Κυριακή, 08 Νοεμβρίου 2026 17:30

Ο Γεώργιος Κατεχάκης

Γράφτηκε από τον

Ο Γεώργιος Κατεχάκης

Του Γιάννη Α. Μπίρη

Γεννημένος στην Πόμπια, στην άκρη της πεδιάδας της Μεσαράς, ο Γεώργιος Κατεχάκης (1881–1939) δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από τον πατριωτικό προσανατολισμό μιας επαναστατικής οικογένειας της Κρήτης. Ο παππούς του, ήταν οπλαρχηγός του 1821, ο πατέρας του Απόστολος Κατεχάκης διακρίθηκε στις μεγάλες κρητικές επαναστάσεις και ήταν βουλευτής στη Βουλή της Κρήτης. Μεγαλώνοντας σε αυτό το περιβάλλον και ζώντας, σε ευαίσθητη ηλικία, τις συνέπειες της μεγάλης ήττας του «Μαύρου 97», ήταν φυσικό να νοιώθει καθήκον του την προσφορά προς την πατρίδα. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1902 ως ανθυπολοχαγός πεζικού.

Ακολουθώντας τα βήματα του Σφακιανού οπλαρχηγού Θύμιου Καούδη, που μετά τη «στρατολόγησή» του από τον Παύλο Μελά στην Αθήνα το 1903, τον Φεβρουάριο του 1904, είχε μπει στον Μακεδονικό Αγώνα επικεφαλής του πρώτου ένοπλου σώματος Κρητικών, ο Κατεχάκης, ως καπετάν-Ρούβας ή Γεώργιος Αποστόλου, μπήκε κι αυτός την 1η Νοέμβρη 1904. Αφού ο Παύλος Μελάς είχε εκλείψει, το Μακεδονικό Κομιτάτο της Αθήνας τον έχρισε γενικό αρχηγό των ελληνικών σωμάτων στην περιοχή του Μοναστηρίου (σημερινή Μπίτολα). Το ψευδώνυμο Ρούβας προέρχεται από το δάσος του Ρούβα στις νοτιοανατολικές πλαγιές του Ψηλορείτη.

Στις 12 Νοεμβρίου 1904, τα σώματα των εθελοντών Κρητικών Μακεδονομάχων, με επικεφαλής τους Θύμιο Καούδη ως καπετάν-Στέφανο και τον Γεώργιο Κατεχάκη ως Καπετάν Ρούβα, με τη συμμετοχή και του Παύλου Γύπαρη από την Ασή Γωνιά Χανίων, μπήκαν στο βουλγαροκρατούμενο χωριό Ζελενίτσι της Φλώρινας, το σημερινό Σκλήθρο, ανάμεσα σε Φλώρινα, Αμύνταιο και Καστοριά. Εκεί επιτέθηκαν σε σπίτι που γινόταν ο γάμος κάποιου στελέχους της βουλγαρικής ΕΜΕO. Στόχος τους ήταν οι αρχηγοί των Βουλγάρων και ο βοεβόδας Κόλε που βρίσκονταν εκεί. Ο Κόλε ήταν ο Νικόλαος Ανδρέου, γνωστός και ως Κόλε Αντρέεφ ή Μόκρενσκι, που γεννήθηκε το 1879 στο χωριό Μόκρενη το σημερινό Βαρικό Φλώρινας. Από το χωριό πήρε και το προσωνύμιο Μόκρενσκι. Σε νεαρή ηλικία πήγε στη Βουλγαρία σε στρατιωτική σχολή. Γύρισε στη Φλώρινα ως απεσταλμένος της ΕΜΕΟ και ήταν ο αρχικομιτατζής της περιοχής.

Στο Ζελενίτσι οι Κρητικοί τους εξόντωσαν, σχεδόν όλους. Ο Κόλε όμως διέφυγε.

Στις 30 Νοεμβρίου 1904, o καπετάν-Ρούβας ήταν επικεφαλής στη μάχη του Ζέλοβου, του σημερινού Αντάρτικου της Φλώρινας, σε μια από τις πιο κρίσιμες και στρατηγικά καθοριστικές συγκρούσεις στις αρχές του Μακεδονικού Αγώνα. Κατάφερε να νικήσει σχεδόν διπλάσιους κομιτατζήδες.

Τον Απρίλιο του 1905, στο όρος Σινιάτσικο (Μουρίκι) της Κοζάνης, τα εθελοντικά σώματα του καπετάν-Ρούβα και του καπετάν Βέργα, που ήταν ο Έλληνας υπολοχαγός του ιππικού Πέτρος Μάνος από την Αθήνα, στάθηκαν απέναντι στις οθωμανικές δυνάμεις και απέκρουσαν με επιτυχία τη σφοδρή επίθεσή τους, προκαλώντας τους μεγάλες απώλειες. Αργότερα, στα περίχωρα της Νάουσας, στο Βέρμιο, ο καπετάν-Ρούβας, σε μια άλλη σφοδρή σύγκρουση με τον οθωμανικό στρατό, τραυματίστηκε σοβαρά στο χέρι. Στη μάχη έχασε αρκετούς άνδρες του ενώ ο ίδιος χρειάστηκε να απομακρυνθεί από το μέτωπο των συγκρούσεων για να νοσηλευτεί. Οι απώλειες, ο τραυματισμός και το αδιάκοπο κυνηγητό στα βουνά, δεν επέτρεπαν στον Κατεχάκη να συνεχίσει να διοικεί το αντάρτικο σώμα του. Μετά από ενάμιση χρόνο στον Μακεδονικό Αγώνα αναγκάστηκε να αποσυρθεί στην Κρήτη.

Εκεί, έμπειρος πια, ανέλαβε την οργάνωση της νεοσύστατης πολιτοφυλακής. Με το ξέσπασμα του Α΄Βαλκανικού πολέμου, τον Σεπτέμβριο του 1912, ο Κατεχάκης, μετά τη συνάντησή του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο, που τότε εκτελούσε χρέη Πρωθυπουργού και υπουργού Στρατιωτικών, διορίστηκε διευθυντής του «Κέντρου Θεσσαλονίκης» για τον συντονισμό των εθελοντικών σωμάτων των πρώην Μακεδονομάχων. Ο Βενιζέλος διέκρινε στον Κατεχάκη αφοσίωση και εξαιρετική οργανωτική ικανότητα. Ο Κατεχάκης τον δικαίωσε αφού κατάφερε να οργανώσει και να διοικήσει αποτελεσματικά χιλιάδες άνδρες, διευκολύνοντας την προέλαση του τακτικού ελληνικού στρατού. Την μεγάλη διάκριση και την εκτίμηση του Βενιζέλου την κέρδισε ο Κατεχάκης όταν μετατέθηκε στο μέτωπο της Ηπείρου, ως επιτελικός αξιωματικός. Η συμβολή του στην απελευθέρωση των Ιωαννίνων αλλά και η ικανότητά του στον εφοδιασμό των μεραρχιών τον έκαναν να ξεχωρίσει και να αποκτήσει την απόλυτη εμπιστοσύνη του Βενιζέλου.

Το 1916, στο Κίνημα της Εθνικής Αμύνης, ο Κατεχάκης στάθηκε στο πλευρό του Βενιζέλου. Τον Αύγουστο του 1916, ως ταγματάρχης στη Μακεδονία και αφού οι διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης της Αθήνας εκχωρούσαν ελληνικά μακεδονικά εδάφη στη Βουλγαρία, αρνήθηκε να υπακούσει και ήταν από τους πρώτους αξιωματικούς που προσχώρησαν στην «Επιτροπή Εθνικής Αμύνης» στη Θεσσαλονίκη. Τότε ουσιαστικά ο στρατιωτικός έγινε πολιτικός. Φτάνοντας ο Βενιζέλος στη Θεσσαλονίκη και αφού σχημάτισε προσωρινή κυβέρνηση, τον διόρισε επιτελάρχη της 9ης Μεραρχίας και στη συνέχεια προσωπάρχη του υπουργείου Στρατιωτικών. Ο Κατεχάκης ανέλαβε να οργανώσει τον στρατό της «Εθνικής Αμύνης». Το εγχείρημα ήταν επιτυχημένο και έτσι έγινε το δεξί χέρι του Βενιζέλου.

Την επόμενη χρονιά, το 1917, διορίστηκε επιτελάρχης του σώματος στρατού της «Εθνικής Αμύνης», ενώ την περίοδο 1919–1920 ήταν επικεφαλής της Ελληνικής Στρατιωτικής Αποστολής και Ύπατος Αρμοστής στην Κωνσταντινούπολη, που βρισκόταν υπό συμμαχική κατοχή. Το 1920, σε ηλικία μόλις 39 ετών, έφτασε στον βαθμό του υποστράτηγου. Είναι ο νεότερος στρατηγός στην ιστορία του ελληνικού κράτους. Μετά την κατάρρευση του μετώπου και τη Μικρασιατική καταστροφή το 1922, ο Κατεχάκης διορίστηκε πολιτικός διοικητής της Θράκης. Αυτός κατάφερε να οργανώσει και να φέρει σε πέρας την υποχρεωτική εκκένωση της Ανατολικής Θράκης. Σε ένα δεκαπενθήμερο, εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς προς τη Δυτική Θράκη και την υπόλοιπη Ελλάδα.

Ακολούθησαν πολιτικά αξιώματα αφού ως στενός συνεργάτης και υποστηρικτής του Ελευθερίου Βενιζέλου διορίστηκε τρεις φορές υπουργός Στρατιωτικών, (1924, 1930–1932, 1933 ). Ο Γεώργιος Κατεχάκης πέθανε στις 22 Απριλίου 1939 στην Αθήνα, σε ηλικία 58 ετών, έπειτα από βαρύ εγκεφαλικό επεισόδιο.