Στο πριγκιπάτο της Αχαΐας, οι Villehardouin, Geoffroy I και Geoffroy II, δηλαδή ο πατέρας και ο πρωτότοκος γιος αντίστοιχα, αφού κυβέρνησαν διαδοχικά και με σύνεση μέχρι τον θάνατό τους, ο πρώτος μέχρι το 1218 και ο δεύτερος μέχρι το 1246, τάφηκαν στον Άγιο Ιάκωβο της Ανδραβίδας, όπου ήταν και η έδρα του Λατίνου επισκόπου του Μοριά. Και οι δυο κατάφεραν να συγκρατήσουν τις τάσεις ανεξαρτητοποίησης των βαρόνων, αλλά και να περιορίσουν την πειρατεία, που άνθιζε στο Αιγαίο και στο Ιόνιο, λόγω της αδυναμίας των Βυζαντινών να εξασφαλίσουν τη ναυσιπλοΐα.
Οι Φράγκοι αφού κατέλαβαν και την Καλαμάτα,
«Επί της αυρίου εμίσσεψαν, στην Καλομάτα ήλθαν.Το κάστρον ηύραν αχαμνόν ως μοναστήριν το είχαν»
("Το Χρονικόν του Μορέως", κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης, στίχοι 1711-12)
μετά τη διανομή της "λείας" τους σε βαρονίες, ο πρώτος πρίγκιπας της Αχαΐας Guillaume de Champlitte, έδωσε την Καλαμάτα και την Αρκαδιά (Κυπαρισσία) στον Geoffroy I de Villehardouin με ένα χρυσό δαχτυλίδι:
«Εν τούτω θέλω, δίδω σε να έχης ιγονικόν σου την Καλλομάταν κι Αρκαδιάν μετά την περιοχήν τους».
("Το Χρονικόν του Μορέως", κατά τον κώδικα της Κοπεγχάγης, στίχοι 1864-65)
Μια ακόμα σοβαρή τομή στα πράγματα της εποχής από τους δυο πρώτους πρίγκιπες, ήταν και η υποχρέωση των εκκλησιαστικών τιμαρίων στην καταβολή εισφορών για τις κοινές δαπάνες. Αρχικά ο Geoffroy I de Villehardouin, εντάσσοντας τον κλήρο στους φεουδάρχες, υποχρέωνε ουσιαστικά τους κληρικούς στην καταβολή φόρου, ανάλογου με την περιουςία και τα εισοδήματά τους. Φυσικά ο πάπας Innocent IΙΙ αντέδρασε τότε χαρακτηρίζοντας την πράξη του Geoffroy I de Villehardouin απαράδεκτη. Όμως κι αυτός ανταπάντησε, υπενθυμίζοντας στον πάπα ότι το πριγκιπάτο ανήκε στη δικαιοδοσία του Λατίνου αυτοκράτορα της Ρωμανίας, δηλαδή της Κωνσταντινούπολης. Το 1210 όμως, μετά τη δεύτερη σύνοδο της Ραβενίκας (μιας πόλης κοντά στη Λαμία), ο κλήρος απαλλάχθηκε από την καταβολή των φόρων στον Λατίνο πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης και επικυρώθηκε η καταβολή εισφορών στους κατά τόπους ηγεμόνες. Έτσι επήλθε μια σχετική εξομάλυνση στις σχέσεις του πάπα και του πρίγκιπα Geoffroy I. Μετά τη σύνοδο της Ραβενίκας θεμελιώθηκε ουσιαστικά η κατάκτηση και άρχισε η εγκατάσταση των φραγκικών οικογενειών στον ελλαδικό χώρο. Τότε ήλθαν και εγκαταστάθηκαν στο πριγκιπάτο και η γυναίκα του Geoffroy I, Elizabeth de Chappes και ο πρωτότοκος γιος του Geoffroy. Όταν ο Geoffroy I πέθανε το 1218, άφησε διάδοχό του τον γιο του, Geoffroy II. Ο δευτερότοκος Guillaume II που μόλις είχε γεννηθεί στην Καλαμάτα, έπαιρνε ως φέουδό του τη βαρονία της Καλαμάτας.
Ο Geoffroy II de Villehardouin, λίγο πριν τον θάνατο του πατέρα του, είχε παντρευτεί την Agnes de Courtenay, κόρη του Λατίνου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, Pièrre de Courtenay. Η διακυβέρνηση του πριγκιπάτου από τον Geoffroy II ήταν αυτή που εδραίωσε τη φραγκοκρατία στον Μοριά. Το πριγκιπάτο και η αυλή του απέκτησαν διεθνή φήμη και ακτινοβολία. Η εκπαίδευση στα όπλα για πολλούς νέους από την Ευρώπη, ήταν μεγάλη τιμή γι αυτούς αλλά και σημαντικό γεγονός για την εποχή. Όμως αυτή η λαμπρή διοίκηση σκιάστηκε από τη στάση του καθολικού κλήρου. Με διάφορους τρόπους, όπως δωρεές ή παραχωρήσεις με διαθήκες γης στα μοναστήρια και τις εκκλησίες, η περιουσία του κλήρου είχε ξεπεράσει το 30% του συνόλου των κτήσεων του πριγκιπάτου. Έτσι, αφού η ιδιοκτησία του κλήρου ήταν σχεδόν αφορολόγητη, τα έσοδα των κληρικών ήταν δυσανάλογα περισσότερα από αυτά των άλλων φεουδαρχών. Ο Geoffroy II όμως ζήτησε από τον κλήρο να συνεισφέρει οικονομικά στον αγώνα του εναντίον των «σχισματικών Ελλήνων» που παρέμεναν οχυρωμένοι σε απομονωμένα κάστρα όπως στη Μονεμβασιά, στα Βάτικα αλλά και την Τσακωνιά. Η άρνηση των κληρικών σε αυτή τη συνεισφορά εξόργισε τον Geoffroy II, που προχώρησε τότε σε κατασχέσεις πολλών εκκλησιαστικών φέουδων. Με αυτά τα έσοδα έχτισε το κάστρο Clermont το γνωστό Χλεμούτσι στη Γλαρέντζα (Clarentia ή Clarencia) κοντά στην Κυλλήνη. Ο αφορισμός του από τον πάπα Honorius III, δεν πτόησε τον Geoffroy II. Μετά την ολοκλήρωση της ανέγερσης του οχυρού, αυτός ισχυρίστηκε ότι το έχτισε για να προστατευθούν οι Λατίνοι από τους «σχισματικούς Έλληνες». Έτσι μετά την άρση του αφορισμού, κατάφερε να έλθει σε συμφωνία με τον πάπα, στη σύνοδο της Ρώμης το 1223. Εκεί ανέλπιστα, μετά της εξηγήσεις που έδωσε στον Πάπα ο Geoffroy II, αναβαθμίσθηκε ο ρόλος του πρίγκιπα της Αχαΐας. Μετά τη σύνοδο συμφωνήθηκε ότι ο ηγεμόνας δεν θα εισπράττει φόρους από τα εκκλησιαστικά φέουδα αλλά θα έχει τη διαχείριση της κινητής εκκλησιαστικής περιουσίας με αντίτιμο περίπου χίλια υπέρπυρα τον χρόνο. Αυτά τα χρήματα έπρεπε να καταβάλουν οι βαρόνοι και οι υπόλοιποι υπήκοοι στους δυο Λατίνους αρχιεπισκόπους της Πάτρας και της Κορίνθου. Έτσι απαλλαγμένο από αντιπαλότητες και αφορισμούς, με στιβαρή διοίκηση από τον Geoffroy II, η ζωή στο πριγκιπάτο κύλησε ειρηνικά για περισσότερο από είκοσι χρόνια.
Ο θάνατος του άτεκνου Geoffroy II το 1246, έκανε πρίγκιπα τον αδελφό και διάδοχό του, Guillaume II de Villehardouin, τον γνωστό και ως Καλαμάτη ή μακρυδόντη πρίγκιπα. Η Καλαμάτα έχει συνδεθεί άρρηκτα με τον Guillaume de Villehardouin. Μιλούσε άπταιστα ελληνικά κι αυτός ήταν ο λόγος, που αυτός και η κόρη του Ισαβέλλα, αγαπήθηκαν ιδιαίτερα από τον δύσπιστο ντόπιο πληθυσμό. Αμέσως μετά τη διαδοχή, ο Guillaume II πολιόρκησε τη Μονεμβασία που ανήκε στους τοπικούς άρχοντες Μαμωνά, Δαιμονογιάννη και Σοφιανό και μετά από αποκλεισμό περίπου τριών ετών, κατάφερε να την κατακτήσει.
Μετά την πτώση της Μονεμβασίας υποτάχτηκαν και τα Βάτικα, η Τσακωνιά κι η Μάνη. Τότε το πριγκιπάτο της Αχαΐας έφθασε στη μεγαλύτερη ακμή του αφού, με εξαίρεση τις βενετικές κτήσεις στη νοτιοδυτική Μεσσηνία, όλος ο υπόλοιπος Μοριάς είχε υποταχθεί στους Φράγκους. Όμως στη συνέχεια και ενώ ο Guillaume II με τον στρατό του έπαιρναν μέρος σε εκστρατεία στην Κύπρο, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της πρώτης σταυροφορίας του βασιλιά της Γαλλίας Saint Louis ΙΧ (1248-49) για την Αίγυπτο, οι ισχυροί βαρόνοι του πριγκιπάτου βρήκαν την ευκαιρία και προσπάθησαν να ανεξαρτητοποιηθούν. Ο Guillaume II επέστρεψε και επέβαλε την τάξη στον Μοριά. Μετά από αυτή την αποτυχημένη εξέγερση των βαρόνων αλλά και την σχετικά πρόσφατη κατάκτηση της Μονεμβασίας, ο Guillaume II προχώρησε στην ανέγερση διαφόρων κάστρων, που του εξασφάλιζαν την υπακοή των βαρονιών στη διοίκηση και τον έλεγχο του πριγκιπάτου. Τότε ανάμεσα στα άλλα έχτισε και τα κάστρα του Μυστρά, της Μάνης στο ακρωτήριο Crosso (Τηγάνι) και του Beaufort στο Λεύκτρο.
Το 1258, μετά από σοβαρές διαφορές για τη βόρεια Εύβοια, που ο Guillaume II είχε πάρει ως κληρονομιά από τη δεύτερη σύζυγό του Carintana, κόρη του Richard Dalle Carceri, με τους ομοεθνείς του Φράγκους ηγεμόνες της Εύβοιας και του συμμάχου τους «Μεγάλου Κύρη» της Αθήνας, Guy I de la Roche, ο Guillaume II εκστράτευσε εναντίον τους και αφού συνάντησε στο Καρύδι, στον παλιό δρόμο Μεγάρων-Θήβας, τον συνασπισμένο στρατό των ομοεθνών του βαρόνων, τους νίκησε και τους καθυπόταξε. Ο Guy I de la Roche όμως, ανεξαρτητοποιήθηκε από τους υπόλοιπους Φράγκους και ανακηρύχθηκε από τον βασιλιά της Γαλλίας Louis ΙΧ, δούκας της Αθήνας. Μετά από αυτές τις επιτυχίες, η φήμη του σκληροτράχηλου ηγέτη συνόδευε παντού τον Guillaume II de Villehardouin.
Η παρακμή της Βυζαντινής αυτοκρατορίας που είχε ήδη αρχίσει, οδήγησε σε περίεργες συμμαχίες και διενέξεις. Έτσι το 1258 όταν η Κωνσταντινούπολη ήταν ακόμα στα χέρια των Λατίνων, ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος που είχε πάρει τον θρόνο της Θεσσαλονίκης, επιτέθηκε στον δεσπότη της Ηπείρου Μιχαήλ Β΄ Άγγελο Κομνηνό, που είχε κινηθεί κατά του αυτοκράτορα της Νίκαιας Θεοδώρου Β΄ Λάσκαρη. Το 1259 ο χήρος και άτεκνος ως τότε Guillaume II, παντρεύτηκε για τρίτη φορά την κόρη του Μιχαήλ Β΄ Αγγέλου Κομνηνού, Άννα-Αγγελίνα Κομνηνή και θεώρησε υποχρέωσή του να βοηθήσει στρατιωτικά τον πεθερό του. Τότε, αφού πέθανε ο αυτοκράτορας Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης, τον διαδέχθηκε ο ανήλικος γιος του Ιωάννης υπό την επιτροπεία του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου.
Έτσι στη μάχη της Πελαγονίας εναντίον των Βυζαντινών του Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγου, ο Guillaume II de Villehardouin τραυματίστηκε και πιάστηκε αιχμάλωτος. Κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας του, διορίσθηκε επίτροπος της ηγεμονίας της Αχαΐας, ο δούκας της Αθήνας Guy I de la Roche. Μετά από τρία χρόνια και αφού εν τω μεταξύ ο Αλέξιος Στρατηγόπουλος είχε ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη και ο Μιχαήλ Η΄ είχε αυτοανακηρυχθεί αυτοκράτορας, ο Guillaume II αναγκάστηκε να δηλώσει υποτέλεια στον Μιχαήλ Η΄ και για να εξαγοράσει την ελευθερία του, να του παραχωρήσει αρκετά από τα νεόκτιστα κάστρα του. Τότε πέρασαν στα χέρια των Βυζαντινών τα κάστρα του Μυστρά, της Μονεμβασιάς και της Μάνης που απετέλεσαν τον πυρήνα για τη δημιουργία του κατοπινού ελληνικού δεσποτάτου του Μυστρά. Εκτός από αυτά, όταν πια επέστρεψε στον Μοριά το 1261, παραχώρησε τη βαρονία της Αρκαδιάς στον προερχόμενο από την Κωνσταντινούπολη μετά την επανάκτησή της από τους Βυζαντινούς και συγκρατούμενό του εκεί, Vilain d’Aulnay.
Τον Μάιο του 1267, έγινε μια σημαντική σύσκεψη στην παπική κατοικία στο Viterbo με τους Charles I d’Anjou, Baudouin II de Flandre et de Hainaut και τον Guillaume II de Villehardouin από το πριγκιπάτο της Αχαΐας, υπό το βλέμμα του πάπα Clement IV. Εκεί ο Charles I d’Anjou, εκφράζοντας το πνεύμα όλης της Δύσης, έδειξε το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του για την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Σύμφωνα με τη συμφωνία, ο Philippe de Courtenay, γιος του Baudouin II και διάδοχος του λατινικού θρόνου της Κωνσταντινούπολης, θα παντρευόταν τη Beatrice, κόρη του Charles I d’Anjou. Ακόμα ο Louis-Philippe d’Anjou, γιος του Charles I, θα παντρευόταν την Isabelle de Villehardouin, κόρη του Guillaume II. Έτσι ο Guillaume II de Villehardouin, θα γινόταν υποτελής στον Charles I d’Anjou. Αυτός αναλάμβανε την υποχρέωση να οργανώσει «ιερό πόλεμο» ώστε να επαναφέρει τους σχισματικούς Έλληνες στην αγκαλιά της «Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας». Για την εξασφάλιση του απαιτούμενου γι αυτό το εγχείρημα στόλου, έδωσαν τις απαραίτητες εγγυήσεις στη «Γαληνότατη Δημοκρατία» της Βενετίας για την εξασφάλιση της ναυτικής βοήθειάς της. Έτσι το πριγκιπάτο της Αχαΐας απέκτησε άλλον επικυρίαρχο. Από το βασίλειο της Γαλλίας πέρασε από τους de Villehardouin στους d’ Anjou από το βασίλειο της Νάπολης και της Σικελίας.
Ο Guillaume II, πέθανε την πρωτομαγιά του 1278 και τάφηκε στην Καλαμάτα. Ελλείψει αρρένων απογόνων, η βαρονία της Καλαμάτας πέρασε στη χήρα του Άννα-Αγγελίνα και την πρώτη κόρη του Isabelle. Δεύτερη κόρη του Guillaume II ήταν η Margarita, η μετέπειτα γνωστή «Κυρά της Άκοβας».
(Φωτογραφία: Σφραγίδα (σιγίλιο) του Geoffroy I de Villehardouin + SIGILL GOSFRIDI DE VILARDVIN
(Schlumberger, 1898, σ. 4)
