Με αφορμή την παρουσίασή του στην Καλαμάτα το Σάββατο 9 Μαΐου στις 7.30 μ.μ. στο βιβλιοκαφέ «Ραμόν», ο συγγραφέας μιλά στην «Ε» για τη μακρόχρονη έρευνα πίσω από το βιβλίο, για τη διαδρομή του ζωγράφου Νίκου Μπαλόγιαννη, για τους «αφανείς» ανθρώπους της Ιστορίας που τον γοητεύουν, αλλά και για το διαχρονικό συμβολικό φορτίο του «Ματαρόα». Στην εκδήλωση για το βιβλίο θα μιλήσει ο Μιχάλης Δημητρακόπουλος μέλος του Πολιτιστικού Αντίλογου, αποσπάσματα θα διαβάσει η ηθοποιός Γιώτα Μηλίτση, ενώ τη συζήτηση θα συντονίσει ο Κώστας Δεληγιάννης. Ο συγγραφέας θα απαντήσει σε ερωτήσεις του κοινού και θα υπογράψει αντίτυπα του βιβλίου του.
- Το βιβλίο σας «Ο αγνοούμενος του Ματαρόα» μοιάζει να κινείται ανάμεσα στην ιστορική έρευνα και τη λογοτεχνία. Τι σας τράβηξε σε αυτή τη «μυθιστορία» και όχι σε μια καθαρή βιογραφία;
Αυτό το βιβλίο είναι πολλά πράγματα ταυτόχρονα: Είναι η ζωή ενός ζωγράφου που ανδρώθηκε στον Μεσοπόλεμο και έζησε στην Αθήνα, το Παρίσι , την Αμερική (και λίγο στην Καλαμάτα). Είναι ο έρωτας δυο νέων ανθρώπων που τον ματαιώνει ο πόλεμος, είναι η αστυνομικού τύπου αναζήτηση ανθρώπων που έχουν πεθάνει από καιρό, είναι η ιστορία της Κατοχής, η περιπέτεια του Ματαρόα. Είναι, τέλος και πάνω απ όλα, η βιογραφία, όχι ενός ανθρώπου, αλλά μιας ολόκληρης, πολύ ταραγμένης εποχής-1930 με 1960 πάνω-κάτω. Είναι το αποτέλεσμα μιας πολύ μεγάλης, πολυετούς έρευνας, πάνω στην οποία ακούμπησε η λογοτεχνία.
- Έχετε πει ότι σας ενδιαφέρει περισσότερο η εποχή παρά μόνο ο ήρωας. Τι λέει τελικά αυτό το βιβλίο για την Ελλάδα εκείνης της περιόδου και τι μπορεί να πει για το σήμερα;
Ο ήρωάς μου, ο ζωγράφος Νίκος Μπαλόγιαννης, ένα υπαρκτό πρόσωπο, γεννημένος το 1911 στο Βαλτεσινίκο της Αρκαδίας, αγνοούμεος στην Ελλάδα αλλά με έργο και αναγνώριση στην Αμερική, ήταν ο οδηγός μου σε αυτην την περιπέτεια. Αυτόν ακολούθησα στα σοκάκια της Πλάκας, εκεί που ζούσε τη δεκαετία του 30, στην παραλία της Καλαμάτας του 40 (απ όπου και η φωτογραφία του εξωφύλλου του βιβλίου) στους δρόμους του Παρισιού λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος, στο κατάστρωμα του Ματαρόα και τις λεωφόρους της Νέας Υόρκης. Αυτό όμως που με ενδιέφερε περισσότερο, αυτό που με συνάρπασε- και αυτό ίσως που έκανε την έρευνα λογοτεχνία, ήταν η εποχή, κυρίως ο Μεσοπόλεμος, κυρίως εκείνες οι ημέρες όπου οι άνθρωποι ζούσαν, εργάζονταν, ερωτεύονταν, διασκέδαζαν κι εγώ τους παρακολουθούσα από κοντά, σχεδόν ζούσα μαζί τους, γνωρίζοντας οτι η τρομερή αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει, ότι βρίσκονταν πάνω σε ένα τρένο που έτρεχε ολοταχώς προς τον γκρεμό. Σκεφτείτε: Ο ήρωας μου αφήνει την αγαπημένη του νεαρή Γαλλία ζωγράφο στη Μασσαλία στις 15 Αυγούστου του 39. Πιστεύουν και οι δύο ότι σε ένα μήνα το πολύ αυτός θα επιστρέψει στη Γαλλία για να συνεχίσει τις σπουδές του (έχει τριετή υποτροφία). Σε 18 ημέρες ακριβώς, ξεσπάει ο πόλεμος. Μέσα από την έρευνα έζησα πολύ έντονα εκείνη την εποχή και δεν μπορώ να πω ότι η φοβερή αναταραχή στην κεντρική Ευρώπη τότε δεν μου έφερε στο μυαλό όσα γίνονται στην ίδια περιοχή τώρα. Ελπίζω μόνο ότι η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ή, έστω, ότι επαναλαμβάνεται σαν φάρσα-αλλά ας μας λείπουν τέτοιες φάρσες, δεν γελάει κανείς μ αυτές.
- Στο επίκεντρο βρίσκονται πρόσωπα που έμειναν «εκτός κάδρου» της επίσημης ιστορίας. Είναι μια συνειδητή επιλογή να φωτίζετε αυτές τις διαδρομές;
Ναι, με γοητεύουν αυτά τα ξεχασμένα πιδιά της Ιστορίας. Κοιτάξτε: Ο Μπαλόγιαννης ήταν ο πατέρας μιας Αμερικανίδας που ζει στο Μεξικό, που έγινε φίλη μου δι αλληλογραφίας και στην οποία οφείλω μέγάλο μέρος του υλικού πάνω στο οποίο στηρίχθηκα. Επιθυμία της ήταν να βγει ο πατέρας της από την αφάνεια και να βρει τη θέση που του αξίζει. Νομίζω οτι το καταφέραμε, αλλά ταυτόχρονα, αυτό που προσπάθησα, ήταν, περιγράφοντας την εποχή, να δώσω ζωή και στους χιλιάδες άλλους αφανείς που έζησαν τότε, και περιλαμβάνω σε αυτούς τους δικούς μας προγόνους, τους γονείς μας και τους παππούδες μας. Την κοινή ζωή τους θέλησα να αναβιώσω, πάνω απ όλα.
- Ποια είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε κατά τη συγγραφή αυτού του βιβλίου και τι ήταν αυτό που σας κράτησε μέχρι την ολοκλήρωσή του;
Να απαλλαγώ από μεγάλο μέρος του τεράστιου υλικού που είχα συγκεντρώσει, να το ενσωματώσω και να το μεταπλάσω έτσι ώστε, χωρίς να αλλάξω σε τίποτε τα γεγονότα, να το κάνω λογοτεχνία.
- Το «Ματαρόα» είναι ένα ιστορικό σύμβολο φυγής και αναζήτησης. Τι σημαίνει για εσάς σήμερα αυτή η διαδρομή και πώς συνομιλεί με τις επιλογές των ανθρώπων στη σύγχρονη Ελλάδα;
Πέρα απο οποιαδήποτε ιδεολογική επένδυση του μύθου, το Ματαρόα ήταν ένα μοναδικό, μαζικό, αναγκαίο brain draιn. Η επιχείρηση του Γαλλικού Ινστιτούτου και του Οκτάβιου Μερλιέ (με την διακριτική αρωγή του ελληνικού κράτους) να επιλέξει και να μεταφέρει 200 νέους από την Αθήνα στο Παρίσι το Δεκέμβριο του 45 μέσα από την κατεστραμένη Ευρώπη είναι ένα ανεπανάληπτο επίτευγμα. Από όλην αυτην την περιπέτεια ας κρατήσουμε κάτι που ισχύει ακόμα: Την ικανότητα των παιδιών μας να διακριθούν εκεί που τους δίνεται η ευκαρία-τα υπόλοιπα είναι μια πολύ μεγάλη κουβέντα, δεν έχουμε το χώρο να την κάνουμε τώρα.
- Σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι άμεση και αποσπασματική, τι μπορεί να προσφέρει η επιστροφή στην αφήγηση και στη βαθιά έρευνα που απαιτεί ένα τέτοιο βιβλίο;
Ο,τι προσφέρει μια βουτιά στα νερά της Καλαμάτας, ένα βράδι με φίλους στου Βάγια ή στον Αλοίμονο, δυο ώρες στο σινεμά ή ένα ξεφάντωμα σε μια ροκ συναυλία.
- Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου το Σάββατο στην Καλαμάτα, τι περιμένετε από τη συνάντηση με το κοινό της μεσσηνιακής πρωτεύουσας;
Εχω γεννηθεί στην Αθήνα, έχω μεγαλώσει στην Κυψέλη, πάντα ήθελα να έχω μια ιδιαίτερη πατρίδα και αυτήν την απέκτησα εξ αγχιστείας : Την Καλαμάτα. Εδώ γεννήθηκε και μεγάλωσε η γυναίκα μου, εδώ ζεί η οικογένειά της -τ αδέλφια μου-εδώ έχω φίλους καλούς κι αγαπημένους. Εδώ είναι το Πάσχα μου εδώ και το καλοκαίρι μου, μόνο το πού θα βλέπω τη Μαύρη Θύελλα φέτος δεν ξέρω ακόμα. Η Καλαμάτα του 39 βρίσκεται στις σελίδες του βιβλίου μου-και θα διαβάσουμε μερικές από αυτές το Σάββατο το βραδάκι, οπότε τι άλλο να περιμένω; Μια ωραία συνάντηση μεταξύ φίλων
