φιλελεύθερο με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο (ο οποίος διετέλεσε πρωθυπουργός έως το 1834), το Γαλλικό με προεξάρχουσα μορφή τον Ιωάννη Κωλέττη και προσανατολισμένο στην ιδέα της εθνικής ενότητας, και τέλος το Ρωσικό, με έμφαση στην ιδέα της ορθοδοξίας και με ηγετική μορφή τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

Μία από τις πρώτες μεταρρυθμίσεις που εισηγείται η Αντιβασιλεία είναι η διάλυση του άτακτου στρατού και κατ επέκταση η μη αναγνώριση ως στρατιωτικών όλων των μεγάλων αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης. Τον Απρίλιο του 1834, ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας, μετά από σκευωρία του Έλληνα Υπουργού Δικαιοσύνης Κωνσταντίνου Σχινά, συλλαμβάνονται, δικάζονται και καταδικάζονται σε θάνατο. Τα λόγια του Κολοκοτρώνη στο άκουσμα της θανατικής καταδίκης είναι η καλύτερη περιγραφή του παραλογισμού: Μνήσθητί μου, Κύριε. Ο Τερτσέτης και ο Πολυζωίδης, δύο εκ των πέντε δικαστών, αρνούνται να υπογράψουν την θανατική ποινή και τότε λέγεται πως η κουστωδία του Σχινά τους ξυλοκόπησε και τους έσυρε μέσα στην δικαστική αίθουσα προκειμένου να αποσπάσουν την πολυπόθητη υπογραφή. Οι δυο τους δεν υπογράφουν ποτέ. Ακόμα και έτσι ωστόσο, ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας καταδικάζονται σε θάνατο. Ο λαός διαμαρτύρεται και ο νεαρός Όθωνας μετατρέπει την ποινή σε ισόβια. Ένα χρόνο αργότερα μάλιστα, όταν ενηλικιωθεί, θα απελευθερώσει τον Κολοκοτρώνη και θα του προτείνει τη θέση του Συμβούλου Επικρατείας. Η παρωδία αυτής της δίκης είναι η κορωνίδα μιας σειράς παρακρατικών ενεργειών και η περίτρανη δήλωση της Αντιβασιλείας ότι η δικαστική ανεξαρτησία έχει αρθεί. Οι Έλληνες βρίσκονται για άλλη μία φορά υπό ξένη κυριαρχία.

Ταυτόχρονα, προκειμένου να μπορέσει να σταθεί το νεοσύστατο κράτος στα πόδια του, επιβάλλεται αιματηρή φορολογία. Σύμφωνα με ιστορικά δεδομένα, η φορολόγηση των αγροτών αγγίζει το 50%, παραπάνω δηλαδή και από την προηγούμενη αβάσταχτη οθωμανική φορολογία. Αυτό ίσως και να μπορούσε να έχει γίνει ανεκτό, η Αντιβασιλεία όμως προβαίνει σε ένα ακόμα πιο προκλητικό βήμα: υπογράφει δάνειο από τη Δύση, ύψους 60εκ. δραχμών για την υλοποίηση δημοσίων υποδομών και ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Τα χρήματα όμως αυτά, καταλήγουν να χρησιμοποιούνται για βασιλικές αποζημιώσεις και αποζημιώσεις των περίπου 5000 Βαυβαρών αξιωματικών. Σχεδόν κανένα ποσό του μεγάλου αυτού δανείου δεν εκπληρώνει το σκοπό της κρατικής υποστήριξης.

Μία ακόμα πράξη σαρωτικού ελέγχου από την πλευρά της Αντιβασιλείας ήταν η απόφαση να κλείσουν όλα τα γυναικεία μοναστήρια και τα μοναστήρια με λιγότερους των έξι μοναχών και η περιουσία τους να περιέλθει στο κράτος για την ανέγερση σχολείων. Επίσης, αποφασίζεται η αποκοπή της ελληνικής εκκλησίας από το Πατριαρχείο, καθ’ ότι αυτό τελούσε ακόμα υπό την Οθωμανική εξουσία.

Αξίζει να σημειώσουμε, ότι εκτός από τα σφάλματα και τη διαφθορά, η Αντιβασιλεία φαίνεται να επιχειρούσε να στρέψει την Ελλάδα προς ένα προοδευτικό σύστημα. Τα τέως κτήματα των Οθωμανών θα γίνονταν πια ένα ανεξάρτητο, προοδευτικό κράτος της Δύσης. Ο απόλυτος τρόπος λήψης όμως, τέτοιου είδους αποφάσεων, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Αντιβασιλεία δεν λάμβανε υπόψιν τα «θέλω» των ίδιων των Ελλήνων, ήταν δύο καθοριστικοί παράγοντες για την οργάνωση της Επανάστασης του 1834.

Την περίοδο εκείνη θα φανταζόταν κανείς ότι οι Έλληνες ήταν εξαντλημένοι από τα χρόνια των σφαγών, ότι θα έμεναν ήσυχοι προκειμένου να μείνει ακλόνητη η σπουδαία νίκη τους και να μπορέσουν επιτέλους να απολαύσουν την ειρήνη. Τα τουφέκια τους όμως, ήταν ακόμα ζεστά. Και πιο ζεστή ήταν μέσα τους η φλόγα των ανθρώπων που έχουν εξαπατηθεί. Γιατί είναι άλλο το να γεννιέσαι μέσα σε ένα κράτος που έχει ήδη βασιλιά και άλλο το να δίνεις το αίμα των παιδιών σου για την ελευθερία και αυτήν την ελευθερία να σου την κλέβουν. Ξεσηκώθηκαν.

Στόχος τους δεν ήταν να ρίξουν τον Όθωνα. Το αντίθετο: ζητούσαν να ενηλικιωθεί πριν το τυπικό, ώστε να λήξει ο ρόλος της Αντιβασιλείας. Η Μεσσηνιακή Επανάσταση είχε τρεις στόχους: Άρμανσμπεργκ, Χάιντεκ, Μάουρερ. Τα ζητούμενα: απελευθέρωση Κολοκοτρώνη-Πλαπούτα, φοροελάφρυνση - εθνική κυριαρχία.

 

Η Εξέγερση

Στις 24 Απριλίου 1834, ξεκινά η εξέγερση στην Μάνη. Ο βαυβαρικός στρατός υπό την διεύθυνση του στρατηγού Σμάλτς συντρίβεται από τους ένοπλους Μανιάτες, οι οποίοι μάλιστα κρατούν όμηρους αξιωματικούς και απλούς στρατιώτες για τους οποίους ζητούν λύτρα. Ακόμη και μετά την συμφωνία μεταξύ των Μανιατών και της Αντιβασιλείας, το στίγμα της ήττας χαράσσεται ανεξίτηλα στο πρόσωπο του Σμαλτς και ο άλλοτε πανίσχυρος βαυβαρικός στρατός έχει γελοιοποιηθεί. Όταν, στις 30 Ιουλίου, ο Γιαννάκης Γκρίτζαλης θα καταλάβει την Κυπαρισσία, θα έχει πια να αντιμετωπίσει ένα εξαγριωμένο στράτευμα που θα πολεμάει όχι μόνο για το όνομα της Αντιβασιλείας, αλλά και για το κύρος του.

Από την Γαράντζα ξεκινάει ο 85χρονος Μητροπέτροβας με άλλους περίπου 100 μαχητές και καταλαμβάνει την Ανδρούσα. Μαζί με τον Τζαμαλή παίρνουν την Μεσσήνη και ταυτόχρονα ξεσηκώνονται και στο Λύκαιο. Η οικογένεια του φυλακισμένου Πλαπούτα, ο Ζερμπίνης και ο Κόλλιας συνεργάζονται και καταλαμβάνουν του Σκληρού. Από τις 29 Ιουλίου οι επαναστάτες επιχειρούν να καταλάβουν την Ανδρίτσαινα, η οποία όμως αντιστέκεται σθεναρά. Τελικά, μέχρι τις 2 Αυγούστου θα έχουν καταλάβει το μεγαλύτερο τμήμα της. Στις 4 Αυγούστου, οι επαναστάτες παίρνουν την Μεγαλόπολη. Εννιά μέρες αργότερα θα δοθεί η καθοριστική μάχη στο Σούλου της Μεγαλόπολης, όπου θα βρεθούν απέναντι σε μία δύναμη 7000 Βαυβαρών στρατιωτών και μισθοφόρων, από τους οποίους εν τέλει και θα ηττηθούν. Ο Γκρίτζαλης συλλαμβάνεται στις 18 Αυγούστου στο Ξεροβούνι, από τον Γαρδικιώτη Γρίβα. Λίγες μέρες νωρίτερα, ο Γέρος Μητροπέτροβας έχει παραδοθεί στον Δεληγιάννη. Το ίδιο και ο αδερφός του Γιαννάκη Γκρίτζαλη, Δημήτρης. Μέχρι την 1η Οκτωβρίου θα συλληφθεί και ο Τζαμαλής, που κρυβόταν στο έλος Μπισμπάρδι. Ο Ασλάναγας και το Σούλου θα μετατραπούν σε σωρό από στάχτη από τα κυβερνητικά στρατεύματα, ως τιμωρία των κατοίκων για την απειθαρχία τους.

Στρατιωτικά έχει κερδίσει ο τακτικός στρατός του Κωλέττη. Ουσιαστικά έχει κερδίσει η κοινωνική εξέγερση.

Ο Μητροπέτροβας καταδικάζεται σε ισόβια κάθειρξη χαριστικά, λόγω της προχωρημένης ηλικίας και της αναγνώρισης του αγώνα του στην Επανάσταση του ‘21. Τζαμαλής και Γκρίτζαλης καταδικάζονται σε θάνατο και εκτελούνται μόλις δύο ώρες αργότερα για να προληφθεί η βασιλική χάρη.

Στην «εκτέλεση δια τυφεκισμού» παρίσταται η Καπετάνισσα. Η Γιαννούλα Μητροπέτροβα Γκρίτζαλη, κόρη του πρώτου και γυναίκα του δεύτερου, παρακολούθησε την εκτέλεση του άντρα της και αργότερα μάζεψε τα υπολείμματα του μυαλού του, τα τοποθέτησε σε ένα πιάτο και με αυτό επέστρεψε στο Ψάρι για να κηδέψει ό,τι είχε απομείνει από τον αγωνιστή. Το σώμα του Γκρίτζαλη απαγορεύτηκε να ταφεί δημοσίως, προς αποφυγή εντάσεων. Τάφηκε κάτω από μία άγρια αχλαδιά. Αργότερα, ο Όθωνας, ο οποίος να σημειώσουμε ότι όντως έδωσε χάρη στους δύο επαναστάτες και η οποία όμως δεν πρόλαβε να φτάσει ποτέ, θέλησε να κάνει ένα δώρο στην «χήρα του Γκρίτζαλη» και αυτή το μόνο που ζήτησε ήταν να φτιάξουν την καμπάνα για τον ναό του Αγίου Δημητρίου, εδώ στο Άνω Ψάρι. Είναι πολύ δύσκολο να φανταστεί κανείς μία τέτοια πραγματικότητα. Σας καλώ να βάλουμε όλοι για μία στιγμή τον εαυτό μας στη θέση της Καπετάνισσας. Για μια στιγμή να προσπαθήσουμε να δούμε αυτό που έβλεπαν τα μάτια της. Και να μείνουμε αλύγιστοι. Μοιάζει ανθρωπίνως αδύνατον, όμως υπήρξαν αυτές οι γυναίκες. Γυναίκες που αγωνίστηκαν ισάξια με τους μεγάλους οπλαρχηγούς, που έδωσαν και αυτές τα παιδιά τους στον αγώνα, που πέθαναν και αυτές για την ελευθερία. Και όμως, αυτή η χώρα για την οποία πέθαναν, αμέλησε να της μνημονεύσει. Χιλιάδες χαρτιά ιστορικών, με εκατοντάδες αντρικά ονόματα και μόνο αραιά και που εμφανίζεται μια Μπουμπουλίνα, μια Μαντώ και ίσως και μια Ψωροκώσταινα. Θα ήθελα να έχω πολλά περισσότερα να σας πω για την Γιαννούλα, και όμως δεν έχω. Μία γυναίκα, που οι άνθρωποι της εποχής της την αποκαλούν Καπετάνισσα δεν μπορεί να μην έκανε τίποτα αξιοσημείωτο στη ζωή της. Δεν μπορεί να ήταν απλώς μία αμέτοχη σκιά για να της ταιριάζει η λησμονιά της ιστορίας. Η ιστορία όμως γράφτηκε εν πολλοίς από άντρες. Και μέχρι να ανήκουμε όντως εις την Δύσην, οι Γιαννούλες θα ξεχνιούνται ή το πολύ πολύ θα αναφέρονται ως οι μανάδες των… οι γυναίκες των..

Η αναφορά αυτή στην απουσία των γυναικείων ονομάτων από την ιστορία της Μεσσηνιακής Εξέγερσης, κάθε άλλο παρά ασύνδετη είναι. Ο αγώνας αυτός χαρακτηρίστηκε ως «κοινωνικοπολιτικός». Ο ξεσηκωμός των χωριών μας το 1834 αποτέλεσε το έναυσμα για τις διεκδικήσεις του μέλλοντος, που οδήγησαν τελικά στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 και την κατοχύρωση του Συντάγματος.  Οι άνθρωποι τότε ζήτησαν τα αυτονόητα: δικαιοσύνη και ελευθερία. Και σε αυτά τα δύο ζητούμενα επανέρχονται όλοι οι κοινωνικοί αγώνες που ακολούθησαν, έως και τις μέρες μας.

Κλείνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω τον καθηγητή μου κο Αριστείδη Χατζή για την υποστήριξη και την βοήθεια στην έρευνά μου γύρω από τα γεγονότα της εξέγερσης, αλλά κυρίως για την αγάπη με την οποία μελετά την Ιστορία του τόπου μας, μία αγάπη που κατάφερε να μεταδώσει στους φοιτητές του. Και έτσι, με την αγάπη αυτή στάθηκα και εγώ εδώ μπροστά σας. Για εμένα, ως ιστορικό, η Ιστορία δεν είναι μία στεγνή μελέτη περασμένων γεγονότων: έχει συναίσθημα και ρίζες. Και οι ρίζες μας είναι οι θυσίες των μπαμπάδων μας και τα χώματα που κοιμίζουν τις μαμάδες μας.

Σας ευχαριστώ

Εις το επανιδείν