Παρά την παραχώρηση στους Βενετούς απότον αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄και νέων εμπορικών προνομίων, με νέο χρυσόβουλλοτο 1198, αυτοί δεν έπαψαν να εποφθαλμιούν τη βυζαντινή αυτοκρατορία. Την άνοιξη του 1203, η διεκδίκηση του βυζαντινού θρόνου από τονΑλέξιο (Δ΄) Άγγελο, γιο του έκπτωτου αυτοκράτορα Ισαάκιου Β΄ Αγγέλου, έφερε την ευκαιρία που περίμεναν για να την κατακτήσουν. Ο Αλέξιος Δ΄ζήτησε τη βοήθεια των δυτικών για την ανάρρησή του στο βυζαντινό θρόνο αντί τουθείου του ΑλέξιουΓ΄.
Η τέταρτη σταυροφορία αντί για τον αρχικό προορισμό της, την Αίγυπτο και τους Άγιους Τόπους, οδηγήθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου στο αποκορύφωμα ενός αυξανόμενου μέσα στους αιώνες μίσους, οι «σταυροφόροι-προσκυνητές» ρίχτηκαν πάνω της και τη λεηλάτησαν με βεβηλωτική μανία. Οι Βενετοί με επικεφαλής τον σχεδόν εκατοντάχρονο δόγη τους Enrico Dandolo, σε συνεννόηση με τους Boniface de Montferrat και Baudouin comte de Flandre, αφού έβλεπαν τη μεγάλη ευκαιρία για την κατάλυση της «ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας» και τον έλεγχο της ανατολής, μετέφεραν με τα πλοία τους, τους Λατίνους Σταυροφόρους στη βυζαντινή πρωτεύουσα. Ο νεαρός Αλέξιος (Δ΄) Άγγελος, για να δελεάσει αρχικά τους σταυροφόρους, τους είχε υποσχεθεί απερίσκεπτα, μεγάλα χρηματικά ποσά που όμως, μετά την ανατροπή και φυλάκιση του θείου του Αλέξιου Γ΄ Αγγέλου, αδυνατούσε να καταβάλει. Έτσι η κατάλυση της ακέφαλης πια αυτοκρατορίας, από τους Λατίνους ανταγωνιστές της, ήταν αναμενόμενη.
Στις 13 Απριλίου 1204, οι σταυροφόροι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, έπαυσαν τον νεαρό Αλέξιο που λίγο πριν είχε αναγορευθεί αυτοκράτορας ως Αλέξιος Δ΄ Άγγελος, ανέβασαν στον λατινικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης τον Baudouin de Flandre et de Hainaut και προχώρησαν στο μοίρασμα της βυζαντινής αυτοκρατορίας, με μια πολύπλοκη συμφωνία διανομής των κτήσεων της τέταρτης σταυροφορίας, την ‘Partitio terrarum imperii Romaniæ’. Από αυτή τη διανομή η Βενετία έπαιρνε όλη τη δυτική και βορειοδυτική ακτή της Πελοποννήσου, από τη Μεθώνη μέχρι την Πάτρα, ενώ από το εσωτερικό της Πελοποννήσου έπαιρνε ένα μεγάλο κομμάτι, από τα Καλάβρυτα μέχρι τη Φιγάλεια (Όστροβο), δηλαδή το βυζαντινό «όριο» Μεθώνης-Πάτρας. Το υπόλοιπο πελοποννησιακό τμήμα στα ανατολικά, θα γινόταν φραγκική κτήση. Εκτός από αυτά, σύμφωνα πάντα με την Partitio, η Βενετία ως μεγάλη ναυτική δύναμη, έπαιρνε δικαιωματικά και τις περιοχές των λιμανιών της Μεθώνης και της Κορώνης. Μετά την άλωση, οι βυζαντινοί περιορίστηκαν σε περιφερειακές θέσεις και δημιούργησαν αντίστοιχους ελληνικούς πυρήνες. Στα παράλια του Εύξεινου Πόντου δημιουργήθηκε το βασίλειο της Τραπεζούντας από τους απογόνους των Κομνηνών Αλέξιο και Δαυίδ, στη Νίκαια το ομώνυμο βασίλειο από τον Θεόδωρο Λάσκαρη, γαμπρό του Αλέξιου Γ´ Κομνηνού από την κόρη του Άννα και στην Ήπειρο το Δεσποτάτο της Ηπείρου από τον Μιχαήλ Α΄ Δούκα. Εκτός από αυτούς τους κύριους πυρήνες δημιουργήθηκαν και άλλα μικρά προσωποπαγή κρατίδια που ουσιαστικά όμως αποδυνάμωσαν γρηγορότερα τον βυζαντινό χώρο.
Και πριν από την εποχή της Δ΄ Σταυροφορίας, ο δυτικός φεουδαλισμός και ο ιπποτισμός είχαν ήδη εισχωρήσει στην ανατολή. Από τα μέσα του 11ου αιώνα στην «ανατολική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία» αρκετές οικογένειες κατείχαν μεγάλες εκτάσεις γης που τις διοικούσαν ως ανεξάρτητοι, τοπικοί άρχοντες. Διοικητικά, ένα μεγάλο μέρος της ανατολικής Στερεάς και ολόκληρη η Πελοπόννησος αποτελούσαν μια ενιαία διοικητική περιφέρεια, ένα «θέμα», με έδρα τη Θήβα. Όμως, μετά την καταστροφή της Θήβας και της Κορίνθου από τους Νορμανδούς, οι δυο πόλεις έγιναν ξεχωριστές διοικητικές ενότητες. Αυτές αποτελούνταν από άλλες μικρότερες διοικητικές περιφέρειες, τα «όρια». Τότε στο «θέμα» της Πελοποννήσου, υπήρχε το «όριο Πατρών-Μεθώνης» καθώς και αυτό της «Κορίνθου-Άργους-Ναυπλίου». Μικρότερες διοικητικές και φορολογικές περιφέρειες από τα «όρια», ήταν οι «επισκέψεις». Ένα μεγάλο μέρος της Μεσσηνίας ανήκε στις επισκέψεις των οικογενειών των Καντακουζηνών και των Βρανάδων, που ουσιαστικά εξουσίαζαν τον εύφορο τόπο. Άλλη «επίσκεψις» της εποχής ήταν αυτή των Καλαβρύτων. Η δράση των ισχυρών οικογενειών, ήταν χαρακτηριστική της αδυναμίας της κεντρικής εξουσίας να ελέγξει διοικητικά την περιφέρεια. Οι ισχυροί τοπάρχες στασίαζαν κατά καιρούς, ακόμα κι εναντίον του αυτοκράτορα, για να προκαλέσουν πολιτικές αλλαγές που θα εξασφάλιζαν τα συμφέροντά τους. Σε μια ιστορική αναδρομή, μεταξύ των άλλων βρίσκουμε, τον Μεσσήνιο άρχοντα και στρατηγό Παριανό Βρανά να επαναστατεί το 1047, μαζί με τον Λέοντα Τορνίκη και άλλους τοπικούς ηγέτες, εναντίον του Κωνσταντίνου ΙΧ του Μονομάχου. Ακόμα λίγο αργότερα, το 1185, τον επίσης Μεσσήνιο στρατηγό Αλέξιο Βρανά να προσπαθεί να καταλάβει την πρωτεύουσα, αφού προηγουμένως στην Αδριανούπολη είχε αυτοαναγορευθεί αυτοκράτορας. Ο Αλέξιος Βρανάς, σε αυτή την προσπάθειά του, σκοτώθηκε σε συμπλοκή κοντά στην Κωνσταντινούπολη.
Λίγο πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, ο μητροπολίτης της Αθήνας και ιστορικός της εποχής Μιχαήλ Ακομινάτος Χωνιάτης περιγράφει ότι η κατάσταση που επικρατούσε στη νότια Ελλάδα αλλά και γενικότερα στη βυζαντινή επικράτεια, ήταν αποτέλεσμα της «φορολογικής απληστίας και της των πλουτούντων ολιγαρχίας». Το αποτέλεσμα ήταν βέβαια η οικονομική καταρράκωση και η εξαθλίωση των αδυνάτων. Έτσι άρχισε να αναπτύσσεται εχθρότητα ανάμεσα στη φτωχή περιφέρεια και την Κωνσταντινούπολη:
«…μόνους δε φορολόγους και θηρίων οδόντας κατά την μωσαϊκήν απειλήν, στέλλετε άλλους επ’ αλλήλοις, καλαμωμένους τα των πόλεων εγκαταλείμματα…»
Μιχαήλ Ακομινάτου του Χωνιάτου, τα σωζόμενα, τομ. Β΄, σελ. 83
Εκτός από τη βαριά φορολόγηση, η πειρατεία που ανθούσε στον ελληνικό νότο εξαθλίωνε ακόμα περισσότερο τους δυστυχείς κατοίκους του. Η πειρατεία και κυρίωςοι Γενουάτες πειρατές, Vetrano και Gafforioκαι οι τοπικοί τυραννίσκοι ήταν οι δυνάστες τους. Στο τέλος του 12ου αιώνα, η αδυναμία της κεντρικής εξουσίας να ελέγξει αυτούς τους τοπικούς άρχοντες, άνοιξε την όρεξή τους για την ίδρυση δικών τους, τοπικών, ανεξάρτητων κρατιδίων. Στην Πελοπόννησο κατάφεραν να ανεξαρτητοποιηθούν τότε, ο Σπαρτιάτης Λέων Χαμάρετος και ο άρχοντας του Ναυπλίου, του Άργους και της Κορίνθου Λέων Σγουρός. Όμως η ανεξαρτητοποίηση τους οδήγησε στη διεκδίκηση και γειτονικών εδαφών. Όταν τότε ο Σγουρός επιτέθηκε στην Αθήνα, ο επίσης ιστορικός Νικήτας Χωνιάτης, αδελφός του μητροπολίτη της Μιχαήλ Ακομινάτου του Χωνιάτη, στηλιτεύοντας την αρπακτική διάθεση των γειτονικών τοπικών αρχόντων, που ουσιαστικά άνοιξε τον δρόμο των Λατίνων, γράφει:
«…εισί δ’ οι και εις ολοσχερή φιλοτιμίαν κατά της εαυτών πατρίδος υπεκκαέντες, ανδραποδώδεις άνθρωποι, τρυφή και ταις άλλαις απονίαις διεφθαρμένοι, οχυρωμάτων και φρουρίων αποτόμων λαβόμενοι, οι δε και πόλεων ευτειχίστων επιβάντες, κακοδαίμονας τυραννίδας περιεβάλλοντο, και δέον φιλεχθρείν Λατίνοις, οι δ’ αντωφθάλμουν αλλήλοις και Λατίνοις, το καινόν, εσπένδοντο…»
Αμέσως μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Λατίνους, ο ανεξαρτητοποιημένος πια Λέων Σγουρός, που ήδη κατείχε τον τίτλο του «σεβαστοϋπερτάτου» από τον Αλέξιο Δ΄ Άγγελο για τις εισφορές του «υπέρ πλωΐμων» και για τη βοήθειά του στην καταδίωξη των πειρατών, περνά και πάλι τον ισθμό με στόχο τώρα την επέκταση του κρατιδίου του και στη Στερεά. Μετά από μια δεύτερη αποτυχημένη προσπάθειά του να καταλάβει την Αθήνα, ο Σγουρός κατέλαβε τη Θήβα, πέρασε τις Θερμοπύλες και έφθασε στη Λάρισα όπου συνάντησε τον έκπτωτο και κυνηγημένο πρώην Αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄. Εκεί ο Σγουρός παντρεύτηκε την κόρη του Αλέξιου, Ευδοκία και ο αυτοκράτορας πεθερός του, του απένειμε τον τίτλο του «Δεσπότη» για το μικρό ανεξάρτητο κρατίδιό του. Μετά από λίγο ο Αλέξιος συνελήφθη από τους Φράγκους και η ελευθερία του εξαγοράστηκε από τον Μιχαήλ της Ηπείρου, με αντάλλαγμα την απονομή της «αρχής της ηγεμονίας» από τον έκπτωτο αυτοκράτορα και στον Μιχαήλ.
Αφού ο Baudouin de Flandre ανακηρύχθηκε, κυρίως από τα βενετικά συμφέροντα, «αυτοκράτορας της λατινικής βυζαντινής αυτοκρατορίας», ο Boniface de Montferrat κατέλαβε τη Θεσσαλονίκη, εγκατέστησε εκεί το βασίλειό του και συνέχισε την κάθοδό του για τον ελληνικό νότο. Αφού οι Φράγκοι πέρασαν τα Τέμπη και τις Θερμοπύλες, κατέλαβαν αρχικά τη Θήβα και την Εύβοια και στη συνέχεια την Αθήνα. Ο Σγουρός δεν μπόρεσε να τους αναχαιτίσει και οπισθοχωρώντας οχυρώθηκε στην Κόρινθο. Ο λαός της πόλης ανέβηκε στον Ακροκόρινθο. Σύμφωνα και με τις τρεις παραλλαγές του «Χρονικού του Μορέως», αφού η άμυνα του Σγουρού στην κάτω πόλη της Κορίνθου ήταν σθεναρή, η κατάληψη της Πελοποννήσου άρχισε από την Αχαΐα με αποβατικό σώμα του Φράγκου ευγενή Guillaume de Champlitte που έφθασε εκεί με βενετικά πλοία την 1η Μαΐου του 1205. Ακολούθησε η Ανδραβίδα όπου οι ντόπιοι τους υποδέχθηκαν ως απελευθερωτές. Έχοντας βάλει πόδι στην Πελοπόννησο, οι Φράγκοι έβαλαν ξανά στον στόχο τους το κρατίδιο του Σγουρού, δηλαδή την Αργολιδοκορινθία. Μετά από σκληρή πολιορκία κατάφεραν να πάρουν την κάτω πόλη της Κορίνθου και η άμυνα του Σγουρού ανέβηκε στον Ακροκόρινθο.
Την ίδια εποχή, δηλαδή λίγο πριν την πτώση της Κωνσταντινούπολης το 1204, ο Geoffroy (I) de Villehardouin, γιος του Jean και ανιψιός του ομώνυμου ιστορικού της τέταρτης σταυροφορίας Geoffroy de Villehardouin, είχε ξεκινήσει για προσκύνημα στους Άγιους Τόπους, στην Παλαιστίνη. Ο ιστορικός Geoffroy de Villehardouin, που ήταν γιος του Guillaume I de Villehardouin, στρατάρχη και κόμη στην κομητείας της Champagne και βασιλιά της Ναβάρρας, ήταν κοντόσταβλος της Champagne και της Romaniæ και είχε ακολουθήσει τον Baudouin de Flandre στην τέταρτη σταυροφορία.
Όταν ο ανιψιός, Geoffroy (I) de Villehardouin έφθασε στη Συρία την άνοιξη του 1204, άκουσε για τα μεγάλα κατορθώματα των ομόδοξών του σταυροφόρων και για να μη χάσει κι αυτός την ευκαιρία για το «πλιάτσικο» που θα ακολουθούσε, αποφάσισε να κατευθυνθεί στην Κωνσταντινούπολη όπου θα συναντούσε και τον θείο του. Όμως σ’ αυτό το ταξίδι, μια απρόσμενη τρικυμία στην ανατολική Μεσόγειο τον έριξε στο λιμάνι της Μεθώνης. Λίγο πριν τη διανομή της «λείας» της τέταρτης σταυροφορίας, η περιοχή της Μεθώνης ανήκε στον άρχοντα Ιωάννη Καντακουζηνό. Τότε, σ’ αυτή την εποχή της ανωμαλίας από την αναμενόμενη κατάλυση της βυζαντινής αυτοκρατορίας, ο Καντακουζηνός καθώς και άλλοι αριστοκράτες στη βυζαντινή επικράτεια, όπως ο Σγουρός, είχαν αποφασίσει να επεκτείνουν τις κτήσεις τους καταλαμβάνοντας ολόκληρο το «όριο Πατρών-Μεθώνης» στη δυτική Πελοπόννησο. Αυτό θα γινόταν κυρίως σε βάρος των κτήσεων της πριγκίπισσας Ειρήνης, κόρης του αυτοκράτορα Αλέξιου Γ΄(1195-1203) αλλά και ανιψιάς του Καντακουζηνού, από τη σύζυγό του Ειρήνη. Αυτή, ήταν αδελφή των αυτοκρατόρων Αλεξίου Γ΄ και Ισαάκιου Β΄. Στο πρόσωπο του τυχοδιώκτη Φράγκου Geoffroy (I) de Villehardouin, ο Καντακουζηνός αναζήτησε και βρήκε έναν σύμμαχο στα ιδιοτελή σχέδιά του. Αυτή η ανοίκεια συμμαχία έφερε εύκολα τη νίκη στον Καντακουζηνό.
Μετά τον θάνατο του Ιωάννη Καντακουζηνού, στις αρχές του 1205 και αφού οι Φράγκοι πλέον κατέβαιναν προς τον Μοριά, ο γιος και διάδοχός του Ιωάννη Καντακουζηνού, αφού κατάλαβε τις συνέπειες της αφύσικης συμμαχίας του πατέρα του με τον Φράγκο τυχοδιώκτη, τον έδιωξε από την περιοχή της Μεθώνης. Μετά μάλιστα από παρακίνηση του ανεξαρτητοποιημένου από την κεντρική εξουσία, χωροδεσπότη πια του Άργους και του Ναυπλίου, Λέοντα Σγουρού που αντιστεκόταν στον Ακροκόρινθο, κινήθηκε κι αυτός στρατιωτικά και προσπάθησε να αντισταθεί στους Φράγκους που στο μεταξύ είχαν κατέβει στην περιοχή της Αργολίδας και ήδη πολιορκούσαν και το Ναύπλιο. Ήταν όμως αργά. Ο πονηρός Φράγκος Geoffroy (I) de Villehardouin είχε ήδη καταλάβει ότι με τις συνθήκες που επικρατούσαν τότε, θα ήταν εύκολο γι’ αυτόν και τους ομοεθνείς του να καταλάβουν ολόκληρη την Πελοπόννησο. Διωγμένος από το Μιχαήλ Καντακουζηνό και αφού πληροφορήθηκε τα της πολιορκίας του Ακροκορίνθου και του Ναυπλίου από τα στρατεύματα του Boniface de Montferrat, έφθασε εκεί για να τον βοηθήσει. Ο Boniface δέχθηκε φυσικά τη βοήθεια από το συμπατριώτη του και για να τον κρατήσει μάλιστα στην υπηρεσία του, του πρόσφερε ‘μερτικό’ από τις περιοχές που θα καταλάμβαναν. Όμως στο στρατόπεδο του Boniface, ο Geoffroy (I) de Villehardouin βρήκε έναν παλιό φίλο του, τον Guillaume de Champlitte, που οι πρόγονοί του κατάγονταν από την περιοχή του χωριού του Villehardouin.
Ο Guillaume de Champlitte είχε ήδη καταλάβει την Αχαΐα και την Ανδραβίδα. Αφού λοιπόν, ο Geoffroy I de Villehardouin αναγνώρισε,ως υποτελής, τον Champlitte αρχηγό της επιχείρησης και αφού πήραν και την έγκριση του Boniface de Montferrat, το τέλος της άνοιξης του 1205, ξεκίνησαν με εκατό σιδερόφρακτους ιππότες και λίγους πεζούς στρατιώτες για την κατάληψη της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου. Αφού η κατάκτηση του κρατιδίου του Σγουρού ήταν πολύ δύσκολη και ο Boniface de Montferrat έπρεπε να γυρίσει αμέσως στο βασίλειό του στη Θεσσαλονίκη, οι Φράγκοι άφησαν τον«Μεγάλο Κύρη» της Αθήνας Otto de la Roche να κρατήσει την πολιορκία του Σγουρού στον Ακροκόρινθο. Ο Guillaume de Champlitte φεύγοντας, άφησε τον Otto de la Roche να ενισχύσει τον αποκλεισμό του Σγουρού και να συνεχίσει την κατασκευή ενός αντίκαστρου στον λόφο απέναντι από τον Ακροκόρινθο που το ονόμασε Montescovée (Πεντεσκούφι).
Παρά την Partitio, οι δυο Φράγκοι έβαλαν ως στόχο τους τη μετατροπή του Μοριά σε ένα σχετικά αυτόνομο κράτος, το πριγκιπάτο της Αχαΐας. Έτσι τον Νοέμβριο του 1205 και πριν από την ολοκλήρωση της κατάκτησης, ο πάπας Innocent ΙΙΙ (Ιννοκέντιος), σε γράμμα που έστειλε στον Λατίνο πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης, «έσπευσε» να ονομάσει τον Guillaume de Champlitte: ‘princeps totius Achaie provincie’. Το 1205 πέθανε στην Κωνσταντινούπολη ο υπέργηρος δόγης της Βενετίας, Enrico Dandolo. Σήμερα, μια πλάκα στο δάπεδο του εξώστη της Αγίας Σοφίας, θυμίζει τον θάνατό του εκεί. Τον μεθεπόμενο χρόνο (1207) πέθανε στην Κωνσταντινούπολη και ο Λατίνος αυτοκράτορας Baudouin de Flandre. Νέος αυτοκράτορας στέφθηκε ο Henri d’Hainaut, αδελφός και διάδοχος του Baudouin I de Flandre et de Hainaut και έμεινε στον θρόνο μέχρι την οριστικοποίηση της κατάκτησης.
Όμως το 1208, μετά τον αιφνίδιο θάνατο του Champlitte στην Champagne, ο φίλος αλλά και βάιλός του Geoffroy I de Villehardouin αυτοανακηρύχθηκε πρίγκιπας της Αχαΐας και του Μοριά, αφού προηγουμένως με τέχνασμα και δόλο σφετερίστηκε το κληρονομικό δικαίωμα του Robert de Champlitte, ανιψιού και διαδόχου του Guillaume de Champlitte. Μετά την παρασπονδία και την κατάληψη της Μεθώνης και της Κορώνης από τους Φράγκους, η Βενετία για να μην εγκαταλείψει τα δικαιώματά της και τα εδάφη που είχε αποκτήσει με την Partitio, έστειλε στη Μεθώνη και στην Κορώνη τον στόλο της το 1207 (κατά τον William Miller το 1206), για να εδραιώσει την κυριαρχία της τουλάχιστον στα δυο πολύτιμα για εμπορικούς λόγους λιμάνια, που θα της επέτρεπαν να ελέγχει τους δρόμους της Ανατολής. Τελικά στη Φραγκοκλησιά της Σαπιέντζας, τον Ιούνιο του 1209, με την ομώνυμη συμφωνία, αναγνωρίστηκε η κυριαρχία της Βενετίας στη Μεθώνη και την Κορώνη, αφού όμως πρώτα παραχωρήθηκε όλος ο υπόλοιπος Μοριάς στους Φράγκους και αυτοί έγιναν υποτελείς στον δόγη της Βενετίας, Pietro Ziani. Μετά τη συμφωνία με τους Βενετούς, οριστικοποιήθηκε η φραγκική κατάκτηση (Conquest) του Μοριά. Με τη συμφωνία αυτή, μεταξύ του Geoffroy I de Villehardouin και του εκπροσώπου του δόγη και μετέπειτα πρώτου castellano Μεθώνης και Κορώνης Rafaello Zeno, όλος ο Μοριάς παραχωρήθηκε ως φέουδο στον Villehardouin, εκτός από τις περιοχές της Μεθώνης και της Κορώνης που παρέμειναν στην κυριαρχία της Γαληνότατης Δημοκρατίας της Βενετίας. Ο Villehardouin απλά, θα ήταν υποτελής στο δόγη της Βενετίας:
‘…simusastrictisacramento et vinendofidelitatis domino duci et suissuccessoribus…’
Αυτοί οι όροι της φεουδαρχίας και της υποτέλειας ήταν συμβάσεις με πολιτική βάση που ίσχυαν την εποχή των σταυροφοριών, κυρίως στη δύση.
(Στη φωτογραφία Ευγένιος Ντελακρουά, Η είσοδος των Σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη, 1840)
