13 Οκτωβρίου 1904. Ένα τούρκικο βόλι τον πέτυχε στην κοιλιά. Έπεσε κατάχαμα, έξω από το σπίτι του παπά και σε λίγο ξεψύχησε. Ο Ήρωας-Σύμβολο λύγισε. Στάτιστα Καστοριάς, το σημερινό χωριό Μελάς. Πήρε το αίμα και τη ζωή του, πήρε και τ’ όνομά του.
Παύλος Μελάς
Σε κλαίει λαός. Πάντα χλωρό να σειέται το χορτάρι
στον τόπο που σε πλάγιασε το βόλι, ω παλικάρι!
Πανάλαφρος ο ύπνος σου· του Απρίλη τα πουλιά
σαν του σπιτιού σου να τ’ ακούς λογάκια και φιλιά,
και να σου φτάνουν του χειμώνα οι καταρράχτες
σαν τουφεκιού αστραπόβροντα και σαν πολέμου κράχτες.
Πλατιά του ονείρου μας η γη και απόμακρη. Και γέρνεις
εκεί και σβεις γοργά.
Ιερή στιγμή. Σαν πιο πλατιά τη δείχνεις, και τη φέρνεις
σαν πιο κοντά!
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
Ο Παύλος Μελάς με το ένοπλο σώμα του σχεδίαζε, στις 12 Οκτώβρη 1904, να επιτεθεί αιφνιδιαστικά στο σλαβόφωνο χωριό Νερέτ της Φλώρινας, τον σημερινό Πολυπόταμο. Πίστευαν ότι θα βρουν εκεί Βούλγαρους κομιτατζήδες. Φτάνοντας, είδαν ότι στο χωριό βρισκόταν εγκατεστημένη ισχυρή δύναμη του τουρκικού στρατού. Και δεν έφτανε αυτό. Και ο καιρός ήταν εναντίον τους. Το Βίτσι «πνιγόταν» από άγρια καταιγίδα. Στη σφοδρή μάχη που ακολούθησε, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν με απώλειες. Ο Φίλιππος Καπετανόπουλος ήταν νεκρός. Ο Παύλος Μελάς, φεύγοντας, έβγαλε την κάπα του και τον σκέπασε.
Στην τσέπη της κάπας υπήρχε όμως μια απόρρητη επιστολή που του είχε παραδώσει νωρίτερα ο Καπετανόπουλος. Η επιστολή που απευθυνόταν στον Έλληνα Πρόξενο του Μοναστηρίου, Δημήτριο Καλλέργη, αποδείκνυε την άμεση στήριξη του Ελληνικού Κράτους στα αντάρτικα σώματα της Μακεδονίας. Όταν οι Τούρκοι βρήκαν το γράμμα, προκλήθηκε διπλωματικό επεισόδιο. Η τουρκική κυβέρνηση απέστειλε έντονο διάβημα προς την ελληνική, ζητώντας να ανακαλέσει αμέσως τον Έλληνα πρόξενο από τη θέση του στο Μοναστήρι.
Ο Παύλος Μελάς και οι άνδρες του, έφυγαν από το Νερέτ εξαντλημένοι και απογοητευμένοι και με υπόδειξη του πράκτορα Β. Ντίνα ή Ντίνα Στεργίου, κατευθύνθηκαν το σούρουπο προς το χωριό του, τη Στάτιστα. Ο Ντίνας ήταν παλιότερα στην ομάδα του Βούλγαρου κομιτατζή Μήτρε Βλάχου (Mitre the Vlach) ή Παντούροφ. Αφού διαφώνησε, εντάχθηκε αργότερα στις δυνάμεις των Μακεδονομάχων.
Φτάνοντας στη Στάτιστα, οι άνδρες του Παύλου Μελά, με τη συνδρομή και τις γνωριμίες του Ντίνα, μοιράστηκαν σε «έμπιστα» σπίτια του χωριού. Ο Παύλος Μελάς μαζί με τους Ντίνα, Νικόλαο Πύρζα, Γιώργο Στρατηνάκη και Πέτρο Χατζητάση, διανυκτέρευσαν στο σπίτι του ιερέα και δασκάλου του χωριού, Χατζή Ιωάννη Καντζάκη. Την επόμενη ημέρα σχεδίαζαν να πάνε στο Ζέλοβο, το σημερινό Αντάρτικο, όπου θα συναντούσαν την ομάδα του Θύμιου Καούδη.Ο Βλάχος ήταν Βούλγαρος κομιτατζής της αυτονομιστικής Ε.Μ.Ε.Ο. (Εσωτερική Μακεδονική Επαναστατική Οργάνωση) ή Κομιτάτο των σεντραλιστών (κεντριστών), στην περιοχή της Καστοριάς και της Φλώρινας. Ένα από τα βασικά κρυσφύγετά του ήταν το Νερέτ. Έτσι έμαθε για τις κινήσεις του Παύλου Μελά στην περιοχή. Ο Βλάχος έστησε την παγίδα. Διέρρευσε μια παραπλανητική πληροφορία στην τουρκική χωροφυλακή, ότι δήθεν ο ίδιος κρυβόταν στην Στάτιστα. Αφού ήταν επικηρυγμένος με μεγάλη αμοιβή, οι Τούρκοι έστειλαν από το κοντινό χωριό Κονομπλάτι, το σημερινό Μακροχώρι, ένα ισχυρό απόσπασμα στη Στάτιστα για να τον συλλάβει.
Όμως, το επόμενο απόγευμα κι ενώ οι Μακεδονομάχοι ετοιμάζονταν να φύγουν για το Ζέλοβο, το τουρκικό απόσπασμα έφτασε στη Στάτιστα. Οι χωροφύλακες άρχισαν να περιφέρονται στο χωριό ψάχνοντας για τους Βούλγαρους. Ένας πυροβολισμός ενός ανυπόμονου αντάρτη, του Γιώργη Βολάνη, εναντίον ενός χωροφύλακα, πρόδωσε τη θέση τους και επιβεβαίωσε την πληροφορία για την παρουσία ανταρτών. Η ομάδα του Βολάνη είχε διανυκτερεύσει στο απέναντι σπίτι από αυτό που στέγαζε την ομάδα του Παύλου Μελά. Οι χωροφύλακες, που πίστευαν ότι είχαν εντοπίσει τους κομιτατζήδες του Βλάχου, περικύκλωσαν το σπίτι και η ανταλλαγή πυρών συνεχίστηκε μέχρι το βράδυ.
Η ομάδα του Παύλου Μελά στο απέναντι κτήριο, αποφάσισε να εκμεταλλευτεί το σκοτάδι της νύχτας, που είχε αρχίσει να πέφτει, και να βγει για να συνδράμει τους αποκλεισμένους. Η λαϊκή παράδοση λέει ότι οι άσπρες κάλτσες του Παύλου Μελά τον πρόδωσαν, αφού έτσι έγινε αντιληπτός από κάποιον Τούρκο χωροφύλακα που τον πυροβόλησε. Το βόλι τον πέτυχε στην κοιλιά. Ο θάνατος δεν ήταν ακαριαίος. Η πάλη του λαβωμένου αγωνιστή με τον χάρο κράτησε πολλή ώρα. Μπορεί και να τον λύτρωσαν οι δικοί του για να μην πέσει ζωντανός στα χέρια των Τούρκων. Πεθαίνοντας παράγγειλε:
«Βούλγαρος να μη μείνη»
Κάποιοι κατάφεραν να διαφύγουν. Άλλοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι και κατέληξαν στις φυλακές της Καστοριάς. Ανάμεσά τους κι ο Βολάνης.
Όσοι διέφυγαν έφτασαν στο Ζέλοβο και ενημέρωσαν τον Θύμιο Καούδη. Από εκεί ενημερώθηκε το Ελληνικό Προξενείο στο Μοναστήρι. Η είδηση για τον νεκρό Έλληνα αξιωματικό στη Στάτιστα κινητοποίησε τις τουρκικές αρχές που έσπευσαν να τον αναζητήσουν. Έτσι θα είχαν αποδείξεις για να διαμαρτυρηθούν στις Μεγάλες Δυνάμεις για την στήριξη αντάρτικων σωμάτων από την Ελληνική Κυβέρνηση.
Ο Ντίνας πρόλαβε όμως. Πήγε στον τάφο και αφαίρεσε το κεφάλι του Παύλου Μελά για να μην τον ταυτοποιήσουν οι Τούρκοι. Το κεφάλι του Ήρωα ενταφιάστηκε στο εσωτερικό της Αγίας Παρασκευής στο Πισοδέρι. Το ακέφαλο σώμα του παραδόθηκε από τους Τούρκους στον Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη και ενταφιάστηκε στον προαύλιο χώρο του ναού των Παμμέγιστων Ταξιαρχών στην Καστοριά. Εκεί, το 1950, γύρισε και το κεφάλι του. Σήμερα εκεί, δίπλα στην προτομή του, βρίσκεται το κενοτάφιο του Παύλου Μελά και της συζύγου του Ναταλίας. Τα οστά τους φυλάσσονται μέσα στον Ναό.
Ο Ίων Δραγούμης λέει για τον γαμπρό του:
«Ο Μελάς… με τη σπίθα που άναψε στον καθένα, πολλοί που ήταν τυφλοί ως τότε, είδαν».
